Το κείμενο που ακολουθεί είναι αυθεντικά χιουμοριστικό. Το ανεβάζει στα ύψη ενός Μποστ η σοβαροφάνεια του συγγραφέα του και η πεποίθησή του πως πρόκειται για ένα σοβαρό πολιτικό και θεωρητικό κομμάτι. Καλή ανάγνωση – και καλή διασκέδαση!

*

Αυτό που συμβαίνει την τελευταία εβδομάδα, είναι η δεύτερη ελληνική επανάσταση, και κατά τη γνώμη μου είναι ίσως σημαντικότερη από την πρώτη -και πάντως σίγουρα πολύ πιο μαζική. Και ήταν η πρώτη ίσως φορά στη ζωή μου που ήμουν υπερήφανος που είμαι Έλληνας.
Οι μέρες αυτές είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της σύγχρονης Ελλάδας στον παγκόσμιο πολιτισμό, και η πρώτη φορά -ίσως η δεύτερη μετά το 1821, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική και πληθυσμιακή έκταση απ’ ό,τι τότε- που τα βλέμματα όλου του κόσμου είναι στραμμένα προς την Ελλάδα, με θαυμασμό και ελπίδα.
Παρακολουθώντας κανείς τα κανάλια και τα Διαδίκτυα αυτές τις μέρες, τελείως ενδεικτικά, μαθαίνει ότι:
– η Αλ Τζαζίρα, (όπως και όλα τα μέσα όλου του κόσμου φυσικά), είχε εκτενείς αναφορές στα γεγονότα, και στην ηλεκτρονική της έκδοση είχε από κάτω χώρο για σχόλια αναγνωστών. Ο χώρος αυτός λοιπόν πλημμύρισε από θετικά σχόλια πολιτών από όλες τις αραβικές χώρες, που λέγανε «επιτέλους, να και ένας λαός που εξεγείρεται, εμείς εδώ από το Μαρόκο ως τη Σαουδική Αραβία μας πηδάνε κάθε μέρα, μας βαράνε, μας κλέβουνε, μας φτύνουνε, κι εμείς κοιμόμαστε. Εκεί ένα παιδί σκοτώσανε και ξεσηκώθηκε όλος ο κόσμος».
– Τη νύχτα τής 10/12 πετάχθηκε βόμβα μολότωφ στην ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα, ενώ στην ελληνική πρεσβεία στη Νέα Υόρκη σπάστηκε ένα τζάμι και γράφτηκε με σπρέι «δολοφόνοι, ο Αλέξης ήταν εδώ».
Και φυσικά, γίνανε διαδηλώσεις, ακόμα και καταλήψεις πρεσβειών, μόνο απ’ αυτές που μέτρησα εγώ, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, το Εδιμβούργο, τη Βαρκελώνη, τη Φλωρεντία, τη Ρώμη, τη Βέρνη, το Ζάγκρεμπ, τη Μπρατισλάβα, στη Χάγη, στη Μελβούρνη, το Σαν Φρανσίσκο, το Δουβλίνο, τη Γλασκώβη, το Μπρίστολ, σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας … Εδώ στις Βρυξέλλες, οργανώσαμε κι εμείς μία, όπου οι Έλληνες, ιδίως οι ευρωυπάλληλοι, έλαμψαν δια της απουσίας τους εκτός ολίγων φωτεινών εξαιρέσεων, ενώ ήρθαν Βέλγοι, Ισπανοί, Ολλανδοί, Πορτογάλοι, Τούρκοι, Τουρκοκύπριοι, Κούρδοι …

