(Με μια καινούρια ονειρική ιστορία – στα σχόλια)

moment

Αρχές δεκαετίας του ’80. Άνοιξη, λίγο πριν το χάραμα. Στέκομαι στη στάση του αστικού που θα με πάει στο ΚΤΕΛ, καθ’ οδόν από Θεσσαλονίκη για Καλαμάτα, σε μια πάροδο της Αγίου Κωνσταντίνου. Ελάχιστοι άνθρωποι, ψύχρα, σκοτάδια ακόμα. Και ξαφνικά, μια ζεστή αντρική φωνή γεμίζει τα πάντα. Τραγουδάει έναν αμανέ, στα τούρκικα ή τα αράβικα, δεν κατάλαβα. Γυρνάω το βλέμμα στις πολυκατοικίες γύρω, χωρίς να δω τίποτα. Το τραγούδι συνεχίζεται για ώρα, θριαμβικό και αθέατο, μετά βίας μπαίνω στο λεωφορείο και φεύγω.

*

Δέκα χρόνια αργότερα, Μεγάλη Παρασκευή. Οδηγώ το μικρό σιτροέν και πλησιάζω προς το χωριό μου, όπου οι δικοί μου με περιμένουν για το Πάσχα. Έχει βραδιάσει πια όταν περνάω τα σύνορα της Μεσσηνίας. Συναντάω τα χωριά, το ένα μετά το άλλο, σε μια απίστευτη παγανιστική τελετουργία: μπροστά σε κάθε σπίτι είναι αναμμένη μια φωτιά. Έτσι οι χωρικοί προετοιμάζονται να υποδεχτούν τον Επιτάφιο, που θα περάσει σε λίγο ανθοστόλιστος και μαγικός. Βγαίνοντας από κάθε χωριό, το γκάζι μου αναζητά το επόμενο, παραταγμένο δεξιά και αριστερά του πύρινου δρόμου.

*

Επιστρέφω από το Πήλιο στη Θεσσαλονίκη, σταματάω για καφέ στα Αμπελάκια. Στην πλατεία φτάνει ένα λεωφορείο, ξεχύνονται από μέσα οι εκδρομείς και πιάνουν τα διπλανά τραπέζια. Έχουν ακορντεόν και κλαρίνο και όλοι είναι κουρδισμένοι για τραγούδι και χορό. Το βλέμμα μου σταματάει στην κοπέλα που χορεύει μπροστά. Μελαχρινή, ψηλή, σοβαρή. Φοράει μπλε τζιν και λευκό πουκάμισο, με μακριά μανίκια. Δε χορεύει, κρυσταλλώνει στο χώρο την ιδέα της ομορφιάς. Όταν τα όργανα σταματούν, άνθρωποι και Φύση απομένουν για απροσδιόριστο χρόνο εκστατικοί. Μετά, η ζωή συνεχίζεται, αλλά έχει αποχτήσει μιαν άλλη νοστιμάδα.

*

Η βάρκα σκίζει το γαλάζιο και το χρυσό, ο ήλιος του Γενάρη μας ζεσταίνει. Στρίβουμε τσιγάρα και προσηλώνουμε το βλέμμα απέναντι, διαδοχικά στο οργιαστικό πράσινο της Αγίας Άννας, στα γκρίζα καφέ χρώματα της πέτρας των ασκηταριών, στο άγριο μεγαλείο του Ακράθωνος. Όταν φαίνεται πια η καστροπολιτεία της Μεγίστης Λαύρας, ο χριστιανός της παρέας μας δεν κρατιέται και μουρμουρίζει «μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου…». Τον κοιτάμε ήσυχοι και αρπάζουμε τα σακίδια για τη σύντομη ανάβαση που μας περιμένει.

Advertisements