apple

Η νεαρά γυνή ήτο επί του εξώστου της οικίας, την οποίαν είχεν ενοικιάσει όπως δεχθή αυτήν ο σύζυγός της, πρεσβύτης πεντήκοντα και τριών ετών…

Αυτή είναι η νοσταλγός, το Λιαλιώ, σύζυγος του μπάρμπα Μοναχάκη, που τάχει παίξει με τον πρεσβύτη, ο οποίος όλο στον καφενέ περνούσε την ώρα του και την άφηνε πάντα μοναχή- και αστεία αστεία ξεκινάει  με κωπηλάτη το νεαρό Μαθιό για μια γύρα μέσα στο λιμάνι, υπό το φως της Σελήνης.

Στη πραγματικότητα, μετά από ολίγες εβδομάδες εγγάμου βίου με τον πενηντάρη, νοσταλγεί αφόρητα το πατρικό της σπίτι, που βρίσκεται απέναντι, σε απόσταση δώδεκα μιλίων.

Όσο προχωράει η νυχτερινή βαρκάδα, αρχίζει δειλά δειλά το ερωτικό παιγνίδι του Μαθιού με τo Λιαλιώ:

Η Λιαλιώ επέμεινε να λάβη το έν εκ των κωπίων, και προκύψασα ολίγον ήρχισε να σείη με τας λευκάς χείρας της τον ένα εκ των σκαλμών, θέλουσα να τον μεταθέση προς το μέρος το εγγύτερον της πρύμνης. Αλλ’ ο νέος ανθίστατο, και αι χείρες των συαντήθησαν εις θερμήν επαφήν.

– Λες για τα δικά μου χέρια πως είναι τρυφερά; είπε μετά διακριτικού παραπόνου ο Μαθιός.

– Τότε, έρχεσαι να κάνουμε πανιά, καθώς λέγει και το τραγούδι; επρότεινε παιγνιωδώς η νεαρά γυνή.

– Με τι;

Και ακουσίως εκοίταξε το πάλλευκον κολόβιόν της.

Η Λιαλιώ εγέλασεν και ακούμβησεν εκ νέου εις την πρύμνην.

Στην αφήγηση ο Μαθιός είναι το alter ego του Παπαδιαμάντη. Δεκαοχτώ ετών, μόλις έχει εγκαταλείψει το γυμνάσιον και είναι προφανέστατα γοητευμένος, ησθάνετο γοητίαν άρρητον, καθώς κωπηλατούσε και είχε στη βάρκα τη νεαρά σύζυγο του πρεσβύτη Μοναχάκη. Η Λιαλιώ επίσης υφίστατο άγνωστον θέλγητρον, και τα βλέμματά των συνηντήθησαν. Και να που εσηκώθη, έκυψε χαριέντως, δια ταχείας χειρονομίας έβγαλε το λευκόν, πολύπτυχον κολόβιόν της, και το έτεινε προς τον Μαθιόν.

– Ετοίμασε συ το κατάρτι, είπεν.

Στο σημείο αυτό ο Παπαδιαμάντης σημειώνει:

Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον, κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσον και το κολόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφ’ άς εμάντευέ τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη. Έμεινε με τα κρίνα του λαιμού της ατελώς καλυπτόμενα από την πορφυράν μεταξωτήν τραχηλιάν της, κ’ εκάθισε συνεσταλμένη παρά την πρύμνην, βραχυσωμοτέρα ή όσον ήτο, με το μέτριον και χαρίεν ανάστημά της.

Και η αύρα είχε δυναμώσει, και το αυτοσχέδιον πανίον εφούσκωνε, και η βαρκούλα έτρεχε.

Και ο νεαρός απελεύθερος του γυμνασίου;

Ο Μαθιός εκάθισε δειλώς όχι πολύ πλησίον αυτής, από την άλλην μεριά της πρύμνης, και έβλεπε την θάλασσαν, δια να μη κοιτάζη παραπολύ την συνταξιδιώτην του και την φέρη εις αμηχανίαν.

Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Μ’ έναν έρωτα απολύτως φυσικό, δηλαδή αποκλειστικά σωματικό:

Ο νέος, ως γείτων, είχε πληροφορηθή τα συμβαίνοντα και την ηγάπησε κρυφά. Η χάρις του λιγυρού αναστήματός της δεν εξηλείφετο από την άνευ μέσης περιβολήν την οποίαν εφόρει. Και τα κατσαρά, τα οποία εκόσμουν το ηδυπαθές μέτωπόν της, ήσαν φυσικά και όχι επίπλαστα. Η λάμψις των βαθέων και μαύρων οφθαλμών της έκαιεν αμαυρά, υπό τας καμαρωτάς οφρύς, και τα τα πορφυρά χείλη της ερόδιζον επί της ωχράς και διαυγούς χροιάς των παρειών της, αίτινες εβάφοντο μ’ ελαφρόν ερύθημα εις τον παραμικρόν κόπον ή εις την ελαχίστην συγκίνησιν. Αλλά το λεπτόν και ήρεμον πυρ των οφθαλμών της έκαιε την καρδίαν του νέου.

Μετ΄ ου πολύ (που λέμε) αντιλαμβάνονται ότι τους κυνηγάνε. Η Λιαλιώ παίρνει τις αποφάσεις, εξετάζει όλες τις εναλλακτικές που υπάρχουν. Ο διάλογος παίρνει ξαφνικά την εξής απροσδόκητη εξέλιξη:

– Να μη μας πιάσουν μοναχά, επέφερεν εκείνη. Δε με μέλει τι θα πη ο κόσμος, να! ούτε τόσο δα, καρφί δε μου καίεται! Ημείς να είμαστε αθώοι, και άφησε τους ανόητους να μας κατηγορούν!

Ο νέος έκυψε περιπαθώς και της εφίλησε τα άκρα των δακτύλων της χειρός της, σκεπτόμενος ότι ήτο αθώος, ναι, όπως πολλοί οίτινες κατεδικάσθησαν αδίκως, ως λέγει η Ιστορία, εις τον επί της πυράς βραδύ θάνατον. Εκείνη προσέθεσεν αυστηρώς:

– Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτον να μείνω σιμά στον μπάρμπα- Μοναχάκη. Απόδειξις ότι δεν θέλω, είναι ότι εκίνησα να πάω πίσω εις τους γονείς μου. Οι γονείς μου δε θα μπορούν νε με σκεπάσουν, αν το κάμω, ο μπάρμπα- Μοναχάκης θα μ’ εσκέπαζε, και πολύ.

Ο αναγνώστης μένει άναυδος, μαζί με το Μαθιό, ο οποίος ευλόγως υποθέτει ότι η Λιαλιώ έχει κάποιον εραστή στο πατρικό της χωριό και γι’ αυτό επειγόταν να ταξιδέψει ως εκεί.

– Δεν του φεύγω, γυρίζω στην πατρίδα μου, πάω να ‘βρω τους γονείς μου… Ανίσως ο μπάρμπα –Μοναχάκης έρθη στην πατρίδα να μ’ εύρη, καλώς να ‘ρθη! Ξέρει πολύ καλά πως δεν είμαι ικανή να προδώσω την τιμή  του. Μα ξέρει και τούτο, πως δε μπορώ να ζήσω στα ξένα.

Και το ανεπανάληπτο φινάλε, όταν μετά από αγωνιώδη καταδίωξη των φυγάδων ο μπάρμπα- Μοναχάκης τους πλησιάζει, καθώς έχουν ήδη αποβιβαστεί στο πατρικό νησί της νοσταλγού:

Αίφνης, η φωνή του μπάρμπα – Μοναχάκη, όστις εφαίνετο ορθός, εις το φως της σελήνης, παρά την πλώραν της σκαμπαβίας, ηκούσθη εν τη σιγή της νυκτός:

– Λιαλιώ! ε! Λιαλιώ!

Η Λιαλιώ εστάθη σύννους, κάτω νεύουσα την κεφαλήν, και είτα κράξασα απήντησεν:

– Ορίστε, μπάρμπα- Μοναχάκη!

