Του Athanassios
Οι Χαϊνηδες στην πόλη πάλι….. πρέπει να πάω, δεν γίνεται…. Τρίτη
βράδυ, δεν βαριέσαι ……κι ο Μορφέας γλεντζές ήτανε…
Ποιός θα μ’ ακολουθήσει όμως, αρχίζει η αναζήτηση….. μαζευτήκαμε
τρεις «άρρωστοι»…… μα έχω κλείσει για 4….. η τέταρτη καρέκλα είναι η
σημαντική, θα μπορούσε να είναι δεύτερη και να μην υπάρχει καμιά
άλλη…. όμως…. έτσι γίνεται πάντα…. υπάρχει μια αδειανή…
Το μαγαζί μισογεμάτο, μισοσκότεινο, μισόψυχο….. ο Αποστολάκης εκεί
περιφέρεται ήδη….. τον καλησπερίζουμε…..καταφτάνει σε λίγο κι ο
κοντός σκωτσέζος που τον λένε «chivas», παλιός γνώριμος, σκυλί
πιστό….
Η τέταρτη καρέκλα με κοιτάζει αδειανή και παραπονεμένη…. ακουμπώ
πάνω της τα τσιγάρα μου αποφασιστικά…. δεν θα την πάρει κανείς από
δίπλα μου απόψε …..

Πέφτουν απ΄ τα μαύρα νέφη στάλες τση βροχής
και πληγώνουνε το σκούρο τζάμι τση ψυχής
πάνω στης καρδιάς τον τοίχο τρέχει το νερό
και ξεθάβει απ΄ τον ασβέστη τον παλιό καιρό……


Ο φίλος δίπλα ψιθυρίζει….. φάγαμε ήδη δυο γκολ απ΄τα αποδυτήρια με
τον «Παλιό Σκοπό»…… δεν αναρωτιέμαι πόσο θα λήξει το ματς, θα
συντριβούμε…… του απαντώ…

Τα όργανα βαρούν με μανία, τα «γδέρνουν» οι Χαϊνηδες, κρητικές
μελωδίες, άλλοτε δυνατές, άλλοτε λυρικές κι όλες στο στόχο :

Μ’ αρέσει να ’μαι μοναχός αχ με τσι πολλούς δεν κάνω…… Χαϊνης και
τση χαραυγής, αχ τσ’ ελπίδες να σκορπίζω……….


Η τέταρτη καρέκλα προσηλωμένη, καπνίζει κατά βούληση τα τσιγάρα
που έχω αποθέσει πάνω της, στραμμένη στην πίστα, κοιτά ψηλά σα να
θέλει να τρυπήσει την οροφή να δει τον ουρανό και τραγουδά :

τα όνειρα μου φεύγουνε πάλι
απ΄ τση σκέψης τα κελιά….. βρ΄ αμάν- αμάν
τα όνειρα μου σβήνουνε πάλι
σαν τρεμάμενα κεριά……
γέρο που σε μια μικρή ταβέρνα
σιγοπίνεις τα παλιά…….
αθιβολές μέσα στη νύχτα του ταράζουνε το νου…..


Σηκώνω κρυφά το ποτήρι μου και της ψιθυρίζω.. για σένα αυτό…..μη
μας ακούσει κανείς…. δικό μας….

Θεέ μου σαν πεθάνω κάνε με δεντρό
και παρέκει βρύση με κρυγιό νερό
να ‘ρχονται οι έμορφες να λούζονται
και στον ασκιανό μου να δροσίζονται…


Εδώ απώλεσα τους άλλους δυό και τα ¾ του «κοντού»….. κι είναι μια
ώρα μόνο γαμώτο…
Απόλλυμι με τη σειρά μου κι εγώ σαν τον Καβαφικό Αντώνιο , ακου-
μπώντας ενστικτωδώς τρυφερά την καρέκλα :

….και κάθε μέρα από βραδύς
ντουγιουντισμένος ο Βαρδής με το λαούτο
με το κρασί του στον οντά,
στον αμανέ του να κεντά τον κόσμο ετούτο….
….Ονειρο βάρκα με πανιά
να σεργιανίσω το ντουνιά με τα φιλιά σου…..
αργό το ζάλο μου, βαρύ, ήτανε ψεύτικος μπορεί ο έρωτάς σου
ρωτώ διαβάτες στα στενά, αν είδαν μάθια καστανά σαν τα δικά σου…..


Η καρέκλα με παρακολουθεί, κάθε τσιγάρο μου, κάθε γουλιά από τον
δεύτερο πλέον «κοντό»…..
σιωπηλή, σκυθρωπή σαν άψυχη, αλλά γλυκαίνει απότομα με την
αφιέρωση :

τ’ όνειρο μικρή σαν θα ‘ρθω νωρίς,
κάμε φυλαχτό για να το φορείς
ράψε δυό πουλιά με κλωστή χρυσή
το ‘να να ‘μαι γώ, τ΄αλλο να ΄σαι εσύ…


Η Μαρία Κώτη, με το παράξενα αισθησιακό της βλέμμα και τη βελού-
δινη φωνή, στο «ακριβό» μου τραγούδι :

Να χαμηλώσει τη φωτιά μετά από την πρώτη βράση,
να γίνονταν η πλάση ξανά απ΄την αρχή….
ψιλοκομμένος μαϊντανός και σκόρδο μια σκελίδα
να ‘φεγγε μια ελπίδα στα μάτια τα μελιά….

Μεσ’ του ποτού τη μαύρη παραζάλη, η καρέκλα έχει γεμίσει για τα καλά,
τη διακρίνω μεσ΄ την απόλυτη θολούρα του μυαλού, είναι δίπλα μου,
την αγγίζω, σκύβω στ’ αυτί της και της σιγοτραγουδώ την παραγγελιά
μου :

Εφτά ποτάμια σμίξαν και τρεις καημοί……
Στης άνοιξης τον κόρφο το ζηλευτό, μυριόχρωμο γιορντάνι το σερπετό
Φάρμακο το φαρμάκι στον αετό, για να πετάξει εκείνος ως ειν’ γραφτό
Πέρνα περαματάρη τον ποταμό, πάρε και με μαζί σου στο μισεμό……


H νύχτα πέρασε νερό (ουίσκυ για την ακρίβεια), οι Χαίνηδες μας αφήνουν με της «Γιαγιάς τα παραμύθια» κι εδώ τελειώνει και το δικό μου παραμύθι..

*

Την εικονογράφηση τη δανείστηκα για την καλύβα από την πρώτη τέταρτη καρέκλα, των «μυστικών του Κόλπου»: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/05/blog-post_27.html

Π.

Advertisements