Η Ερωτηίδα δεν πιστεύει στα μάτια της. Φρίσσοντας πασχίζει να σκεφτεί ήρεμα. Και μεμιάς γαληνεύει, βάζοντας μπρος το σχέδιο της. Γδύνεται αργά αργά, πετώντας τα μεταξένια ντύματα σε μια χαραδρούλα. Τσίτσιδη, με λυτά μαλλιά, με τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια! Στο μισοσκόταδο λευκάζουν τα στήθια, τα λαγόνια και τ’ αστραφτερά της δόντια, καθώς τρεμουλιάζουν και κροτούν ελαφρά. Είναι έτοιμη να κάνει την έφοδο. Άξαφνα παγώνει. Μπροστά της κουτσαίνοντας ένα πελώριο λαβωμένο λιοντάρι βρυχιέται σπαραχτικά και φρικαλέα, και παρευθύς κάνει να χυμήξει καταπάνω της. Κι αυτή αλαφιασμένη τρέχει προς τη σπηλιά. Όμως μπερδεύονται τα χρυσαφένια της σανδάλια, και γκρεμίζεται κάτω ουρλιάζοντας. Βογγάει απανωτά και μπήγει κραυγές σπαραχτικές. Και το λιοντάρι σιμώνει.

*

Παναΐαμ!

Εσώθη η Ερωτηίς ή την κατασπάραξε ο λαβωμένος λέων;

(εντάξει, εσώθη, μην αγωνιάτε…) 8)

Αλλά, κατάφερε τάχα η λάγνα γυνή να τουμπάρει τον ασκητή της καλύβας ψηλά στο βουνό;

Υπέκυψε ο άγιος αυτός άνθρωπος στα κάλλη της;

Αυτό δεν θα σας το πω: να το ανακαλύψετε μόνοι σας.

Εδώ: http://egolpio.wordpress.com/2009/05/18/erwthis/

Advertisements