afrod_knid Του Μιχάλη Μιχελή

Του Πραξιτέλη, που την είχε φτιάξει από παριανό μάρμαρο. Γι’ αυτήν που ο Λουκιανός έγραψε το 2ο αιώνα μ.Χ. ότι ήταν το ωραιότερο άγαλμα της αρχαιοελληνικής τέχνης.
Μάλιστα, για να ‘ναι το άγαλμα σαν ζωντανό, ο Πραξιτέλης το είχε βάψει. Η σάρκα της Αφροδίτης ήταν υπόλευκος, η κόμη της ξανθιά, τα μάτια καστανά με σκιερά βλέφαρα, τα χείλη κόκκινα και οι θηλές του στήθους ρόδινες. Το πρόσωπο εξέπεμπε, θεσπέσια ομορφιά. Λένε, ότι ήταν σαν της Φρύνης, της ξεχωριστής εταίρας, που ήταν η μούσα κι ο πόθος του Πραξιτέλη. Το γυμνό της σώμα, με τις καμπυλωτές γραμμές του, σε αναστάτωνε με την προκλητικότητά του. Η όλη σύνθεση, που αναπαριστούσε τη λουόμενη Αφροδίτη, ήταν ένα δέλεαρ. Απ’ όπου κι αν κοίταζες το άγαλμα, γράφει ο Λουκιανός, ήταν τέλειο.
Κι όμως το περίλαμπρο αυτό έργο είχε ένα ψεγάδι… Ήταν το «σημάδι», στο μηρό της Αφροδίτης. Ένα κουσούρι που βγήκε από μια ιστορία τρελή, φτιαγμένη από τον πηγαίο ερωτισμό που ανάβλυζε το μαρμάρινο είδωλο. Το άγαλμα ξεγέλασε πολλούς με τη ζωντάνια του. Κάποιοι θέλησαν να φιλήσουν την μαρμάρινη θεά του έρωτα. Ένας μάλιστα, κλείστηκε όλη τη νύχτα στο ναό και το πρωί βρήκαν το σπέρμα του, πάνω στο μηρό της Αφροδίτης. Το στίγμα αυτό έγινε μύθος…
Το άγαλμα, με το πέρασμα των χρόνων έγινε θρύλος. Το αντέγραψαν σε νομίσματα, σε πηλό, σε μάρμαρο. Όσοι το είδαν, μαγεύτηκαν τόσο πολύ, που ήθελαν, έστω και σε αντίγραφο, ένα κομμάτι της αίγλης του. Το άγαλμα της Κνίδου, χρόνια αργότερα, το πήρε ο Θεοδόσιος, για να στολίσει το παλάτι του στην Κωνσταντινούπολη. Ο χριστιανός βασιλιάς, που ατίμασε την ειδωλολατρία, που τιμώρησε τις παγανιστικές δοξασίες και σταμάτησε τους Ολυμπιακούς αγώνες, για να μη λατρεύεται το ανθρώπινο σώμα, μπροστά στη θέα της Αφροδίτης, ξέχασε όλες τις αυστηρές εντολές του. Οι χριστιανοί αγιογράφοι του Βυζαντίου, στην ομορφιά της Αφροδίτης, στην αρετή που εξέπεμπε το θεϊκό της πρόσωπο, είδαν την δική τους Παναγία. Για τα σεπτά ήθη του χριστιανισμού, το ειδωλολατρικό γυμνό σώμα που είχε φτιάξει το καλέμι του Πραξιτέλη, ήταν πρόκληση. Όμως το πρόσωπο ταίριαζε στα δικά τους πρότυπα. Όταν λοιπόν φτιάχτηκε η εικόνα της Μαρίας της Παρθένου, φάνηκε η μορφολογική ομοιότητα της με την θεά των αρχαίων Ελλήνων. Η Θεοτόκος και η Αφροδίτη της Κνίδου, μοιάζανε σαν δυο σταγόνες.
Το μυθικό άγαλμα της Κνίδου καταστράφηκε, στη μεγάλη φωτιά του 11ου αιώνα, που σάρωσε τα παλάτια του Βυζαντίου. Έκτοτε, μόνο καλά λόγια άκουγες γι’ αυτό, σαν παραμυθιού ιστορία, σαν μια οπτασία, που πέρασε κι άφησε στους αιώνες τα ίχνη της.