Του Μιχάλη Μιχελή

Η περίπτωση του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου, που έγινε θέμα από το γερμανικό περιοδικό, τις τελευταίες μέρες, εξ αιτίας της άσεμνης-προκλητικής version του, μας θυμίζει την περιπέτεια που πέρασε αυτό το έργο τέχνης, πριν καταλήξει στο Λούβρο.

Είναι δηλαδή παραπλήσια η περίπτωση του, με το οικονομικό δράμα που βιώνουμε με τους ίδιους σχεδόν πρωταγωνιστές.

Τον κουτοπόνηρο Έλληνα. Τους παμπόνηρους ξένους. Τον τσαμπουκά των δυνατών. Τον μύθο της Ελλάδας, που ζει στις πλάτες του παρελθόντος της. Με δυό λόγια τέλειο, για προσαρμοσμένη θεατρική παράσταση.

Ας παρακολουθήσουμε όμως το σενάριο…

Άνοιξη του 1820, σ’ ένα χωράφι της Μήλου. Ο Γιώργος Κεντρωτάς, βλέπει ένα  μεγάλο κούτσουρο, που εμπόδιζε στ’ όργωμα τ’ αλέτρι του. Ανυποψίαστος τραβάει το μεγαλόσχημο ξύλο. Από κάτω ξεπροβάλλει μια τρύπα, που στο βάθος της βρίσκονταν ένα σπασμένο άγαλμα. Όμως δεν φαίνονταν καλά, από τα πεσμένα χώματα.  Φωνάζει τον παραγιό του για βοήθεια. Ψάχνουν να δουν περί τίνος επρόκειτο. Ο ανυποψίαστος γεωργός μόλις αντίκρισε το σακατεμένο γλυπτό, μονομιάς το μυαλό του πήγε, σε  ‘κείνους τους παράξενους ταξιδιώτες, που ‘ρχονταν ανα καιρούς στο νησί του και πέρα από τις χρειαζούμενες για το ταξίδι προμήθειες, ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν, για παλιά μάρμαρα που ήταν πεταμένα εδώ κι ‘εκεί.

Πιο μέρα από το περιστατικό, ήταν δυο φραντσέζοι αξιωματικοί, που τριγυρνούσαν άσκοπα στα χωράφια. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή ο αγρότης και σκέφτηκε να τους φωνάξει. Πριν όμως καλά καλά το πάρει απόφαση, σκύβοντας για μια ακόμη φορά στην τρύπα να δει πώς θα βγάλει έξω τα σπασμένα μάρμαρα, οι δυο ξένοι βρέθηκαν πάνω από το κεφάλι του να κοιτούν με περιέργεια   το εύρημα. Προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν, ν΄ανασύρει τα μάρμαρα. Σαν τέλειωσε η δουλειά με κόπο, γατί το βάρος των μαρμάρων είχε  ζόρι για να σηκωθεί, σκέφτεται να πάει να πει τα νέα στους πρόκριτους της Χώρας. Στον τόπο της εύρεσης, παρέμεινε ο ένας Γάλλος. Έβγαλε ένα χαρτί κι άρχισε να σχεδιάζει τα κομμάτια από το άγαλμα. Στο λιμάνι της Πλάκας στην Μήλο, ελλιμενίζονταν δυο πολεμικά σκάφη των Γάλλων. Απ’ αυτά πήγαν ‘κανα δυο αξιωματικοί και μια περιπολία, για να δουν τα ευρήματα. Επειδή οι Γάλλοι δεν ήξεραν αν ήταν φρόνιμο να αγοράσουν το σπασμένο άγαλμα, θεώρησαν σωστό να ειδοποιηθεί ο πρόξενος στη Σμύρνη, για να πάρει αυτός την απόφαση.

Βλέποντας όμως τούτη την καθυστέρηση ο χωριάτης της Μήλου, κουτοπόνηρος, φοβήθηκε ότι θα χαθεί το εύρημα. Γι’ αυτό μονομιάς όταν έμαθε ότι κάποιος άλλος ήθελε να το πάρει, συμβουλεύτηκε το πρόκριτο Ιάκωβο Ταταράκη. Αυτός τον παρακίνησε να δώσει το άγαλμα στον Δημήτρη Οικονόμου, που δούλευε για λογαριασμό των Τούρκων. Ο παμπόνηρος αυτός ατζέντης, είχε πάει στο νησί ψάχνοντας για αρχαία. Ήθελε λοιπόν ν’ αγοράσει το εύρημα σε διπλάσια τιμή για λογαριασμό του δραγουμάνου του οθωμανικού στόλου Νικολάκη Μουρούζη. Ο Φαναριώτης αξιωματούχος, ήταν γνωστός για την αρχαιομανία του, από τον καιρό που πήγε για σπουδές στο Παρίσι. Είχε στείλει στη Νάξο και στην Κρήτη δικούς του ανθρώπους κι έψαχναν για αγάλματα και θαμμένους θησαυρούς. Τα μάζευε στη συλλογή του και μερικά απ’ αυτά, τα έστελνε στον πατέρα του Αλέξανδρο, άρχοντα της Μολδοβλαχίας, για να κάνουν τα δικά τους νιτερέσα.

