Toυ cirut

Ο μικρός Βάκης περπατούσε αργά, για ώρα. Ιάκωβο τον βάφτισε ο νονός του και γω ίσως νάχα τρέξει να προλάβω στον πατέρα του το όνομα, αφού το έθιμο του απαγόρευε να βρίσκεται στην εκκλησία, έμενε σπίτι και έδινε γερό μπαξίσι στον γοργότερο ονοματοκομιστή. Ύστερα όλη η μαρίδα, έτρεχε πίσω στην εκκλησία στο νονό, που ξανατρατάριζε τον κομιστή και ύστερα πέταγε χούφτες κέρματα – «αλαμούρα», για το καλό. Αν ήταν και κουβαρντάς η μια μαγική ριξιά, γινόταν δυο και τρεις. Ακόμα θυμάμαι τα ιπτάμενα κέρματα, να γυαλίζουν κάποια στιγμή στον ήλιο κι ύστερα να μεταμορφώνονται σε καραμέλες, σοκολατάκια, βανιλίτσες και παιδικά ονειράκια. Μήνες μετά ψάχναμε ακόμα πενηνταράκια, στα πετραδάκια και στα χώματα. Τα πόδια του Βάκη ήταν βαριά. Δούλευε απ’ το πρωί. Παραγιός σε καφενείο. Δεν ζητούσε απ’ τους γονείς του λεφτά. Ή μάλλον μόνο μια φορά. «Δεν έχω να σου δώσω, παιδί μου, όταν έχω σου δίνω μοναχιά μου», τα ξεκαθάρισε απολογητικά η μάνα του. Δεν ξαναζήτησε. Ήταν καλό παιδί! Ήξερε τι είναι η υποχρεωτική  χειραφέτηση της ανάγκης. Ή δουλεύεις ή χαρτζιλίκι δεν έχει. Μαζί με το σκολειό έκανε μικροθελήματα και τα κουτσόφερνε. Και όλο το καλοκαίρι το δούλευε.

Μα ύστερα από έντεκα ώρες στο καφενείο, το βάρος ήταν μεγάλο για ένα μικρό παιδί. Στα πρώτα γυμνασιακά χρόνια. Νύσταζε, μα δεν πήγαινε σπίτι. Κοιμόταν όρθιος στην ουσία. Βγήκε από τα αραιά σπίτια στην ερημιά, άφησε και τη δημοσιά και περπατούσε σ΄ ένα χωράφι με κοντά χόρτα, που του χάιδευαν τα πόδια. Κοιτούσε τον καλοκαιριάτικο ουρανό, σα να περίμενε το μάνα της ξεκούρασης. Τα αστέρια πάνω ήταν αχνά, μιας και στην άκρη του θόλου ένα φεγγαράκι ετοιμαζόταν να καταλάβει τη σκηνή. Ακούγονταν μόνο κάπου κάπου αμάξια στο δημόσιο και παραπέρα η κυματιστή διαπνοή των δέντρων, που αναδίπλωνε τα φύλλα ανασαίνοντας.  Ίσως και κάποια βαριεστημένα τριζόνια, που δεν τρόμαζαν τις λίγες πυγολαμπίδες στους θάμνους. Ξάπλωσε κατάχαμα. Όσα ήταν τα μικρολούλουδα γύρω απ’ το κεφάλι του, τόσες ήταν και οι σκέψεις του, μα περισσότερο ανάκατες απ’ αυτά, που φύτρωναν σε κανονικά διαστήματα χωρίς να μπλέκονται το ένα με το άλλο. Δε χαμογελούσε, μα δεν είχε και κανένα λόγο να λυπάται. Απλά κάποια προεφηβική μελαγχολία περπατούσε σαν αλαφρός αραχνοϊστός στο πρόσωπο του.