– Θέλεις να πας στους γονείς σου, ψυχίτσα μου; Καλά θα κάμης! Καρτέρει να ‘ρθω κ’ εγώ, να σε συνοδεύσω ως εκεί, μήπως κακοπαθήσης στο δρόμο μοναχή σου, αγάπη μου!

– Καλώς να ‘ρθης μπάρμπα – Μοναχάκη! απήντησεν ανενδοιάστως το Λιαλιώ.

Ο νέος ίστατο εντροπαλός πλησίον της, κοιτάζων αυτήν, έμφοβος και μη εννοών.

– Σύρε στο καλό, με τη σκαμπαβία, Μαθιέ μου π’λάκι μου, του είπε με τόνον ειλικρινούς συγκινήσεως το Λιαλιώ’ κρίμας που είμαι μεγαλύτερη στα χρόνια από σένα’ αν πέθαινε ο μπάρμπα – Μοναχάκης θα σ’ έπαιρνα.

Η εικοσιπεντάχρονη Λιαλιώ είναι μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες γυναίκες του Παπαδιαμάντη. Και οι ξαφνιαστικές και πολυσήμαντες γυναίκες στο έργο του Παπαδιαμάντη  είναι πολλές.

*

Η νοσταλγός δημοσιεύτηκε στα 1894, όταν ο Παπαδιαμάντης ήταν πια σαράντα τριών ετών, σε πλήρη συγγραφική ωριμότητα. Δυο χρόνια νωρίτερα είχε δημοσιευτεί ένα από πλέον χαρακτηριστικά αυτοβιογραφικά του διηγήματα, το ολόγυρα στη λίμνη. Εκεί ο αφηγητής θυμάται όσα είδε και βίωσε στα δεκατέσσερα χρόνια του. Η αφήγηση πλέκεται αριστουργηματικά γύρω από ένα ναυπηγείο, τη θάλασσα, μια λίμνη και δυο ακόμα πρόσωπα: τον παιδικό φίλο Χριστοδουλή και τον προεφηβικό έρωτα (και των δυο τους) τη νεαρή, λίγο μεγαλύτερη από αυτούς, Πολύμνια. Η Πολύμνια γίνεται αντικείμενο ερωτικού πόθου, όπως πάντα στον Παπαδιαμάντη, επειδή είναι όμορφη και έχει ωραίο κορμί:

Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πως διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώτα και τα ερυθρά μήλα των παρειών, με τον μελίχρυσον λαιμόν και με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπισθεί δια να εξέλθη και απολάυση την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της, με τα μακρά ματόκλαδα,  ως πτεροφόρος οιστός, σ’ εσαΐτευε γλυκά εις την καρδίαν. Ενθυμείσαι! Οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς, δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη;

Ο μεγάλος κοσμοκαλόγερος είχε μπει από  μικρός στα βάσανα του έρωτα. Του ανεκπλήρωτου έρωτα, φυσικά. Γιατί κι αν η φιλία με το Χριστοδουλή εχάλασε, ουδέν προέκυψε με την Πολύμνια, ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον:

Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο δια σε ή δι’ εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλυτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναται τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν’ απατηθή;

Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ, ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινεν ναυτικός περίφημος, αλλ’ από ετών δεν ήκουσες τι περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν, καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.

Θέλει να πει: ουδέν πράττεις εις τα ερωτικά.

Ουδέν κακόν αμιγές καλού, τελικά. Η  απραξία αυτή ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν στον Παπαδιαμάντη να γράψει μερικά από τα καλύτερα διηγήματά του. Ας δούμε πως ιστορείται ο ανεκπλήρωτος ερωτικός πόθος σε μερικά ακόμα.

*

Το ώχ! βασανάκια, δημοσιευμένο στα 1894, είναι ένα από τα κομψότερα και τα πιο ερωτικά διηγήματα του αγίου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Με επίκεντρο το σχολείο αρρένων της εποχής, πρωταγωνιστεί ο πρώιμος ίμερος των μαθητών της τρίτης τάξης για τα συνομήλικά τους κοριτσόπουλα, που συγκεντρώνονται σε μια ταράτσα απέναντι.