  1. Γιατί είναι σημαντική αυτή η εξέγερση;
    Διότι, σε αντίθεση με τα φαινόμενα, δεν είναι τυφλή. Αντιθέτως, είναι μία πράξη ύψιστης δημοκρατικής ευθύνης και υπεράσπισης της έννομης τάξης και του κράτους δικαίου.
    Φυσικά, της μίας από τις δύο έννομες τάξεις. Αλλά, όπως ίσως θα έλεγε (περίπου) και ο Λένιν, στην επαναστατική κατάσταση υπάρχουν πάντα δύο έννομες τάξεις. Αλλά όπως θα έλεγε ο Λακάν, ο οποίος δεν έγραψε γραμμή για την πολιτική αλλά ίσως ήταν πιο υποψιασμένος, πάντα υπάρχουν δύο έννομες τάξεις, ακόμα και στην κατάσταση της ομαλότητας, ή ίσως η μία έννομη τάξη διαπερνιέται πάντοτε από ένα ρήγμα, έναν ριζικό ανταγωνισμό.
    Η μία έννομη τάξη, αυτή του Καραμανλή, του Παυλόπουλου, του Χηνοφώτη, του Κούγια, είναι αυτή που λέει: «το κράτος σκοτώνει και λογαριασμό δε δίνει». Δεν το λέει με ακριβώς αυτά τα λόγια, βέβαια, αλλά άμα λάβουμε υπόψη μας τη λειτουργία της cultural intimacy, βλέπουμε με σαφήνεια ότι επιτελεστικά αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα.

Η παράδοση του δυτικοευρωπαϊκού διαφωτισμού και των αστικών επαναστάσεων, (η οποία κατά τα άλλα αποτελεί πηγή έμπνευσης και προσανατολισμού του ελληνικού κράτους), επισήμως τουλάχιστον λέει ότι ΟΧΙ: ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΝΕΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ. Ιδίως για ενέργειες οργάνων του που δεν εκτελούνται στα πλαίσια της άσκησης κάποιας ξέρω γω ύψιστης σημασίας κρατικής λειτουργίας, αλλά στα πλαίσια ενός κάλου στον εγκέφαλο και ενός απλού φασιστικής έμπνευσης τσαμπουκά, τον οποίο δεν επιδεικνύουν ούτε τα μέλη των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής στη Γάζα απέναντι στους Παλαιστίνιους που τους πετάνε πέτρες.
Όταν λοιπόν το κράτος ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ, είναι δικαίωμα, και δημοκρατικό καθήκον, του πλήθους να ΖΗΤΗΣΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ. By any means necessary. Aν δεν ακούν αλλιώς, θα ακούσουν έτσι. Αυτό δεν χρειάζεται να πάμε ούτε καν στο Σπινόζα ή τον Μακιαβέλλι για να το διαβάσουμε. Το ήξερε ακόμα και ο Τζον Λοκ.
Εγώ είμαι με τα μπάχαλα. Every last one of them. Τα μπάχαλα είναι εναλλακτική αυτοσχέδια μορφή ενός μηχανισμού γενικής αποτροπής της εγκληματικότητας, με τη στενή έννοια του ποινικού δικαίου, την οποία παραλείπει να εκτελέσει το κράτος και έτσι την αναλαμβάνει η κοινωνία των πολιτών. Η διαφύλαξη της ανθρώπινης ζωής, και ακόμα περισσότερο η διαφύλαξη της αρχής της λογοδοσίας του κράτους και των οργάνων του, είναι πράγμα πολύ σημαντικότερο από πέντε σπασμένες βιτρίνες και την απώλεια πέντε περιουσιών «αθώων» «μικρο»νοικοκυραίων στην Ερμού, (όπου το ενοίκιο ενός μήνα είναι όσα βγάζουν σε ένα χρόνο αυτοί που τα λεηλάτησαν -εάν βγάζουν τίποτα), οι οποίες περιουσίες ούτως ή άλλως θα εξανεμίζονταν από την κρίση, θα τους τις κλέβανε οι τράπεζες ή θα τις χάνανε στο χρηματιστήριο, και οι οποίες περιουσίες ούτως ή άλλως θα αποζημιωθούν. Οι ζημιές στη «δημόσια περιουσία» που προξένησαν οι κουκουλοφόροι είναι απειροελάχιστες μπροστά στις ζημιές που προξένησαν οι ρασοφόροι. Επιπλέον, οι δεύτερες ήταν καθαρά για την τσέπη τους και για την καλοπέρασή τους, για να χτίζουν βίλες με τζακούζι στις μονές τους, ενώ οι πρώτες δικαιολογούνταν από σκοπό υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.