«Θα σπείρω», ψιθύρισε αναζητώντας κάποια χαρά. «Σαν εκείνον τον Αυνάν της Βίβλου». Χαϊδεύτηκε, όπως έκανε κι άλλες φορές σε τούτο το εξοχικό ερημητήριο, έχοντας στο νου του όλες τις μελλοντικές γυναίκες της ζωής του, που δε μάντευε ούτε το πρόσωπο τους. Όλες οι μελλοντικές ερωμένες έφτιαχναν εκείνο το μούδιασμα που τον παρέλυε. Χαμένος στις ενοράσεις του βρέθηκε στο στόχαστρο ενός θεόρατου λαμπερού φεγγαριού, που στο κάτω μέρος πατούσε στη γη και στο πάνω καταλάμβανε σταδιακά το στερέωμα, σα μια πτυσσόμενη ουράνια σκάλα, που όποιος την προλάβαινε θα άμπωχνε τις επιθυμίες του στα ουράνια. Σηκώθηκε γι’ αυτό, σα για να στείλει από κοντύτερα στο φεγγάρι τη δική του πεθυμιά, μαγεμένος, μια μισόγυμνη παιδική, σκοτεινή κουκίδα μέσα στο ολόγιομο πορτοκαλί παραμύθι. Η πεθυμιά -γυναίκα που αναζητούσε, ίσως υπήρχε εκεί κάπου στη σελήνη, σε κείνες τις μαβιές ξερές θάλασσες, που σκούραιναν τη στρόγγυλη πορτοκαλένια ώχρα. Θες η κούραση, θες οι νεανικοί καημοί του, τον σήκωσαν από το έδαφος, σαν να πετούσε με ασφάλεια στο περίγραμμα του φεγγαριού.

Ένας μεγάλος ίσκιος ξεπήδησε από τα χαμόκλαδα παραπέρα και πήδησε άξαφνα πάνω του. Τον έριξε κάτω στο χώμα, με τον όγκο, τη δύναμη και τη φόρα του. Τρόμαξε. Ένιωσε τόσο ανήμπορος, με ένα τέρας να κάθεται πάνω του και να τον απειλεί. Άνοιξε λίγο μόνο τα ματόφρυδα, μα τα ξανάκλεισε παγώνοντας, σαν είδε ένα τεράστιο κεφάλι λαχανιασμένου ζώου με ανοιχτό στόμα, που μπορούσε να κάνει να, μια χαψιά το κεφάλι του. Λύκος, σκύλος ή βαριό ξωτικό; Ό,τι και να νάταν, τον είχε στη διάθεση του. Μα αντί για δόντια στο λαιμό του ένιωσε μια μεγάλη υγρή βούρτσα να τον γλύφει, γρυλλίζοντας παιγνιδιάρικα. Έμεινε ακίνητος για λίγο. Ύστερα άνοιξε ξανά τα μάτια ξεθαρρεμένος, σπρώχνοντας το μεγάλο όγκο από πάνω του. «Με κατατρόμαξες, παλιόσκυλο», έκανε και ανασηκώθηκε, προσπαθώντας να ντυθεί.

Τώρα ακούστηκε μια κοριτσίστικη φωνή, «Μάρκο, Μάρκο άσε τον άνθρωπο, χαζοκούταβο». Μια κοπέλα πλησίασε διστακτικά. «Μη τον φοβάστε δε δαγκών…». Εκείνη τη στιγμή πρόσεξε τη γύμνια του Ιάκωβου και γύρισε ανάποδα. Άνοιξε η γη να τον καταπιεί. Ίσως ευχόταν να τον είχε φάει ο σκύλος. «Να, κοίταζα, κοίταζα …το φεγγάρι και..». Σαν το πρόβλημα νάταν αυτό. «Με λένε Μερόπη», έκανε το κορίτσι ανάποδα ακόμα, λίγο φοβισμένα, ξεπερνώντας ωστόσο το δύσκολο. «Μένουμε εδώ, στο τελευταίο σπίτι. Κι ο πανούργος ετούτος, δε χάνει ευκαιρία να την κοπανάει. Κι αν ξεμυτίσει νύχτα, χάθηκα και γω. Με μαλώνουν οι δικοί μου και παίρνω τις ρεματιές, να τον βρω». Δε φοβόταν τα σκοτάδια. Γενναίο κορίτσι. Τόδειχνε η σιγουριά της και η φωνή της.