Ο εις εκ των μαθητών της Γ’ τάξεως, υψηλός, οστεώδης, με ζωηρόν βλέμμα, φαινόμενος να είναι τουλάχιστον δεκαεξαέτης, δεν απέσπα το βλέμμα του από την ταράτσαν εκείνην, την υψηλήν. Έως τότε ψυχή δεν εφαίνετο επάνω εις την ταράτσαν, αλλά μετ’ ολίγον ωραίον κοράσιον, δεκατεσσάρων ετών, με τα ξανθά μαλλιά ξέπλακα εφάνη επί της ταράτσας. Κατόπιν άλλο της αυτής ηλικίας, επίσης με ξανθά μαλλιά, και εν άλλο με μαύρα μαλλιά. Ο μαθητής τότε εκείνος, όστις έπασχε φαίνεται, από πρώιμον έρωτα, ηκούσθη να ψθυρίζει:

– Άχ! βασανάκια, βασανάκια!

Καθώς οι μαθητές της τρίτης μπαίνουν παρά τη θέλησή τους στη  τάξη, η παρέα των κοριτσιών της ταράτσας μεγαλώνει:

Η μικρά αγέλη ηύξησε ταχέως, και θα ήσαν όλα δεκαπέντε έως δεκαοκτώ κοράσια, επάνω εις την ταράτσαν. Ήσαν πρώτον το Μαριώ και το Λενιώ και το Κατερινιώ, τα τρία κοράσια της οικίας. Είτα είχον έλθει από την πρώτην γειτονικήν οικίαν το Ξενιώ και η Κούμπω, δύο ωραίαι μελαχροιναί αδελφαί, η μία δεκατεσσάρων και η άλλη δώδεκα ετών. Μετ’ αυτάς ήλθαν το Φωλιώ το Βελισάρικο και το Μαχώ το Πορταρίτικο, από δύο άλλας παρακειμένας οικίας. Κατόπιν ήλθαν το Κατινιώ, η παπαδοπούλα, και η Ευανθία, η καπετανοπούλα, από την οικίαν της εξαδέλφης των, της Μαχώς, όπου ευρίσκοντο’ ύστερον ήλθαν το Τσιτώ το Ραφτί, και το Ασπασώ το Παναδί, και η Σοφούλα το Μπακιρί, και τελευταίαι ήλθαν η Μόρφω, η Σερετούλα και το Κυρατσώ και το Ασμινιώ, αι αδελφαί της, και προσετέθησαν εις τας άλλας. Όλαι ή σχεδόν όλαι ήσαν ωραία κοράσια με γαλανά όμματα, με μαύρα όμματα, με βαθέα και αμαυρά και οινωπά όμματα, με λευκόν χρώτα, με μελίχρυσον και χνοάζοντα χρώτα, με μαύρους και ούλους βοστρύχους, με μακρούς και ξανθούς και καστανούς πλοκάμους, με ελαφρά βαθουλώματα περί τας κόγχας των οφθαλμών, με ωραία λεπτά ρόδινα ή αβρά και κοράλλινα χείλη, με κυανιζούσας φλέβας, με χαρίεντας λακκίσκους και γελασίνους υπό τας παρειάς, με αναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, με λεπτά τουλουπάνια, με λεπτά και διαφανή αλέμια περί την κεφαλήν, με κοντά φουστανάκια, με λευκάς περικνημίδας, και με συρτάς εμβάδας.

Ο σεμνός αλλά ολοφάνερα ασπαίρων ερωτικός πόθος (ο ίμερος) που αποπνέουν αυτές οι αριστουργηματικές αράδες δεν υστερεί καθόλου σε ένταση, αν τον συγκρίνουμε με εκείνον σε άλλες, πολύ πιο τολμηρές λογοτεχνικές περιγραφές της ελληνικής λογοτεχνίας!

Και τα δύστυχα αγόρια; Τι απόγινε μ’ αυτά;

Η αγέλη των μαθητών αντίκρυσε την αγέλη των κορασίων, και τα βλέμματα έβαλον κατ’ ευθείαν προς το προαύλιον της μεγάλης οικίας με την ταράτσαν, και οι πόδες ηρνούντο να βαδίζωσι προς άλλην διεύθυνσιν.

