vBJPyfvbKJ6QfTk8NkPU9g

 

Αντιγράφω το (συγκλονιστικό μέσα στην αφέλειά του) άρθρο από εδώ: http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=5607

 

*

 

Μπορεί η Ελλάδα να δείξει το δρόμο; /των ‘Αντονι Μπαρνέτ και Μέρι Κάλντορ

 

Στις 4 Οκτωβρίου οι Έλληνες εκλογείς υπερψήφισαν το αντιπολιτευόμενο σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ κι έδωσαν απόλυτη πλειοψηφία στον ηγέτη του Γιώργο Παπανδρέου. Το αποτέλεσμα αυτό αντιβαίνει στις ευρωπαϊκές εκλογικές τάσεις, που παντού ενισχύουν την κεντροδεξιά. Η Νορβηγία ίσως να μπορεί να θεωρηθεί επίσης εξαίρεση, αλλά η οικονομία της επωφελείται από τα πλούσια ενεργειακά της αποθέματα. Στην Πορτογαλία επίσης, η αριστερά επικράτησε και πάλι, αλλά με μειωμένη πλειοψηφία. Αντιθέτως, στην Αθήνα η δεξιά συντρίφτηκε.

 

Αν και πολλοί πολιτικοί αναλυτές αναγνώρισαν τη σημασία αυτού του εκλογικού αποτελέσματος, οι περισσότεροι το θεώρησαν απλά ως ένδειξη της βαθιάς απογοήτευσης των Ελλήνων από την αποτυχημένη συντηρητική κυβέρνησή τους. Μερικοί μάλιστα έφτασαν στο σημείο να υποστηρίξουν πως η ηχηρή υποστήριξη προς τη μεταρρυθμιστική πρόταση του ΠΑΣΟΚ, «στην πραγματικότητα» εξέφραζε το συντηρητισμό και τη στασιμότητα μιας μικρής χώρας, όπου η πολιτική είναι υπόθεση πολιτικών δυναστειών. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η εκλογή Παπανδρέου είναι έκφραση συντήρησης, όχι προοδευτικότητας.

 

Θεωρούμε πως κάνουν λάθος. Ασφαλώς και η βαθιά ριζωμένη διαφθορά, οι πελατειακές σχέσεις και τα υπερδιογκωμένα ελλείμματα θα υπονομεύσουν τη νέα κυβέρνηση και θα την εμποδίζουν να εκπληρώσει το θαυμαστό μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα. Αλλά ο Παπανδρέου είναι ένας εξαιρετικά εφευρετικός και ανοικτόμυαλος πολιτικός που θέλει να μετατρέψει την Ελλάδα σε εργαστήριο πρωτοπόρων απαντήσεων στην οικονομική και περιβαλλοντική κρίση και τα διεθνή προβλήματα που αντιμετωπίζει ολόκληρη η Ευρώπη.

 

Ο Παπανδρέου προτείνει μία μεταρρυθμιστική διαδικασία με τρεις πυλώνες:

  • Μία στρατηγική «πράσινης ανάπτυξης» για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη
  • Μία πολιτική ζωή βασισμένη στη συμμετοχή και τη λογοδοσία, με βάση τη διαβούλευση και άλλες μορφές άμεσης δημοκρατίας
  • Μία εξωτερική πολιτική με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί άσκησης της διπλωματίας χωρίς τους πολίτες

Επί είκοσι χρόνια, ο νεοφιλελευθερισμός περιόρισε τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις σε πολιτικές «τριγωνοποίησης»: το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό στο Ηνωμένο Βασίλειο, πατρίδα των «νέων Εργατικών» και του δύσμοιρου «τρίτου δρόμου» τους.

 

Ο Παπανδρέου επιχειρεί να ξεφύγει από αυτό το πλαίσιο και να πρωτοπορήσει στην Ευρώπη, διαμορφώνοντας ένα προοδευτικό υπόδειγμα για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, ανάλογο με ό,τι συμβαίνει στην Αυστραλία και ίσως -αν και είναι νωρίς ακόμα να αποφανθούμε- στην Ιαπωνία.