Μετά την πρώτη ταραχή, τα πράγματα πήραν κάποιες θέσεις ισορροπίας. Κανείς από τους δυο νέους δεν ήθελε να φύγει κι ας είχαν γίνει όλα αυτά τόσο άβολα. Τώρα από μακρυά, οι σκοτεινές προβολικές κουκίδες στο φεγγάρι είχαν γίνει δυο (και μια τρίτη τετράποδη, κοντύτερη), σε μικρή απόσταση ανάμεσα τους. Ύστερα κάθισαν κάτω, ο Βάκης χωριστά η Μερόπη κι ο Μάρκος αγκαλιά παραπέρα. «Ήρθα, ήρθα εδώ για το ..φεγγάρι. Δούλευα όλη μέρα και δεν ήθελα να πάω σπίτι. Θάταν σα για να θάψω την κούραση στον ύπνο, μα αυτό δε γίνεται όταν είσαι παιδί. Θέλω να πηγαίνω για ύπνο με μια ελπίδα, με ένα μυστικό της ζωής στη σκέψη μου. Καταλαβαίνεις;». Το κορίτσι κούνησε το κεφάλι. «Ναι, είναι πιο όμορφο όταν πας στο κρεβάτι σου να  σκέφτεσαι κάτι μεγαλύτερο από τη στιγμή. Και γω έτσι κάνω. Αρχίζω τα όνειρα από όνειρα». Το φεγγάρι είχε πια ξεκολλήσει από τη γη, μίκρυνε λίγο και ταξίδευε αργά αργά στο άπειρο. «Τόχω ζωγραφίσει χιλιάδες φορές», εκμυστηρεύτηκε το κορίτσι. «Το έχω δει με όλα τα χρώματα του και σ΄ όλα τα μεγέθη του». Ύστερα έμειναν αμίλητοι να κοιτούν το φεγγάρι και με κλεφτές ματιές, ο ένας τον άλλο, κρυμμένες στο σύθαμπο του περίγυρου και του  βασίλειου της παιδικής ηλικίας.

Μια φωνή ακούστηκε από το σπιτάκι στο βάθος. «Η μάνα μου», έκανε το κορίτσι σκιαγμένο. «Φεύγω». Έδωσε μια μικρή σκουντιά με το δείκτη της, στο στήθος του Βάκη και εξαφανίστηκε, σα φευγαλέο σύννεφο στο σκοτάδι. Έμεινε ο Βάκης πάλι μόνος με το φεγγάρι….Μα αυτή τη φορά δεν τον ένοιαζαν οι βαθιές σκοτεινιές και οι χαράδρες του. Ο σκύλος τον σάλιωσε για τελευταία φορά και πήρε το κατόπι του κοριτσιού.

Η πόλη με το ρεαλισμό της τον καλούσε σπίτι του και έφυγε τρέχοντας σχεδόν και τραγουδώντας. «Έχω και γω φεγγάρι», καμάρωνε, η ψυχή του γελούσε και η κούραση έφυγε, σαν να του την πήραν όλοι οι άλλοι. Το ερημητήριο έγινε πια συνωμοτικό κρησφύγετο, το μικρό του εξοχικό μυστικό. Αν ήθελε να τη βρει ήξερε πού και πώς. Θα σφύριζε συνθηματικά του σκύλου, αυτός θα ξεπόρτιζε και η Μερόπη θα έτρεχε να τον αναζητήσει. Τα παλιά κουραστικά ξεπορτίσματα του σκύλου, έγιναν τώρα γλυκειά αναμονή. Το ζώο έγινε για χρόνια, μέρος της μικρής ίντριγκας, με ενθουσιασμό.