  1. Εκτός όμως από υπεράσπιση μιας τάξης, ήταν ταυτόχρονα (είναι) η εν σπέρματι δημιουργία μιας νέας. Παρακολουθώντας τις κινητοποιήσεις όλες αυτές τις μέρες, εισπράττω μία έκρηξη της ανθρώπινης δημιουργικότητας και φαντασίας, μια έμπνευση, μία ευγένεια και μία ευθυβολία λόγου, η οποία σε σχέση με τον τετριμμένο λόγο της κατεστημένης πολιτκής ή οποιουδήποτε άλλου θεσμού φαντάζει ως η μέρα σε σχέση με τη νύχτα.
    Τελείως τυχαία πάλι, διάβαζα μια προκήρυξη που μοιράσανε κάτι παιδιά στους καταστηματάρχες των Σερρών
    http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=939707
    Ο λόγος αυτός της συλλογικής νοημοσύνης (του General Intellect) μου ακούγεται ως μια πνοή καθαρού αέρα, μπροστά στον οποίο ο λόγος του Καραμανλή, του Παπανδρέου, της Παπαρήγα φαντάζει επιπέδου νηπιαγωγείου. Φαντάζει ένας λόγος μη-λόγος, που γυρίζει γύρω γύρω, χωρίς όραμα, χωρίς πνοή, υποκριτικός, κρυψίνους, που λέει άλλα και εννοεί άλλα, και συνήθως δεν εννοεί απολύτως τίποτε.
    Ακούγοντας τα κλαψουρίσματα για τις «κατεστραμμένες γιορτές» και την ανερυθρίαστη αναγωγή των αναγκών του καταναλωτή σε υπέρτατο νόμο, νιώθω την τάση να αναφωνήσω: φέτος οι γιορτές ήρθαν νωρίτερα, και ήταν οι καλύτερες γιορτές που μπορώ να θυμηθώ. Τι πιο γιορτινό και ποιητικό από την εναέρια θέα ενός υπερμεγέθους ελάτου να φλέγεται μέσα στη νύχτα στη μέση της πλατείας Συντάγματος, μπροστά στην Βουλή των Ελλήνων; Ούτε ο Αγγελόπουλος ή ο Κουστουρίτσα δεν θα μπορούσαν να έχουν φανταστεί ένα τέτοιο πανέμορφο και πλούσιο σε συμβολισμούς πλάνο.