 

Γνωρίσαμε από πρώτο χέρι ένα μικρό τμήμα της μορφωτικής διαδικασίας που βρίσκεται πίσω από τη στρατηγική Παπανδρέου. Συμμετείχαμε, με πολλούς άλλους, στα «συμπόσια της Σύμης», που τα ξεκίνησε ο Παπανδρέου εδώ και 12 χρόνια. Τα σεμινάρια αυτά, που πήραν το όνομά τους από το νησί του Αιγαίου Πελάγους όπου διοργανώθηκε η πρώτη συνάντηση, είναι άτυπες συναντήσεις εργασίας που συνδιοργανώνουν το «ίδρυμα Ανδρέας Παπανδρέου» και το «κέντρο Όλαφ Πάλμε», με σκοπό την ανταλλαγή ιδεών για το μέλλον της αριστεράς.

 

Μετά την πρώτη συνάντηση της Σύμης, ο Παπανδρέου φιλοξενούσε κάθε χρόνο τη συνάντηση σε διαφορετικό νησί της Μεσογείου, με τη συμμετοχή κορυφαίων πανεπιστημιακών, ακτιβιστών και πολιτικών από ολόκληρο τον κόσμο, με σκοπό να συζητήσουν πώς είναι δυνατό να έρθει ένας καλύτερος κόσμος. Από τα σεμινάρια αυτά προήρθε μια πολιτική σκέψη που μπορεί να αποκληθεί «σχολή της Σύμης»: μια σειρά από νέες, προοδευτικές προσεγγίσεις σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, λειτουργίας της δημοκρατίας ή της οικονομίας, στο νέο πλαίσιο προκλήσεων και πιέσεων που θέτει η παγκοσμιοποίηση.

 

Η ιστορία των «σεμιναρίων της Σύμης» μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους: τα πρώτα έξι σεμινάρια διοργανώθηκαν επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Ο Παπανδρέου τότε ήταν ως επί το πλείστον ένας οραματικός υπουργός εξωτερικών συμπεριλαμβανομένου του εξαμήνου που η Ελλάδα προήδρευε της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Τα έξι αυτά χρόνια, τα σεμινάρια ασχολήθηκαν κυρίως μετ το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. Στο πρώτο σεμινάριο συναντήθηκαν ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και πολιτικοί από ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ευρώπη, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα περιφερειακά προβλήματα και να μετριαστεί η κυρίαρχη αίσθηση της «βαλκανοποίησης» της περιοχής. ‘Αλλα σεμινάρια ασχολήθηκαν με τον Καύκασο ή τη Μέση Ανατολή.

 

Ως υπουργός εξωτερικών, ο Παπανδρέου εφάρμοσε επανειλημμένα στην πράξη τις αντιλήψεις του περί άμεσης δημοκρατίας και διπλωματίας των πολιτών, ιδίως όταν κάλεσε την ελληνική κοινωνία να βοηθήσει τον τουρκικό λαό που είχε πληγεί από μεγάλους σεισμούς. Η ανταπόκριση των πολιτών υπερέβη κάθε προσδοκία και παρείχε τη βάση για την επακόλουθη διπλωματική προσέγγιση Ελλάδας-Τουρκίας.

 

Αλλά το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στην εξουσία για σχεδόν είκοσι χρόνια, και κατευθυνόταν αναπότρεπτα προς την εκλογική ήττα. Στις αρχές του 2004, ο Παπανδρέου εκλήθη να αναλάβει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφευχθεί η αναμενόμενη εκλογική ήττα. Αν και η δεξιά Νέα Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Καραμανλή, πέτυχε μια πεντακάθαρη εκλογική νίκη, ο Παπανδρέου κατόρθωσε να μειώσει στο ήμισυ τη διαφορά που είχε κληρονομήσει και απέκτησε αρκετό προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο ώστε να ξεκινήσει τη μακρά πορεία του προς την πολιτική του αντεπίθεση.

 

Όταν το κόμμα του Παπανδρέου υπέστη και δεύτερη εκλογική ήττα, το 2007, υπήρξε μια εσωκομματική προσπάθεια να ανατραπεί από την ηγεσία του κόμματος. Εν πολλοίς η αντίδραση στον Παπανδρέου οφειλόταν στις προσπάθειές του να μεταρρυθμίσει το ΠΑΣΟΚ, του οποίου η πολιτική εικόνα αμαυρωνόταν από κρούσματα διαφθοράς. Ο Παπανδρέου είχε επίσης να διαχειριστεί την πολιτική κληρονομιά του πατέρα του Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε ιδρύσει το ΠΑΣΟΚ με την επιστροφή του από την πολιτική αυτοεξορία, ώστε να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατίας μετά τη στρατιωτική δικτατορία 1967-1974. Η δημοφιλία του Παπανδρέου του πρεσβύτερου δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, αλλά η πολιτική του ελκυστικότητα οφειλόταν στο λαϊκισμό του και η πολιτική του απήχηση στη διαμόρφωση πελατειακών σχέσεων.