Κάτω μούγκριζε ο αυτοκινητόδρομος. Ο θόρυβος, μια ανόητη παραφυάδα της «προόδου», πάλευε να τρυπώσει από τα τζάμια. Σκιές αεροπλάνων σιδέρωναν τα ψηλά κτίρια και το μουγκρητό τους έψελνε τον ύμνο της σύγχρονης εποχής. O νεαρός έψαξε για ώρα να ξεχωρίσει τα γραφεία που τον ενδιαφέραν, στον ψηλό τούτο όροφο. Καμιά δεκαριά ασανσέρ, τέσσερα, πέντε κλιμακοστάσια και καμιά διακοσαριά πόρτες, συνέθεταν ένα περίπλοκο παζλ. Τέλος διάλεξε προορισμό και μπήκε. Η γραμματέας της υποδοχής πετάχτηκε πάνω ανήσυχη. «Τι,…τι θέλετε;». «Τον κύριο Κωνσταντινίδη». Η κοπέλα δεν έκρυψε τη δυσφορία της. Ο νεαρός φορούσε ρούχα φτωχικά, σκισμένα (από μόδα μάλλον), είχε μακρυά σγουρά και ατημέλητα μαλλιά. Ήταν εκτός τρέχοντος πρωτοκόλλου, σίγουρα. «Σας περιμένει, ο κύριος Κωνσταντινίδης;». Ο νεαρός την κοίταξε εκνευρισμένος. «Μη σκανιάζεις, καλή μου. Και γω εδώ δουλεύω. Πες του, ο Καλαμάρας ήρθε. Απ΄ την κατάληψη. Να δω πόσο θα χαρεί». Η κοπέλα θορυβήθηκε. Σκιάχτηκε λιγάκι. «Μήπως πρέπει να φύγετε;». «Σου είπα, καλέ. Πες του. Ο Καλαμάρας. Αυτός με ζήτησε άλλωστε!». Η γραμματέας εξαφανίστηκε για λίγο. «Περάστε», είπε όταν επέστρεψε. Ξερόβηξε. «Μήπως μπορείτε να σκουπίστε τα ..παπούτσια σας. Θα λερωθεί το χαλί». Ο εισβολέας έφτυσε κάτω, την αγριοκοίταξε και κατευθύνθηκε στο γραφείο, ενώ εκείνη τον κοιτούσε άναυδη.

«Καλώστον», έκανε ο κύριος Κωνσταντινίδης και σηκώθηκε, «ναι, είπα θέλω να σε δω, δεν είπα νάρθεις και στο γραφείο μου!».

«Μη στεναχωριέσαι, αφεντικό. Μόλις μου δώσεις το παραδάκι, που μου οφείλεις, θα φύγω και συ ύστερα μπορείς να κάνεις δήλωση, ότι ήρθε και σου διαμαρτύρεται ο αρχηγός της κατάληψης, της ψωραποθήκης σου. Χαράς στο σαράβαλο, δηλαδή».

«Μη μιλάς έτσι. Έχουμε συμφωνία οι δυο μας. Συμφωνία κυρίων».

«Α, ναι. Χα, χα. Δυο κύριοι συμφώνησαν, εγώ να τρώω ξύλο και να κάνω καταλήψεις κτιρίων με άστεγους, ώστε να αναγκαστούν να φύγουν όλοι οι κάτοικοι απ’ τη γειτονιά (άκου λέει, λόγω υποβάθμισης) κι ύστερα εσύ, σαν εκπρόσωπος μεγαλοδικηγόρος κτηματομεσιτικών εταιρειών, να τα αγοράσεις όλα για ένα κομμάτι ψωμί, να τα γκρεμίσεις και να κτίσεις εμπορικά κέντρα».

«Σκασμός», έκανε ο άλλος. «Αν μάθει έστω και ένας τη συμφωνία, θα πάμε φυλακή».

«Μη φοβάσαι αφεντικό. Κάτι ξέρω και γω. Στις φυλακές μπαίνουν οι ηλίθιοι. Είτε γιατί δεν έπρεπε να κάνουν αυτά που έκαναν ή αφού τα έκαναν έπρεπε να ξέρουν πώς να μην τους πιάνουν. Και μας δε θα μας πιάσουν».

«Θέλω ακόμα οκτώ κτίρια, Καλαμάρα, σε ένα χρόνο. Κατάληψη. Πρέπει να κλείσει ο κύκλος, πριν μας μυριστούν. Οι επενδυτές πιέζουν. Και η πόλη δεν έχει οικόπεδα. Βρες ληστές, βιαστές, σατανιστές, ό,τι θέλεις. Βάλε μετανάστες, άνεργους, άστεγους, φτωχούς, κάντα κεραμιδαριό. Μετά θα αναλάβουν οι εργολάβοι». Οι φλέβες του είχαν φουσκώσει στο λαιμό, τα μάτια γυάλιζαν, τα γυαλιά άχνιζαν.