Γι’ αυτό λοιπόν, εγώ είμαι με τους κουκουλοφόρους.
Πριν από κάποια χρόνια, ο μακαρίτης Παύλος Σιδηρόπουλος έλεγε σ’ ένα τραγούδι του: «Ληστέψανε την τράπεζα. Και τι με νοιάζει εμένα; δεν είμαι με κανένα». Σήμερα είναι η στιγμή να φύγουμε από το «δεν είμαι με κανένα» και να πούμε: είμαι με κάποιον. Είμαι με αυτούς που σπάσανε την τράπεζα. Αν την ληστεύανε, ακόμα καλύτερα. Ούτως ή άλλως, αυτή μας ληστεύει κάθε μέρα. Τόσο εμάς, όσο και τους υπαλλήλους της.
Οι δέκα (μέχρι στιγμής) μέρες που συγκλόνισαν την Αθήνα, αλλά και όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, και πολλές μικρές, αποτελούν μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το παγκόσμιο κοινωνικό κίνημα, είμαι σίγουρος ότι θα μελετώνται -ή πάντως ότι θα πρέπει να μελετηθούν- επί πολλά χρόνια σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, και θα καρποφορήσουν ίσως αλλού, αλλιώς, άλλοτε, με τρόπους και σε συνδυασμούς που δεν φανταζόμαστε. Και, για να κλείσω με μια προσωπική νότα, δεν σας κρύβω ότι είμαι πολύ περήφανος που κάπως είχα διαισθανθεί ότι έρχεται αυτή η καταιγίδα, θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν μπορούσα να πω ότι συνέβαλα κάπως στο μέτρο των δυνάμεών μου στην έλευσή της. Και πάντως είμαι σίγουρος ότι είμαι -είμαστε- σε πολύ καλύτερη θέση να αντιληφθούμε τι ήταν και να δουλέψουμε με αυτή, απ’ ό,τι τα απολιθώματα της θεσμικής πολιτικής, των κρατικών διανοουμένων και του τύπου, οι οποίοι ούτε είχαν πάρει μυρωδιά τι τους ερχόταν στο κεφάλι, και ακόμα και τώρα που τους έπεσε στο κεφάλι πάλι δεν έχουν ακόμα καταλάβει τι τους συνέβη. Αλλά νομίζω ότι ακόμα και αυτοί δεν μπορεί να είναι τόσο βλάκες. Νομίζω ότι απλώς κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, αλλά κατά βάθος έχουν ψυλλιαστεί κάτι, και εκεί ακριβώς οφείλεται το μίσος και η μνησικακία τους γι’ αυτό το κίνημα. Αν ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, η Παπαρήγα, ο Καρατζαφέρης, έχουν λυσσάξει και ζητάνε από τους πάντες δηλώσεις νομιμοφροσύνης και μετανοίας, αυτό κατά βάθος το κάνουν επειδή τους απασχολούν όχι τόσο τα μαγαζιά των πτωχών και αθώων κοσμηματοπωλών τής Μητροπόλεως, αλλά κυρίως τα δικά τους μαγαζιά. Αυτοί είναι που τα είχαν στολίσει με τόση φροντίδα, τόσα «οράματα», τόσες «μεταρρυθμίσεις», τόσους «ταξικούς αγώνες», τόση «αδιαπραγμάτευτη Ελλάδα», τέλος πάντων ο καθένας με τη δική του πραμάτεια, είχαν βάλει τα καλά τους και περίμεναν τους καταναλωτές πολιτικής· και ξαφνικά είδαν να εισβάλλει στην πιάτσα ένας απρόσκλητος ανταγωνιστής και να τους κλέβει την πελατεία (και την απόλαυση), να δείχνει πόσο άνευ νοήματος, πόσο αέρας κοπανιστός, πόσο κενά από οποιαδήποτε αξία χρήσης ήταν αυτά τα εμπορεύματα. Και μάλιστα ένας ανταγωνιστής που δεν έχει κανένα μαγαζί πουθενά, αλλά είναι διάχυτος, διάσπαρτος, πλανόδιος, όπως οι Νιγηριανοί που πουλάνε CD και οι Κινέζοι που πουλάνε ρούχα.
Με άλλα λόγια, αυτό που εισέβαλε ξαφνικά στη σκηνή δεν είναι απλώς ένας ανταγωνιστής μεταξύ άλλων, αλλά είναι ο ίδιος ο ανταγωνισμός.
Τέλος πάντων, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα· δεν είναι δική μας δουλειά να λύσουμε τις απορίες των χρεοκοπημένων εμπόρων της πολιτικής. Το πολύ πολύ μπορούμε να τους ευχηθούμε: Welcome to the desert of the Real, και να τους αφήσουμε να βρουν μόνοι τους -εάν βρουν- πώς θα αναμετρηθούν με την απώλεια. Αυτές τις μέρες που τα πράγματα τρέχουν με χιλιαπλάσια ταχύτητα, και προς χίλιες διαφορετικές κατευθύνσεις, απ’ ό,τι κατά την λεγόμενη «ομαλότητα», εμείς έχουμε σοβαρότερα πράγματα να κάνουμε. Και το πρώτο απ’ αυτά είναι να βρούμε πώς μπορούμε να ενσαρκώσουμε καλύτερα τους φόβους τους, να ταυτιστούμε με το σύμπτωμα, να γίνουμε εμείς όσο μπορούμε καλύτερα ο ανταγωνιστής που κάνει τα μαγαζιά τους να αδειάζουν από πελατεία -χωρίς καν να χρειάζεται να σπάσουν. Και να βρούμε πώς θα παραγάγουμε από κοινού τις δικές μας αξίες χρήσης.

*

Πηγή:

http://christodoulospanayiotou.blogspot.com/2008/12/blog-post.html

Advertisements