 

Ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν αποφασισμένος να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος. Ως υπουργός εξωτερικών, είχε ήδη επιδείξει σπάνια ικανότητα να ασκεί τολμηρή και πετυχημένη εξωτερική πολιτική. Ως ένας σύγχρονος άνθρωπος, σπουδαγμένος στην Αμερική, που μιλά με άνεση σουηδικά, ο τρόπος ομιλίας του απέχει από το στομφώδες ύφος που συνηθίζουν οι Έλληνες πολιτικοί. Αν και αρχικά ήταν επιφυλακτικός με την ιδέα να αναμειχθεί με την πολιτική, στοχεύει σήμερα να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια σύγχρονη, αδιάφθορη πολιτεία.

 

Μετά το 2004, με τον Παπανδρέου εκτός εξουσίας, μια σειρά από αναγκαστικά πιο λιτά «σεμινάρια της Σύμης» ασχολήθηκε με το ζήτημα της ανανέωσης της προοδευτικής πολιτικής. Πρώτη απόφασή του ήταν να ασχοληθεί με το ζήτημα της δημοκρατίας αυτής καθ’ εαυτήν, υπό το πρίσμα της μαζικής δυσαρέσκειας και της μείωσης της συμμετοχής των πολιτών στις εκλογές, φαινομένων που δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Αυτό ήταν το θέμα του συμποσίου του 2004. Σε μια συνέντευξή του στο «όπεν ντεμόκρασι» τόνιζε πως «το βασικό μήνυμα που είχαν οι εκλογές για μένα ήταν πως χρειάζονταν πολύ περισσότερες αλλαγές στο πώς κάνουμε πολιτική, παρά στο προγραμματικό περιεχόμενο των διακηρύξεών μας».

 

Παράλληλα ο Παπανδρέου ερευνούσε καινοτόμα λογισμικά ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και ηλεκτρονικής δημοκρατίας, αλλά και νέες μορφές διαβούλευσης και ανοικτών προκριματικών εκλογών. Αξιοποίησε την καινοτόμα εργασία του «κέντρου διαβουλευτικής δημοκρατίας» του Στάνφορντ, ο Παπανδρέου προκάλεσε μια «διαβουλευτική δημοσκόπηση» με την οποία επέλεξε το 2006 τον υποψήφιο δήμαρχο του ΠΑΣΟΚ για το Μαρούσι, ένα προάστιο των Αθηνών. Και όταν αμφισβητήθηκε η ηγεσία Παπανδρέου μετά την ήττα του ΠΑΣΟΚ το Σεπτέμβριο του 2007, αυτός απάντησε στην πρόκληση καλώντας όλους τους πολίτες, μέλη και μη-μέλη του ΠΑΣΟΚ να ψηφίσουν για τον νέο πρόεδρο του κόμματος. Αμφότερες οι παραπάνω προσεγγίσεις θεωρήθηκαν ως προσπάθειες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να περιορίσει την επιρροή των παραδοσιακών κομματικών μηχανισμών του κινήματος αλλά και να ανοίξει τις θύρες του ΠΑΣΟΚ στο επιφυλακτικό κοινό.

 

Αν και συνέχισαν να ενδιαφέροντα για έναν «άλλο» τρόπο άσκησης της πολιτικής, τα «συμπόσια της Σύμης» επικεντρώθηκαν και σε άλλες κρίσιμες πλευρές της σύγχρονης ζωής. Το 2006 ασχολήθηκαν με τη διαμόρφωση των πόλεων και τις μεταναστευτικές πολιτικές. Το 2007 με την κλιματική αλλαγή. Ο επείγον χαρακτήρας της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας αναδείχθηκε επώδυνα με τις μεγάλες πυρκαγιές που σάρωσαν εκείνη τη χρονιά την Ελλάδα. Το 2008, το «συμπόσιο της Σύμης» ασχολήθηκε με τις δασικές πυρκαγιές, αλλά και την ενέργεια, και την κρίση των διεθνών οργανισμών. Για όσους ακούσαμε τους νομπελίστες Αμάρτια Σεν (Amartya Sen) και Τζο Στίγκλιτζ (Joe Stiglitz), που συμμετείχαν στο σεμινάριο, η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 δεν ήταν και τόσο απρόσμενη.

