mt_etna_volcano_smoke_ring

Του Γιώργα


Μην τον φυσάς στα μούτρα μου

γιατί μια μέρα κρύα

μπορεί κι’ οι αντικαπνιστές

ναρθούν στην εξουσία

(συγνώμη Διονύση)


Στην πρώτη γυμνασίου, ολοι οι μάγκες καπνίζανε στις τουαλέτες του σχολείου. Πήγαινες για την ανάγκη σου και άν έβρισκες τουαλέτα ελεύθερη έμπαινες στον θάλαμο των αερίων – με μιά συμφωνία ομως.

-Για κατούρημα μόνο, γιατί μετά θα μπούμε για τσιγάρο. Αντε, γιατί τελειώνει το διάλειμμα.


Καμμια φορά την κάναμε κοπάνα σε μια καφετέρια εκεί κοντά ή στα σφαιριστήρια. Ολοι οι άλλοι καπνίζανε.

Τους ζήλευα τότε αυτούς που καπνίζανε. Με το τσιγάρο στο χέρι φαινόντουσαν τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτεροι. Παίρνανε και καμμια πόζα σαν κι’ αυτές του Τζέημς Ντήν ή του Κούρκουλου που βλέπαμε στο σινεμά. Κι’ εγώ βιαζόμουν να μεγαλώσω. Κέρδιζα και χρονιά, κι’ ήμουν και μικροκαμωμένος. Ηταν κι’ η γοητεία της παρανομίας.

Παρόλο που ο καπνός με αηδίαζε, αποφάσισα να πάρω ενα πακέτο. Τόκρυβα στα πιό απίθανα μέρη. Δέν ήξερα πώς καπνίζουν, και δέν ήθελα να το δείξω. Κρατούσα τον καπνό στο στόμα και τον ξαναφυσούσα.

Μια μέρα με πήρανε χαμπάρι.

-Καλά, δέν το τραβάς μέσα; Αν δέν το τραβάς δέν κάνεις τίποτα. Σάν να μή καπνίζεις είναι.


Σάν να μή καπνίζω; Τραβώ κι’ εγώ μια δυνατή ρουφηξιά.

Δέκα λεπτά αργότερα που μπόρεσα να ηρεμήσω απο τον βήχα,κατάλαβα μιά και καλή πως τα δικά μου τα πνευμόνια αντί για το διοξείδιο του άνθρακα προτιμούσαν ένα άλλο αέριο: Το Οξυγόνο!

Σε πολλά μέρη όμως αυτό το αέριο ήταν περιζήτητο και πολύ σπάνιο.

Εμπαινα στο λεωφορείο να πάω στο χωριό μου. Γεμάτο θεριακλήδες. Επιτρεπόταν τότε το κάπνισμα στα λεωφορεία.

-Ρε παιδιά μισή ώρα δρόμος είναι. Δέν μπορείτε να κρατηθείτε;


Την απάντηση την έπαιρνα στον κώδικα των Τσερόκι. Κι’ εγώ αντί να ασκήσω το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής που είχα, να πάω με τα πόδια στο χωριό μου, καθόμουνα στη θέση μου και έβγαζα το σκασμό.

Μεγαλώνοντας αρχίσαμε να πηγαίνουμε στην Ταμάνγκο. Αυτή ηταν μια ντισκοτέκ που μάζευε όλη την Καστοριά. Ολες οι κοπέλες του λυκείου πηγαίνανε εκεί. Ηταν ο πιό ισχυρός μαγνήτης η Ταμάνγκο. Καθώς χόρευες στην πίστα με τους Μπή Τζής να τσιρίζουν «στέιν αλάαα,αααααα,αααάιβ», οι δέσμες των φωτορρυθμικών που διαπερνούσαν τον καπνό, σου δίνανε το μύνημα πως το οξυγόνο σου όπου νάναι τελειώνει, και μετά πρέπει να την βολέψεις με το διοξείδιο του άνθρακα.

Μετά ήρθε το Πανεπιστήμιο. Πολιτικές αναλύσεις στο κυλικείο.

-Ρέ παιδιά μή καπνίζετε τόσο. Θα πνιγούμε.


Αντί άλλης απαντήσεως άκουγες μια ανάλυση για τον σοσιαλισμό που θα δώσει σ’ όλους ίσα δικαιώματα. Για το οτι θα έρθει ήμασταν απόλυτα βέβαιοι. Εμενε να ξεκαθαρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα συνέβαινε αυτό. Αυτά τα δύσκολα προβλήματα τα λύνανε οι γενικές συνελεύσεις στο αμφιθέατρο – μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού. Δέν μπορούσες να αναπνεύσεις, αλλα άμα τον έχανες τον σοσιαλισμό, άντε να τον ξαναβρείς μετά. Γι’ αυτό κάτσε εδώ πέρα και μούλωνε (που λένε και στο χωριό μου).

