Αυγή τσ’ αυγής θα σηκωθώ
‘που του βουνού τη ρίζα
να σύρω να, να σύρω να ξημερωθώ

να σύρω να ξημερωθώ, βουνό μου, στην κορφή σου
να κάμω κύκλο το βουνό, βολίτα τη μαδάρα
να βρω μια πέτρα ριζιμιά, να διπλωθώ να κάτσω
ν’ ακούσω γερακιού φωνή, και φαλκο να λαλήσει
ν’ ακούσω και την πέρδικα να γλυκοκακαρίζει
ν’ ακούσω πετροκότσυφο.
(στο τέμπο του «πότε θα κάνει ξαστεριά»)

*

Έβρεχε καταρρακτωδώς κι εγώ οδηγούσα. Έβαλα ένα σιντί της Δόμνας Σαμίου – και έπαθα πλάκα κι αντίπλακα με μερικά από τα τραγούδια που άκουσα. Το πρώτο, το κρητικό …καταλαβαίνετε γιατί.

Μετά, ένα του Ανατολικού Αιγαίου (ποταμέ, τζάνεμ’ ποταμέ μου) που το τραγουδούσε προσαρμοσμένο, ο πατέρας μου στα πανηγύρια μας της Πυλίας.

Και μετά ένα της Ρούμελης (περιβόλιμ’ οργωμένο) και ένα εκπληκτικό της Θεσσαλίας (βγήκα ψηλά στον Έλυμπο)

– και καπάκι ένα από την Ιερισσό της Χαλκιδικής (σαράντα πέντε λεμονιές) και…

Οδηγούσα περνώντας λιμνοθάλασσες – αργά και προσεχτικά – και απολάμβανα μια εξαιρετικά δυσεύρετη αίσθηση ευδαιμονίας. Ώσπου, μιαν ώρα μετά, φτάνοντας, ακούω ένα εκπληκτικό ποντιακό διπάτ – και τα μάτια μου να τρέχουνε, βρύσες:

Η κορ’ εξέβεν σον παρχάρ*, έι πουλίμ’ πουλίμ’
να (γ)ίνεται ρομάνα**, έλα έλα λέγω σε
να (γ)ίνεται ρομάνα, έλα ποδεδίζω*** σε

Και για τ’ ατέν να γίνουμαι και κυνηλός**** σ’ ορμάνια
Αρνίμ’ τον τόπον ντο πατείς, την πόδα σ’ εγνωρίζω*****
γομούται παρχαρόν νερόν, κλίσκουμαι κα και πίνω

—–
* λιβάδι
** εννοεί: μεγάλωσε – εκτός αν κάποιος πόντιος διαφωνεί!
*** να σε χαρώ
**** κυνηγός
***** αναγνωρίζω το χνάρι σου

—–

Αυτή τη βροχή, θα τη θυμάμαι! 🙂

*

(δεν είναι οι εκτελέσεις από το δίκσο της Σαμίου, αλλά είναι οι καλύτερες απ’ όσες κυκλοφορούν στο γιουτιούμπ)

Advertisement