 

Αλλά το πιο σημαντικό προϊόν των πρόσφατων «συμποσίων της Σύμης» ήταν η ανάδυση της έννοιας της «πράσινης ανάπτυξης» ως εναλλακτικής λύσης τόσο στο νεοφιλελευθερισμό όσο και στην παλιά κρατικιστική αριστερά, αλλά και ως μεθόδου υπέρβασης της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Η πράσινη ανάπτυξη είναι ο μόνος τρόπος οικονομικής ανάπτυξης που είναι ταυτόχρονα περιβαλλοντικά και οικονομικά βιώσιμος και συνεισφέρει στην εξοικονόμηση ενέργειας αλλά και την άνοδο της παραγωγικότητας. Η πράσινη ανάπτυξη είναι τοπική και αποκεντρωμένη, και απαιτεί ταυτόχρονα κρατική παρέμβαση και λειτουργία της αγοράς. Ο Παπανδρέου θεωρεί την πράσινη ανάπτυξη ταυτόχρονα αναγκαιότητα αλλά και ευκαιρία για την Ελλάδα. Η Ελλάδα αναμένεται να είναι μια από τις περιοχές που θα πληγεί σκληρότερα από την κλιματική αλλαγή καθώς είναι ευάλωτη στην ερημοποίηση, που θα υπονομεύσει τη βασισμένη στο τουρισμό οικονομία της. Ταυτόχρονα όμως, διαθέτοντας άνεμο και ήλιο εν αφθονία, έχει όλα τα φόντα να γίνει πρωτοπόρος στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

 

Ζούμε σε μια εποχή που όλοι οι πολιτικοί λένε στους ψηφοφόρους πως τους προσφέρουν ριζικές λύσεις στις «νέες προκλήσεις της εποχής» και υπόσχονται να είναι «διαφορετικοί». Όπως είναι φυσικό, παρόμοιες μεγαλοστομίες τελικά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να επιδεινώνουν το κυνισμό του κόσμου, με τη συνεισφορά βέβαια της οκνηρής και μολυσμένης από την κοινοτοπία δημοσιογραφίας. Οι δημοσιογράφοι θα ήταν χρησιμότεροι αν ερευνούσαν κατά πόσον οι προεκλογικές «δεσμεύσεις» και τα γεμάτα υποσχέσεις προγράμματα περιέχουν ιχνοστοιχεία έστω τεκμηρίωσης και αληθινής πρόθεσης να εφαρμοστούν.

 

Από αυτήν την άποψη, μπορούμε να εγγυηθούμε πως την τελευταία πενταετία ο Γιώργος Παπανδρέου οργάνωσε μια σπάνια διαδικασίας αναστοχασμού, μελέτης και διαλόγου.

  • Πρώτον, για τη λειτουργία της δημοκρατίας.
  • Δεύτερον, για τις πολιτικές που θα εξασφαλίσουν μεγαλύτερη ισότητα και πιο λειτουργικές απαντήσεις στα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας, με την ανάπτυξη της έννοιας της πράσινης ανάπτυξης.
  • Τρίτον, με το ξεπέρασμα του ελιτισμού της εξωτερικής πολιτικής στην αντιμετώπιση των μεγάλων διεθνών προβλημάτων (όπως της μετανάστευσης) με την ενεργό ανάμειξη και όχι τον αποκλεισμό της κοινωνίας των πολιτών. Αν υπάρχει στην Αθήνα πολιτικός που να μπορεί να συμβάλει στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος, αυτός δεν είναι άλλος από τον Παπανδρέου, που είναι ο μόνος που αναζητά μια έξυπνη συμφιλίωση στο νησί.

Ο Γιώργος Παπανδρέου και η ομάδα του καλούνται να αντεπεξέρθουν σε πολύ δύσκολες προκλήσεις και θα ήταν ανόητο για τον οποιοδήποτε να προεξοφλήσει την επιτυχία τους. Αλλά ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη η αριστερά εμφανίζεται εξαντλημένη και στερεμένη από ιδέες, ο Παπανδρέου ανάλαβε μια έμπρακτη προσπάθεια να προετοιμάσει την αλλαγή. Η πρωτοτυπία του δεν πρέπει να υποτιμάται, ούτε να απαξιώνεται. Μακάρι ο νέος Έλληνας πρωθυπουργός να ανοίξει δρόμους για ολόκληρη την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά.


Ο Anthony Barnett είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Η Mary Kaldor είναι καθηγήτρια του LSE

Advertisements