Ένας καλός τρόπος για να προσεγγίσει κανείς αυτόν τον τόπο είναι η μελέτη του τραγουδιού – του τραγουδιού που παράγουν και τραγουδούν οι Έλληνες. Τουτέστιν του δημοτικού, του ρεμπέτικου του λαϊκού και του «έντεχνου» τραγουδιού. Αρχής γενομένης από τα δημοτικά τραγούδια.

*

Είναι λάθος η άποψη του Ηλία Πετρόπουλου ότι το δημοτικό τραγούδι τελειώνει στα 1821. (Ρεμπέτικα Τραγούδια, Εκδ. Κέδρος) Έχουμε υπόψη μας πολλά αξιόλογα δημοτικά τραγούδια, που δημιουργήθηκαν πολύ αργότερα, ορισμένα μάλιστα πάνω σε στίχους λογίων ποιητών. Π.χ. το περίφημο τσάμικο Πουλάκι ξένο, σε στίχους Ιωάννη Βηλαρά – τραγουδισμένο μοναδικά από τον Γιώργο Παπασιδέρη (1) Η τελευταία –ίσως- μεγάλη παρτίδα δημοτικών φτιάχτηκε και τραγουδήθηκε τον καιρό της Εθνικής Αντίστασης. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, το δημοτικό τραγούδι (τσάμικο) για τη σφαγή των Καλαβρύτων, (2) αλλά και τα τραγούδια για τον Άρη Βελουχιώτη – τα αναφέρει ο Δ. Χαριτόπουλος στο βιβλίο του Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων (εκδ. Ελληνικά Γράμματα)

Έχω ακούσει από το στόμα της μακαρίτισσας γιαγιάς –Τασούλας, το τραγούδι που έφτιαξε η ίδια, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, για να εκφράσει τον καημό της:

Έχω απομείνει μοναχή/ σαν την καλαμιά στον κάμπο/ πες μου, Γιώργη, τι να κάνω…

Γιώργης είναι ο μικρότερος γυιός. Κι αυτός, όπως όλα τα αδέρφια του, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των νέων του χωριού της γιαγιάς –Τασούλας μετανάστευσε και δουλεύει από τότε στην Αθήνα, εδώ και δεκαετίες – λειτουργεί ένα καφενείο στην Πανεπιστημίου, από τα «κρυφά», δηλ. αυτά που βρίσκονται στους ημιορόφους των μεγάρων. Η ακριβής εκφορά ήταν: Έχω ‘πομείνει μοναχιά / σα –ν- dη –ν-gαλαμιά στο –ν-gάμπο/ πες μου, Γιώρη, τι να κάνω… Σε άλλες συνθήκες υποδοχής, το ωραιότατο τραγούδι της γιαγιάς -Τασούλας, πιθανόν να γινόταν πασίγνωστο. Τώρα, χρησιμεύει απλώς για να βεβαιώνει εμένα και τους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου, ότι η παραγωγή δημοτικού τραγουδιού φτάνει ως τα κράσπεδα του εικοστού πρώτου αιώνα –παρά τις περί του αντιθέτου γνωμοδοτήσεις των «ειδικών».

Επιπροσθέτως, ορισμένα από τα λεγόμενα νέο- δημοτικά, που γράφονται σήμερα, είναι μια χαρά δημοτικά τραγούδια. Η αντιπαράθεση του επώνυμου (επαγγελματία) δημιουργού, έναντι του ανώνυμου λαού – δημιουργού είναι μονάχα τεχνικής φύσεως λεπτομέρεια– και χωρίς νόημα, επί της ουσίας. Και βέβαια, ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει για τις πολύ πρόσφατες (του 21ου αιώνα) παρουσίες νέων καλλιτεχνών (Κρητικών, Ποντίων, Κυπρίων – αλλά και άλλων) που ξαναφέρνουν το παραδοσιακό μας τραγούδι στην επικαιρότητα.

Η άποψη, λοιπόν, ότι το δημοτικό τραγούδι είναι νεκρό είναι τουλάχιστον βλακώδης. Εξίσου ανόητη είναι και η θεωρία ότι η δημοτική μουσική και το τραγούδι δεν μπορούν να εκφράσουν την σύγχρονη εποχή και τα προβλήματά της. Προφανώς δεν μπορούν να εκφράσουν όλες τις πτυχές της εποχής μας (καμιά μορφή τέχνης δεν μπορεί!) και η φόρμα τους δεν μπορεί να διαπραγματευτεί και να χωρέσει κάθε μια από τις πλευρές της σύγχρονης καθημερινότητας. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν στη διάθεσή μας τόσες άλλες μορφές μουσικής έκφρασης, ελληνικές ή αλλοδαπές. Αλλά αποτελεί ασυγχώρητη αυτοχειρία η περιφρόνηση ή η υποτίμηση του πολυτιμότερου (και πλουσιότερου) στοιχείου της έκφρασης των Ελλήνων Το δημοτικό τραγούδι είναι το στοιχείο μας, από κει κινήσαμε. Φέρνει τον αντίλαλο μιας εθνικής πραγματικότητας, σχολιάζει η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (3)

