Βρισκόμουν στην έκτη ή την έβδομη έλξη όταν άκουσα το Μπόγκυ, αφεντικό στο γυμναστήριο, να φωνάζει από το βάθος της αίθουσας «Μιχάλη, τηλέφωνο!»

Ολοκλήρωσα το σετ, κρέμασα τη μπάρα στους ορθοστάτες, έκανα δυο τρεις χαλαρές εκτάσεις και πήγα προς το τηλέφωνο. Υπολόγισα πως θα ήταν η Τίνα, μια τσουλίτσα από τον Εύοσμο. Την είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στο Σπλέντιτ, το θερινό σινεμά, και  φρόντισα να βρεθούμε δίπλα δίπλα στο μπαρ. Ψωνίζοντας τσιπς και βυσσινάδα έμαθα τ’ όνομά της και της έδωσα το τηλέφωνο του Μπόγκυ, υπολογίζοντας πως θα περνούσα το επόμενο πρωινό στο γυμναστήριο. Φαινόταν κάπως άβγαλτη, αλλά γεμάτη διάθεση. «Άστηνα λοιπόν να περιμένει λίγο…»

Το γυμναστήριο δεν είχε κόσμο. Ιούλιος και όλοι την είχαν κάνει για Χαλκιδική. Δυο τρεις αρχάριοι μονάχα, παιδευόντουσαν στο μονόζυγο και τις έλξεις.

«Γυναίκα;» ρωτάω το Μπόγκυ, που ξεφύλλιζε με αφάνταστη βαρεμάρα ένα διάβασέ με. «Ναι!» Παίρνω ύφος. «Έλα κούκλα μου» λέω γλυκά στο ακουστικό. «Τον κακό σου τον καιρό!» μου απαντάει μια γνωστή αντρική φωνή. Ο Στάθης. Έκανα τη χαρακτηριστική κίνηση με το μέσο κάθετο στα άλλα δάχτυλα, ενώ ο Μπόγκυ χαχάνιζε ευχαριστημένος με την εξυπνάδα του. «Έλα ρε Στάθη, λάθος. Τι τρέχει;» Ακούστηκε νευρικός. «Μπορείς ναρθείς αποδώ;» «Το βραδάκι;» «Τώρα!» «Τώρα; Έλεγα να την κάνω, για μπάνιο…» «Είναι ανάγκη!» «Καλά. Σε μισή ώρα είμαι εκεί».

*

Η συνέχεια, στη μικρή καλύβα:

http://zervaspanos.wordpress.com/2009/02/01/walking-and-singing-the-blues/