Η απαράμιλλη ερμηνευτική τεχνική ενός γίγαντα….

Γεννημένος πριν από 80 χρόνια στις Βρυξέλλες , γόνος αστικής οικογένειας με Φλαμανδικές ρίζες αλλά Βαλλονική πολιτισμική ταυτότητα ο Ζακ Μπρέλ μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον οικονομικά άνετο , συντηρητικό  και καθολικό.

Μετά από διαδοχικές αποτυχίες ως μαθητής , παρά το γεγονός ότι έγραφε καταπληκτικές εκθέσεις και κείμενα και είχε ήδη μελετήσει ποίηση και πεζογραφία , αναλαμβάνει εργασία στη βιομηχανία χαρτονιού της πατρικής οικογένειας . Συγχρόνως ασχολείται με τη κιθάρα , το τραγούδι  τη στιχουργική και την ηθοποιία συμμετέχωντας σε μια φιλανθρωπική καθολική οργάνωση με μεγάλη επιρροή στο Βέλγιο.  Γράφει και ερμηνεύει τα πρώτα του τραγούδια και παίζει ρόλους σε παραστάσεις που οργανώνονται για φιλανθρωπικούς σκοπούς.  Εκδίδει τις πρώτες του δουλειές στο Βέλγιο και μετέχει σε παραστάσεις σε μπαρ και καμπαρέ.

Το 1954 τον ανακαλύπτει ο μάνατζερ Ζ. Καννετί  ( Εντίθ Πιάφ , Ζώρζ Μπρασσένς , Μπορίς Βιάν ) και τον προσκαλεί στο Παρίσι. Ο Μπρέλ παίρνει τη πρώτη μεγάλη απόφαση της ζωής του και εγκαταλείπει τη πατρική προστασία , την εργασία του και την οικογένειά του ( είχε ήδη παντρευτεί και είχε 3 παιδιά ) χωρίς δυνατότητα επιστροφής αν η καρριέρα του ως καλλιτέχνη αποτύγχανε , σύμφωνα με τη πατρική επιταγή.

Η πρώτη του εμφάνιση ως supporter στο Olympia και στη συνέχεια σε διάφορα κλαμπ και καμπαρέ του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει γνωστός και να αρχίσει μια διεθνή καρριέρα. Σε ένα περιβάλλον δημιουργικό και ανήσυχο που δεν είχε καμμία σχέση με τις «ήσυχες»  Βρυξέλλες ο Brel  δέχεται την επίδραση ιδεών , γεγονότων και καλλιτεχνικών ρευμάτων και διαμορφώνει μέχρι τις αρχές του 1960 το οριστικό του στυλ.

Μικρή αλλά πολύ δεμένη ορχήστρα από δύο έως τρείς εξαίρετους μουσικούς , θεατρική ερμηνεία , γκριμάτσες , κρεσέντι , ιδρώτας , εναλλαγή συναισθημάτων ,   χροιών και ρόλων ως οχήματα για να φτάσει στο ακροατήριο κάθε τραγούδι εν είδει γροθιάς στο στομάχι.

Λαμπρή καρριέρα , μεγάλα τραγούδια  που όλοι έχουμε ακούσει σε original ή σε διασκευή , ένας βίος περιπετειώδης και ακούραστος , σκηνοθετεί , γράφει και δισκογραφεί , τραγουδά , παίζει σε φίλμ άλλων , στο θέατρο το Δον Κιχώτη….

Μαθαίνει ιστιοπλο’ί’α , γοητεύεται με τα αεροπλάνα και εκπαιδεύεται ως πιλότος , συμμετέχει σε συναυλίες και εκδηλώσεις με φιλανθρωπικούς ή πολιτικούς σκοπούς χωρίς αμοιβή , αλλά το ζενίθ του είναι οι εμφανίσεις σε μεγάλα και μικρά μουσικά  σόου , μερικές χρονιές μέχρι και 300 εμφανίσεις.

Το 1973 αγοράζει ιστιοπλοϊκο σκάφος και ξεκινά μόνος για το γύρο του κόσμου. Στα Κανάρια παρουσιάζει αιμόπτυση και ,  μανιακός καπνιστής , διαγιγνώσκεται με καρκίνο στα πνευμόνια. Επιστρέφει στο Παρίσι και υποβάλλεται σε εγχείρηση για να ξαναφύγει πάλι με το σκάφος του τον επόμενο χρόνο.