Ο Καλαμάρας συγκεντρωμένος στην απάντηση, δεν πρόσεξε την κοπέλα της υποδοχής με τους καφέδες. «Θα πέσει πολύ ξύλο, αφεντικό. Ο Δήμος θα μας φέρει τους μπάτσους. Κλούβες, δακρυγόνα». Σάστισε βλέποντας την κοπέλα δίπλα του. Ο Κωνσταντινίδης του έκανε καθησυχαστική κίνηση. «Αυτή δικιά μας είναι, ησύχασε». «Ωραία γυναίκα, τυχεράκια», του αντέγνεψε ο άλλος, καθώς η ανύποπτη κοπέλα έφευγε.

Ο Κωνσταντινίδης ξερόβηξε. «Η αλήθεια είναι ότι έχω πολλές ωραίες γυναίκες εδώ. Το πρόβλημα δεν είναι να τις κατακτήσεις αλλά πώς δε θα μπλέξεις. Έχω, ξέρεις, γυναίκα, παιδιά. Μεγάλωσαν. Αλλά εμένα δε με πήραν τα χρόνια! Βαστάω. Ποιος κολυμπάει στο μέλι και δεν το ρουφάει; Καλά περνάω, δεν παραπονιέμαι! Και σεις, εκεί μαθαίνω. Καλά πάτε από γυναίκες, κοριτσόπουλα κιόλας. Το καλό κορμί δεν έχει ταξικότητα, θεωρητικέ». Ο Καλαμάρας κατάλαβε τη λιγούρα του, τα κρυμμένα πάθη και έβλεπε ένα άνθρωπο που μπορούσε να τα τινάξει όλα για το τίποτα. Μα πέρα απ’ τις γυναικοδουλειές, στον αέρα πλανιόταν το μόνιμο, «Πόσα, Καλαμάρα;». Ο τελευταίος ήταν πολύ σκληρός και έμπειρος διαπραγματευτής. Παιδί του πεζοδρομίου, η συναλλαγή και οι δοσοληψίες φυσική του γλώσσα. «Θέλω άλλα, Κωνσταντινίδη, αυτή τη φορά. Οκτώ ακόμα και άλλα δύο κτίρια ήδη σε κατάληψη, λογαριασμούς ξέρω, πόσο κοψοχρονιά τα παίρνεις ξέρω, θέλω…, θέλω ..μερίδιο. Αποφάσισα να βγω απ’ το περιθώριο, να βάλω γραβάτα, να γίνω σαν εσένα. Δε θα σου είναι πολλά, τελικά. Λογικά πράγματα». Ύστερα σηκώθηκε απότομα και έφυγε.

Ο Κωνσταντινίδης έσπασε με τα δάκτυλα το ποτήρι με το νερό, ματώνοντας το χέρι του. Τίποτα δεν πήγαινε καλά! Οι μετοχές έπεφταν, οι νέες καταλήψεις αργούσαν, τα παιδιά του έγιναν ιδεολόγοι, η γυναίκα του κλαψούριζε συνεχώς για τις αργοπορίες τα βράδυα, τις ανεξήγητες εξαφανίσεις, τα σημάδια γυναικών στα πράγματα του. Τελευταία έφυγε από το σπίτι και ζούσε σε ξενοδοχείο. Ο ίδιος ένιωθε στο κέντρο της μάχης. Έπρεπε όλα να μοιάζουν νόμιμα, μα όλοι εκβίαζαν για να του δώσουν το μπράσο της νομιμότητας, τέλους των επιχειρησιακών φόβων. Και τώρα ετούτος. «Άτιμο σκυλί, ξέρεις μόνο να δαγκώνεις. Μούφαγες τόσα λεφτά. Γεννημένος για αρχηγός ατάκτων, με άπειρες μικρούλες που σε πίστεψαν και τις εκδίδεις, μου θέλεις και μεγαλεία. Να ψοφήσεις στη φυλακή, λοιπόν, κοπρόσκυλο. Με τέτοιο φάκελο, ό,τι και να ισχυριστείς, κανένας δεν θα σε πιστεύει. Θα σε βγάλω τρελό, ό,τι κι αν πεις. Οι κτηματικές μας εταιρείες είναι άψογες, σπόνσορες δημοτικών αγώνων,  υποτροφιών, τοπικών ραδιοφώνων, πρωταγωνιστούν στην εταιρική ευθύνη και στην ηθική».