Μέσα σ’ όλο αυτό το δούναι λαβείν στην Μήλο, μέχρι να βρεθεί πλεούμενο για το άγαλμα να πάει στην Πόλη,  έφτασαν οι Γάλλοι από τη Σμύρνη. Η διαταγή του Πρόξενου, ήταν ν’ αγοραστεί άρον άρον το άγαλμα, για να σταλεί στο βασιλιά Λουδοβίκο τον 18ο . Όταν όμως το αναζήτησαν, το βρήκαν αμπαλαρισμένο, έτοιμο για φόρτωση. Τότε άρχισαν οι κόντρες. Οι ντόπιοι, αντιτάχθηκαν  στους Γάλλους, που ήθελαν με το ζόρι να το πάρουν. Τράβα ο ένας τράβα ο άλλος, μέσα στην αναμπουμπούλα οι Γάλλοι σήκωσαν τα σπαθιά και σημάδεψαν με τα πιστόλια τους, τους διαμαρτυρόμενους Μήλιους. Με το ζόρι προσπάθησαν να βάλουν το άγαλμα στη βάρκα. Χύθηκε αίμα.

Το ΄σπρωχναν, το αναποδογύριζαν και το κατρακυλούσαν οι αντιμαχόμενοι σ’ έξαλλη κατάσταση. Παρ’ ολίγο να τους πέσει στη θάλασσα.

Τελικώς οι Γάλλοι μαρινάροι άρπαξαν το κασόνι με το γλυπτό και το πήγαν στην Ρόδο, για να το φυγαδέψουν στην πατρίδα τους.

Στη διαδρομή συνταξιδιώτης τους ήταν ένας Πιεμοντέζος ευγενής.

Αντικρίζοντας το άγαλμα, μέσα στο αμπάρι του πλοίου «Λα Σεβρέτ», είπε στο λοστρόμο: «Αφήστε με να κοιμηθώ εδώ σ’ ένα στρώμα κοντά της. Είμαι ολιγαρκής. Σας ορκίζομαι, ότι θα είμαι ο καλύτερος φύλακας»!

Στο μακελειό της απαγωγής της Αφροδίτης της Μήλου, μείνανε σπασμένα στο νησί τα χέρια της.  Το ένα που συγκρατούσε τον πεσμένο μανδύα της  και τ’ άλλο, κατεστραμμένο σε πολλά κομμάτια, υποτίθεται ότι κρατούσε ένα μήλο. Κι όμως έστω και ανάπηρη η θεά του έρωτα, έγινε το σήμα κατατεθέν της ελληνικής αρχαίας ομορφιάς. Μπήκε το έκθεμα, στο καλύτερο σημείο του Μουσείου στο Λούβρου κι έγινε το διαχρονικό καμάρι του.

Ήταν έργο του Αλέξανδρου του Αντιοχέα,  που έζησε τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Η Αφροδίτη της Μήλου, εικάζεται ότι είναι μια πιο εκλεπτυσμένη σύνθεση, ένα πιο φινετσάτο αντίγραφο, από το πρότυπο της Αφροδίτης του Πραξιτέλη.

Για την ιστορία της απαγωγής του αγάλματος αξίζει να σημειωθεί, ότι ο νεαρός αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού Ολιβιέ Βουτιέ, που πήρε μέρος στην αρπαγή της Αφροδίτης, έγινε στη συνέχεια ένθερμος  φιλελληνιστής. Συμμετείχε στην άλωση της Τριπολιτσάς, στην ανεπιτυχή πολιορκία του Ναυπλίου και στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Με διαταγή του Ιωάννη Κωλέτη, υπουργού του πολέμου τον Μάρτη του 1822, βομβάρδισε νυχθημερόν τον ιερό Βράχο της Ακρόπολης, για να διώξει τους Τούρκους. Όμως οι οβίδες έπεφταν πάνω στα Προπύλαια, προκαλώντας καταστροφές στα μνημεία, ενώ οι Τούρκοι δεν είχαν απώλειες.

Μιχάλης Μιχελής

Advertisements