Το 1975 φτάνει στις Μαρκέζες στη Γαλλική Πολυνησία , όπου θα παραμείνει για δύο χρόνια ζώντας ζωή απλή και απόμακρη , γοητευμένος από τη φύση και την ομορφιά της εκεί ζωής. Στα νησιά αυτά έζησε και πέθανε ο Πώλ Γκωγκέν ,  μεγάλος ζωγράφος της ύστερης περιόδου του εμπρεσσιονισμού.

Θα επιστρέψει μετά για λίγο στη Γαλλία όπου θα ηχογραφήσει το τελευταίο του δίσκο και θα πεθάνει σε ένα προάστειο του Παρισιού το 1978 . Σύμφωνα με τη τελευταία του θέληση θάφτηκε στις Μαρκέζες δίπλα στο Γκωγκέν.

Mετάφραση  ( j’ ai ose )

ΟΙ ΑΣΤΟΙ

Με ζεστή τη καρδιά και τα μάτια μες τη μπύρα

στης χοντρής Αντριάννας του Μονταλάν

με το φίλο Ζοζό και το φίλο  Πιέρ

πηγαίναμε να πιούμε τα είκοσι μας χρόνια.

Ο Ζοζό περνόταν για Βολταίρος
και ο Πιέρ για Καζανόβας

και εγώ , που ήμουν ο πιό ψηλομύτης ,
περνιόμουν για τον εαυτό μου.

Kαι όταν κατά τα μεσάνυχτα περνούσαν απ έξω οι συμβολαιογράφοι

που έβγαιναν από το Ξενοδοχείο » Οι τρείς φασιανοί »

τους δείχναμε το κώλο μας και τους καλούς μας τρόπους

τραγουδώντας τους :

Οι αστοί είναι σαν τα γουρούνια

όσο γερνάνε τόσο πιό χαζοί

οι αστοί είναι σαν τα γουρούνια

όσο γερνάνε τόσο πιό μα..κες…..

………………………………

Με ζεστή τη καρδιά και τα μάτια μες τη μπύρα

στης χοντρής Αντριάννας του Μονταλάν

με το φίλο Ζοζό και το φίλο  Πιέρ

πηγαίναμε να κάψουμε τα είκοσι μας χρόνια.

ο Βολταίρος χόρευε σαν εφημέριος

αλλά ο Καζανόβας δεν το τολμούσε

και εγώ , που παρέμενα ο πιό περήφανος

ήμουν τύφλα σχεδόν όσο και ο εαυτός μου.

Kαι όταν κατά τα μεσάνυχτα περνούσαν απ έξω οι συμβολαιογράφοι

που έβγαιναν από το Ξενοδοχείο » Οι τρείς φασιανοί »

τους δείχναμε το κώλο μας και τους καλούς μας τρόπους

τραγουδώντας τους :

Οι αστοί είναι σαν τα γουρούνια

όσο γερνάνε τόσο πιό χαζοί

οι αστοί είναι σαν τα γουρούνια

όσο γερνάνε τόσο πιό μα..κες….

………………………

Mε τη καρδιά αναπαυμένη και τα μάτια στα γήινα

στο μπάρ  του ξενοδοχείου  «Οι τρείς φασιανοί»

με το μαίτρ Ζοζό και το μαίτρ Πιέρ

μεταξύ συμβολαιογράφων σκοτώνουμε το χρόνο μας.

Ο Ζοζό μιλά για το Βολταίρο και ο Πιέρ για το Καζανόβα

μα εγώ , που παρέμεινα ο πιό εγωιστής ,

εξακολουθώ να μιλάω για τον εαυτό μου.

Μα όταν βγαίνουμε κατά τα μεσάνυχτα κύριε επιθεωρητά

κάθε βράδυ από το μπάρ της Αντριάννας του Μονταλάν

κάτι αλήτες νεαροί μας δείχνουν τα οπίσθιά τους

και μας τραγουδούν :

Οι αστοί είναι σαν τα γουρούνια

όσο γερνάνε τόσο πιό χαζοί

( με στύλ κύριε  επιθεωρητά )

οι αστοί είναι σαν τα γουρούνια

όσο γερνάνε τόσο πιό μα..κες….

{ τον γνωρίζω και τον ακούω εδώ και δεκαετίες , ζεί πάντα σε μια άκρη του μυαλού μου … Το ποστ αφιερώνεται σε όλους τους  Καλυβίστες και ιδιαίτερα στους γαλλομαθείς με πρωτεξάρχοντα τον αγαπητό μου Μαυροπρόβατο ή Μπλακσίπιο… }

{ Να προσθέσω ότι το βίντεο αυτό παρά  τους  ολλανδικούς υπότιτλους κατά παράφραση είναι καλύτερο από το αντίστοιχο χωρίς υπότιτλους κατά  τη ταπεινή μου γνώμη… }