Φώναξε την έμπιστη γραμματέα. «Δώστον. Να μπλέξει με καβγά», είπε μόνον, ορίζοντας κατηγορία

Στο κελί ο Καλαμάρας δεν μπορούσε να εξηγήσει, πώς τον μπουζούριασαν για ένα απλό καυγαδάκι δρόμου και με αστρονομική εγγύηση, μάλιστα. Ήταν, όμως και το παρελθόν. Έβλεπε τη ζωή μέσα από περίεργα φίλτρα, μιας και του ήταν αδύνατο να την αντιμετωπίσει. Αλκοόλ, παραζάλες και τέτοια. Σήμερα το φυσούσε και δεν κρύωνε. «Τώρα, άμα ψάξουν, θα μου φορτώσουν χίλια. Πρέπει να φύγω άμεσα από δω. Τόπα και στον μεγάλο. Στη φυλακή παν οι ηλίθιοι. Ναι, ναι, αυτός θα με βοηθήσει». Ύστερα φώναξε το δεσμοφύλακα. «Έχω δικαίωμα για ένα τηλεφώνημα, έτσι δεν είναι;». …

Κάτω μούγκριζε ο αυτοκινητόδρομος. Το ξενοδοχείο κεντρικό της μεγαλόπολης. Εκείνη κοιτούσε το ολόγιομο φεγγάρι, κρατώντας ποτό. Ήταν σε κατάσταση αλλοφροσύνης. Μιλούσε στο φεγγάρι. «Εσύ, που τώρα δείχνεις αμέτοχο, τα φταις όλα. Μούπες πως οι έρωτες κρατούν μια ζωή, πως οι καρδιές που αγαπούν δεν αλλάζουν, πως θα ζούσαμε όλοι τη ζωή πετώντας στα ύψη και βαδίζοντας σε χλοερά λιβάδια. Έκανα δυο παιδιά, σφραγίδα της αγάπης μου, ακολούθησα το δρόμο των πολλών. Έδωσα ό,τι είχα. Μούπες πως ο κόσμος είναι δικός σου, όταν αγαπάς, δεν μου είπες, όμως, τι γίνεται όταν ο άλλος πάψει να σ΄ αγαπά. Όταν έρθει η μέρα που γίνεσαι ξένη για τον άλλο, που ο έρωτας μοιάζει ξεχασμένο εφηβικό ιδίωμα. Εσύ τα φταις, πονηρό φεγγαράκι, που δεν μου λες πώς κάνεις μια καρδιά να σε ξαναγαπήσει, πώς κάνεις την χαρά του έρωτα αιώνια, πώς ζεις όταν τα κομμάτια της καρδιάς σου καταρρέουν. Με πλάνεψες και με κορόϊδεψες, μούπες μισές αλήθειες και περισσότερα ψέματα. Ζούσα σε εύθραυστα κελύφη ευτυχίας, που έσπασαν όλα μαζί. Δεν ξέρω να ζω μόνη μου». Λυγμοί τράνταζαν το κορμί της κάθε τόσο. Ύστερα φώναζε προς το φεγγάρι, με κραυγή σκεπασμένη από το μελισσολόι του αυτοκινητόδρομου. «Ναι, έδωσα στα πλανέματα σου τη ζωή μου και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Μέθυσα από την αγάπη. Πέταξα μακρυά, έζησα μεγάλες στιγμές και τώρα η ζωή μου μαραίνεται κάθε μέρα και πιο πολύ. Πέταξα στο φως σου, πολλές φορές. Νόμιζα ότι το μόνο χρώμα που υπάρχει είναι το πορτοκαλί σου και έβαψα το σπίτι και όλα μέσα του έτσι. Κι όλα τα πράγματα ήταν στο χρώμα σου. Δεν μούπες ότι μπορεί να φέρεις και τόση δυστυχία, γι΄ αυτό σε μισώ». Τα κλάματα συνεχίζονταν. «Εσύ τα φταις. Δεν μούπες για το πόσο μπορεί να αλλάξουν οι άνθρωποι. Τόσο που να μη μπορείς να αναγνωρίσεις τον έρωτα σου. Τόση ξενωσύνη να χωράει σ’ ένα κρεβάτι»