Τη λύση στο αδιέξοδο δίνει η επίθεση μιας γριάς μάγισσας, της Βότσαινας, στα κορίτσια. Τα αγόρια σπεύδουν να τα προστατεύσουν, μη γνωρίζοντας ότι τα πραγματικά μάγια βρίσκονται αλλού – και δε λύνονται παρά μόνο με το θάνατο.

*

Τα χρόνια περνούν, φτάνουμε στα 1900. Ο Παπαδιαμάντης είναι σχεδόν πενήντα χρονών. Ο ήρωάς του στο όνειρο στο κύμα, τριάντα. Αφηγείται αυτά που του συνέβησαν με τη Μοσχούλα, στα είκοσί του, όταν ήταν ακόμα τσοπανάκος. Μια νύχτα με φεγγάρι κατέβασε το κοπάδι του στο γιαλό και μετά βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς είναι έτοιμος να φύγει…

…την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ’ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορά της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου, συνήθως ελούετο.

Έκαμα δυο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, κει είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…

Έλα Παναγιά μαζί μας… Εδώ, ο πανέξυπνος τεχνίτης της γραφής καταναλώνει κάμποσες παραγράφους όπου ο ήρωας προβληματίζεται πως θα φύγει αποκεί χωρίς να γίνει αντιληπτός. Και όταν η αδημονία του αναγνώστη έχει πλέον κορυφωθεί (στα 1900 είμαστε, μη το ξεχνάμε!) έρχεται η περιγραφή της γυμνής Μοσχούλας, που κολυμπάει στο φεγγαρόφωτο:

Εντοσούτω όσο αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλι σιγά σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων’ έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεάνιδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθεί ως πέντε οργυυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας τας αύρας και τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα’ ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναύς μαγική, η ναύς των ονείρων…

Αλλά αυτά δεν είναι αρκετά! Για πρώτη ίσως (όχι όμως και τελευταία, σε διήγημα) φορά ο Παπαδιαμάντης περιγράφει σωματική επαφή με το αντικείμενο του πόθου, καθώς η Μοσχούλα κινδυνεύει να πνιγεί και ο νεαρός βοσκός βουτάει για να τη σώσει. Επειδή υπάρχουν κάποια όρια που ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει ή δε μπορεί να υπερβεί, η περιγραφή είναι εξαιρετικά λιτή:

Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, δια να δυνηθή ν’ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έλευσα, με την χείραν την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου’ ήθελε την ζωήν της’ ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχεν την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατόρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του…

*

Δεν τελειώνουν εδώ οι ερωτικές αναφορές στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Με μια πρόχειρη αναδίφηση μπορεί κανείς να αναφέρει ακόμα τα αμαρτίας φάντασμα (1900) και τη Φαρμακολύτρια (1900). Δε κάναμε καθόλου λόγο για όσα ασχολούνται με απλώς ανεκπλήρωτους έρωτες, όπως τα ο έρωτας στα χιόνια (1896), έρως – ήρως (1897) ή ακόμα και εκπληρωμένους, αλλά χωρίς έντονη την παρουσία του ιμερικού στοιχείου, όπως ο πανδρολόγος (1902) το καμίνι (1907) ή την αγάπη στο γκρεμό (1913)

Επιφυλασσόμενος να επανέλθω, καιρού επιτρέποντος, στον ερωτικό Παπαδιαμάντη, θέμα το οποίο δεν εξαντλείται εύκολα, υπενθυμίζω ένα μυθιστόρημα το οποίο βρίθει από έρωτα και πάθος: τους εμπόρους των εθνών (1882) περί των οποίων ο αναγνώστης μπορεί να βρει την ερασιτεχνική μου προσέγγιση σ’ αυτόν το σύνδεσμο: https://panosz.wordpress.com/2008/01/21/papadiamandis/

*

Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν που βασιλεύει για τόσα χρόνια  στις αναπνοές και τις σκέψεις μου.

Advertisements