Ο ελληνικός λαός το γνωρίζει αυτό πολύ καλά – και  ασχολείται μετά μανίας (πλην, αφανώς) με την καλλιέργεια της δημοτικής του παράδοσης (τραγούδι, χορός, δημοτικές μουσικές ακαδημίες, παραδοσιακά μουσικά όργανα, ενδυμασίες, λαογραφία, αναβίωση εθίμων, τοπικές εκδόσεις, εκθέσεις κλπ). Σε εκατοντάδες συλλόγους, από το ένα άκρο της χώρας μέχρι το άλλο, δεκάδες χιλιάδες (πολλές δεκάδες χιλιάδες!) νέοι Έλληνες ενδιατρίβουν στην παράδοσή τους. Κι αν, μετά, ορισμένοι απ’ αυτούς ρίχνουν και καμιά Άννα Βίσση, ε, τι να γίνει, nobody ‘s perfect!

Οι Έλληνες δεν θα ξόδευαν αφειδώς χρόνο και χρήμα και ενέργεια αν θεωρούσαν ότι η δημοτική παράδοση είναι νεκρή, μουσειακό είδος, ξεπερασμένη, αδιάφορη ή ανεπίκαιρη. Η εκτίμησή τους είναι ακριβώς η αντίθετη – και έρχεται να διαψεύσει για μια ακόμα φορά τις περισπούδαστες αποφάνσεις της ντόπιας διανόησης, η οποία, ως συνήθως, είναι μακριά νυχτωμένη.

Οι λόγοι που οι Έλληνες ασχολούνται μαζικά και συστηματικά με την παράδοσή τους, νομίζω ότι έχουν να κάνουν με την ανάγκη τους για αυτοκατάφαση και οντολογικό έρεισμα. Μπορεί να δέχονται μέσα στα σπίτια τους την τηλεοπτική σαβούρα, την καταναλωτική ξεφτίλα, την ποπ κουλτούρα της συμφοράς, την πολιτική και τους πολιτικούς της πλάκας, τους θλιβερούς εκπροσώπους της επικρατούσας θρησκείας, αλλά δεν ικανοποιούνται, δεν μένουν ευχαριστημένοι. Ακόμα και στις τερατώδεις Αθήνα και Θεσσαλονίκη, το βλέμμα τους ξεκλέβει λίγο ουρανό, σεργιανά στην Ακρόπολη, ξεπλένεται στο γαλάζιο της θάλασσας – και το είναι τους αναζητά κάτι αυθεντικά δικό τους, κάτι που θα τους κάνει περήφανους και ευτυχισμένους. Μια από τις σημαντικότερες δυνατότητες που έχουν είναι η επαναπροσέγγιση και το ζύμωμα με την παράδοσή τους –και την εκμεταλλεύονται όσο μπορούν. Αρκεί κανείς να βρεθεί σε συνάξεις και πανηγύρια όπου ελευθερώνουν τα αισθήματα και το είναι τους τραγουδώντας και χορεύοντας Πόντιοι, Θρακιώτες, Μακεδόνες, Βλάχοι, Ηπειρώτες, Ρουμελιώτες, Μωραΐτες, Κρητικοί, νησιώτες του Αιγαίου και του Ιονίου -και θα καταλάβει. Θα καταλάβει ότι η επαφή και η καλλιέργεια της παράδοσης είναι μια από τις πιο αισιόδοξες και ελπιδοφόρες ενέργειες που κάνουν οι Έλληνες μπας και κερδίσουν το στοίχημα του μέλλοντος.

Φυσικά, ερήμην της σοφολογιότατης διανόησης – αυτό έλειπε!

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)

Πουλάκι ξένο
ξενιτεμένο
πουλί χαμένο
που να σταθώ;
που να καθήσω
να ξενυχτήσω
να μη χαθώ

Βραδιάζ’ η μέρα
σκοτάδι πέφτει
και δίχως ταίρι
που να σταθώ;
Που να φωλιάσω
σε ξένο δάσος
να μη χαθώ;

Γυρίζω να ‘βρω
που να καθήσω
να ξενυχτήσω
καν μοναχό.
Κάθε κλαράκι
βαστάει πουλάκι
ζευγαρωτό.

(2)

Στη μέση στα Καλάβρυτα
Κοντά στην Αγια –Λαύρα
Οι Γερμανοί βάλαν φωτιά
Και κάψαν τα Καλάβρυτα.
Τα πολυβόλα στήσανε
Και όλους τους θερίσανε…

(3)

(Συνέντευξη στη Μ. Παπαδημητρίου. Στο: Λευτέρης Παπαδόπουλος, Όλα είναι ένα ψέμα. Εκδ. Καστανιώτης, 2002, σελ.219)

About these ads