Κάπου μακρυά μούγκριζε ο αυτοκινητόδρομος. Έφτασε η πολλή κίνηση και στην επαρχία. Δρόμοι άνοιξαν από παντού, προς παντού, απωθώντας τη βλάστηση. Η ησυχία χάθηκε, η ύπαιθρος νικήθηκε. Το ζευγάρι περπατούσε αργά, κοντά, κοντά. Αμίλητοι. Κάποιας ηλικίας. Κανένας δεν ξεκινούσε την κουβέντα.  Ήταν πάλι πανσέληνος και η γη βρισκόταν στη λαμπερή κατόπτευση ενός θεόρατου φεγγαριού, που στο κάτω μέρος πατούσε στη γη και στο πάνω καταλάμβανε σταδιακά το στερέωμα. Δυο σκιές στο πορτοκαλί φόντο. Ο Ιάκωβος Κωνσταντινίδης πήρε την πρωτοβουλία να τα ξαναβρεί με τη γυναίκα του και έρωτα της ζωής του, πιθανότατα, αφού αυτός ζήτησε τη συνάντηση, μετά από τόσο καιρό ψύχρας κι απόστασης. Καθόρισε μάλιστα τον τόπο της συνάντησης, στο λιβαδάκι των πρώτων ερώτων τους, που έμεινε παράδοξα ανέπαφο τόσα πολλά χρόνια, αφού ο ιδιοκτήτης έλειπε μακρυά και δε νοιαζόταν. Η Μερόπη αρνήθηκε τη συνάντηση και πήγε μόνο και μόνο για να του πει το στερνό και οριστικό της αντίο.

Ο Βάκης τη σταμάτησε, της έπιασε τα χέρια, της έδειξε το φεγγάρι κι άρχισε πρώτος. «Κοίτα το. Αυτή είναι η δικιά μας εκδοχή..». Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Η  Μερόπη ξέσπασε σε κλάματα. Τρανταζόταν ολόκληρη και κόμπιαζε. «Ανάθεμα σε, Βάκη και συ και το φεγγάρι. Και συ και το φεγγάρι». Ο Βάκης προσπαθούσε να την ηρεμήσει αλλά αυτή βρισκόταν σε ντελίριο. Έλεγε πολλά μπερδεμένα λόγια, απ’ όπου ξεχώριζες μόνο την επωδό, «..και συ και το φεγγάρι….». Δεν άφηνε το Βάκη να μιλήσει. Ύστερα γύρισε το κεφάλι ανάποδα. Στο βάθος του ορίζοντα απέναντι, ένα άλλο φεγγάρι ερχόταν, που το έπλασε η ίδια, μαχητικά με λύσσα και απόφαση να το κάνει την καινούρια ελπίδα της. Άρχισε να ξεμακραίνει, όταν ο Βάκης την ξαναφώναξε. «Ένα φιλί, ένα τελευταίο σου φιλί, θέλω».

Λύγισε. Κοντοστάθηκε. Ύστερα έστριψε και τον πλησίασε. Ο Βάκης άνοιξε τα χέρια. Η Μερόπη τον έσπρωξε με δύναμη στο στήθος, με τον δείκτη της, όπως έκανε την πρώτη φορά. «Όχι, Βάκη. Δεν έχει κανένα νόημα». Ο Βάκης έπεσε κάτω ανάσκελα, σα κεραυνοβολημένος. Έσκυψε πάνω του ανήσυχη. Τώρα ο  Βάκης, βογκούσε από πόνο. «Τι συμβαίνει, καλέ μου», έκανε εκείνη αλλόφρονα. Έβαλε τα χέρια της πάνω στα δικά του, που κρατούσαν και τα δυο, κάπου δεξιά κάτω απ’ το θώρακα. Ένιωσε ένα ζεστό υγρό, στις παλάμες της. «Αίμα, αίμα, τι συμβαίνει πες μου. Θα φέρω βοήθεια. Πες μου». «Ο …Καλαμάρας. Ο …Καλαμάρας. Ήρθε.. για ..εξηγήσεις, μετά τη ..φυλακή. Μου τάπε ..όλα…. Δεν., δεν έπρεπε να τον ακούσεις, δεν ..δεν… έπρεπε να τον βγάλεις έξω»…

Cirut

Advertisements