Η διασκέδασή μας ήταν τα ταβερνάκια. Και τα ρεμπέτικα. Η ατμόσφαιρα στο ταβερνάκι ασορτί με τους στίχους των τραγουδιών.

Πέντε μάγκες στον Περαία

πέρασαν απ’ τον τεκέ

Κάποιος είπε απ’ την παρέα

πα να πιούμε ένα αργιλέ


Καμμια φορά οι φίλοι απο ευγένεια όταν με έβλεπαν να πνίγομαι απ’ τον καπνό λέγαν «Αααααα σε πειράζει; Συγνώμη! Θα φυσάω τον καπνό απ’ την άλλη». Κανείς ποτέ δέν σκέφτηκε να το σβήσει το ρημάδι.

Πηγαίναμε σε κανα μπαράκι. Τα ηχεία να τραντάζονται απ’ την κιθάρα του Ρίτσι Μπλάκμουρ: «Smoke on the waaaater». Ελλείψει του υγρού στοιχείου όμως, ο καπνός κι’ εδώ γέμιζε τον αέρα.

Το είχα πάρει απόφαση πως άν δέν ήθελα να καταπίνω καπνό, δέν μπορούσα να πάω πουθενά. Μόνο το καλοκαίρι ήταν η σωτηρία μου – που όλα αυτά γινόντουσαν έξω. Τό μόνο απαραίτητο εργαλείο ήταν ενα φορητό ανεμούριο για να σε βοηθήσει να κάτσεις στη σωστή πλευρά.

Κάποια στιγμή ήρθε ο νόμος που προέβλεπε χώρους μή καπνιζόντων στα μαγαζιά. «Σωθήκαμε» σκέφτηκα. Λίγα όμως το εφαρμόσαν στην πράξη. Κι’ ακόμη και σ’αυτά σπάνια πάς μόνος σου.

-Πάμε απο κεί που μπορούμε να καπνίσουμε.

-Δέ γίνεται να μήν καπνίσετε ρε παιδιά;

-Καλά είσαι σοβαρός; Καφές χωρίς τσιγάρο; Θα σκάσουμε.


Για μιά ακόμη φορά συνειδητοποιούσα οτι αυτός που έπρεπε να σκάσει ήμουν εγώ. Η μόνη μου ελπίδα ήταν να προσπαθήσω να τους πείσω να το κόψουν. Μάταιος κόπος. Τα επιχειρήματά τους ατράνταχτα.

-Μα τόσοι άνθρωποι πεθαίνουν απ’ το τσιγάρο.

-Κι’ απ’ τα αυτοκίνητα σκοτώνονται ενα σωρό, αλλα δέν σε είδα να πηγαίνεις με τα πόδια.


-Εχεις δεί πόσο μαύρο είναι το πνευμόνι ενός καπνιστή;

-Δικό μου είναι το πνευμόνι, αμα θέλω το κόβω και το ρίχνω στις γάτες. Τι σε κόφτει εσένα;


-Ξοδεύεις κι’ ενα σωρό λεφτά. Ενα πεντακοσάρι τη μέρα. Το χρόνο διακόσια χιλιάρικα.

-Κι’ εσένα που δέν καπνίζεις δέ σε είδα να τα βάζεις στη μπάντα. Κάπου αλλού τα τρώς.


Κι’ έρχεται επιτέλους η μέρα που το κάπνισμα θα απαγορεύεται στους δημόσιους χώρους. Και στα μαγαζιά; Στα μεγάλα ο χώρος των καπνιστών περιορίζεται στο τριάντα τοις εκατό. Τί τριάντα, τί σαράντα , τί πενήντα σκέφτηκα. Και εμείς στο χώρο καπνιζόντων θα την βγάζουμε. Στα μικρά όμως απαγορεύεται τελείως. Τελείως;;;

-Είναι φασιστικό να μήν μπορεί κανείς ελεύθερα να αποφασίζει αν θα κάνει το μαγαζί του χώρο καπνιστών


Κι’ εγώ που με την δημοκρατία χόρτασα μπόλικο διοξείδιο και μονοξείδιο, έχω την κρυφή ελπίδα πως άν δέν πέσει η δικτατορία κι επεκταθεί και στα μεγαλύτερα μαγαζιά, έχω κι’ εγώ την ελπίδα να αναπνεύσω λίγο οξυγόνο.

.

Ενας παθητικός καπνιστής

(για άλλους, ενας αντιπαθητικός αντικαπνιστής)