Βρισκόμουν στην έκτη ή την έβδομη έλξη όταν άκουσα το Μπόγκυ, αφεντικό στο γυμναστήριο, να φωνάζει από το βάθος της αίθουσας «Μιχάλη, τηλέφωνο!»

Ολοκλήρωσα το σετ, κρέμασα τη μπάρα στους ορθοστάτες, έκανα δυο τρεις χαλαρές εκτάσεις και πήγα προς το τηλέφωνο. Υπολόγισα πως θα ήταν η Τίνα, μια μελαχρινούλα από τον Εύοσμο. Την είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στο Σπλέντιτ, το θερινό σινεμά, και φρόντισα να βρεθούμε δίπλα δίπλα στο μπαρ. Ψωνίζοντας τσιπς και βυσσινάδα έμαθα τ’ όνομά της και της έδωσα το τηλέφωνο του Μπόγκυ, υπολογίζοντας πως θα περνούσα το επόμενο πρωινό στο γυμναστήριο. Φαινόταν κάπως άβγαλτη, αλλά γεμάτη διάθεση. «Άστηνα λοιπόν να περιμένει λίγο…»

Το γυμναστήριο δεν είχε κόσμο. Ιούλιος και όλοι την είχαν κάνει για Χαλκιδική. Δυο τρεις αρχάριοι μονάχα, παιδευόντουσαν στο μονόζυγο και τις έλξεις.

«Γυναίκα;» ρωτάω το Μπόγκυ, που ξεφύλλιζε με αφάνταστη βαρεμάρα ένα διάβασέ με. «Ναι!» Παίρνω ύφος. «Έλα κούκλα μου» λέω γλυκά στο ακουστικό. «Τον κακό σου τον καιρό!» μου απαντάει μια γνωστή αντρική φωνή. Ο Στάθης. Έκανα τη χαρακτηριστική κίνηση με το μέσο κάθετο στα άλλα δάχτυλα, ενώ ο Μπόγκυ χαχάνιζε ευχαριστημένος με την εξυπνάδα του. «Έλα ρε Στάθη, λάθος. Τι τρέχει;» Ακούστηκε νευρικός. «Μπορείς ναρθείς αποδώ;» «Το βραδάκι;» «Τώρα!» «Τώρα; Έλεγα να την κάνω, για μπάνιο…» «Είναι ανάγκη!» «Καλά. Σε μισή ώρα είμαι εκεί».

Ο φίλος μου ο Στάθης. Πάνε πέντε χρόνια. Τρέχαμε μεσάνυχτα με τις μηχανές στην εθνική, πριν τα διόδια, κόντρα οι δυο μας, στοίχημα. Ήμουν τότε στα δεκάξι, αυτός δυο χρόνια μεγαλύτερος. Είχα μια πεντακοσάρα Χόντα, αυτός Γιαμάχα. Ήταν πιο έμπειρος και πιο τολμηρός στις κούρμπες, πήρε κεφάλι, μα όταν βγήκαμε στην ευθεία τον άφησα πίσω. Τέρμα ήταν το τέλος της γέφυρας. Έστριψα με τη μηχανή προς τα πίσω, μα δεν τον είδα. Τριακόσια μέτρα πριν τη γέφυρα, στη χαλαρή δεξιά στροφή, έχασε τον έλεγχο, ξέφυγε αριστερά, στούκαρε στο διάζωμα και τινάχτηκε έξω, στα χαντάκια. Τη γλίτωσε, αλλά δεν ξαναπερπάτησε. Μένει καρφωμένος στην καρέκλα και περνάει τον καιρό του διαβάζοντας και ζωγραφίζοντας. Έχει σχεδόν απομονωθεί από τον κόσμο. Εκτός από μένα και την αδερφή του, που είναι παντρεμένη μ’ έναν χρυσοχόο, τον βλέπουν ένας γιατρός, η νοσοκόμα που του κάνει ενέσεις και η Λίτσα, μια πόρνη της γειτονιάς. Όταν έρχεται η Λίτσα, η μάνα του Στάθη φεύγει διακριτικά από το σπίτι.

«Αν πάρει τηλέφωνο κάποια Τίνα, πες της…» «Ναι…» «Πες της να ξαναπάρει μεθαύριο, που θα ξανάρθω». «Καλή;» «Καλή… αλλά δεν είναι για γεροντοτεκνά!» «Ρε άντε και…» «Φεύγω!»

Βγήκα, ανέβηκα στη μηχανή και τράβηξα για τη Νέα Κρήνη.

*

Ο Στάθης έμενε σ’ ένα διόρωφο και είχε καλή θέα από το μπαλκόνι του, στη θάλασσα. Το ισόγειο το νοίκιαζαν σ’ ένα Κοζανίτη που παράτησε το χωριό του και άνοιξε ψιλικατζίδικο στη γειτονιά.

Συνήθιζα να τον επισκέπτομαι κάθε Τρίτη βράδυ, ένα από τα τρία ελεύθερα βράδια που είχα στη βδομάδα. Πέμπτη- Κυριακή δούλευα στη παμπ του μεγάλου μου αδερφού. Τα πρωινά τα περνούσα στο γυμναστήριο ή στη Νομική. Κάθε Τρίτη βράδυ, χρόνια τώρα, πήγαινα στο Στάθη. Ήταν, πριν το ατύχημα, ο καλύτερος φίλος μου, ο κολλητός μου. Είχα πάει την πρώτη μου μηχανή, ένα σκουτεράκι δηλαδή, στο συνεργείο που είχε ο γέρος του και εκεί τον γνώρισα. Μαζί μαστορεύαμε τις μηχανές τ’ απογέματα και μετά τριγυρνούσαμε παντού, με μια μηχανή ή με δύο. Ταιριάξαμε, ας ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος. Και μετά το ατύχημα, καθώς περνούσαν τα χρόνια, η φιλία άλλαξε, αλλά δε χάλασε. Έγινε πιο σταθερή.

Πάτησα τρεις φορές την κόρνα για να καταλάβει πως είχα έρθει. Στο ισόγειο άνοιξε ένα παράθυρο και καδραρίστηκε η μικρή κόρη του ψιλικατζή, μια κοντούλα με φακίδες και στραβά δόντια. Της χαμογέλασα, ασφάλισα τη μηχανή και ανέβηκα στο δεύτερο όροφο. Με καλωσόρισε η κυρά Ξένη και με ρώτησε τι συμβαίνει. Δεν ήξερα να της πω. Χτύπησα την πόρτα του και μπήκα.

Το δωμάτιό του το είχε διαρρυθμίσει έτσι ώστε να υπάρχει από την πόρτα ως τη μπαλκονόπορτα ένας διάδρομος. Από τη μια μεριά είχε το κρεβάτι κι ένα ξύλινο γραφείο και από την άλλη μια ξύλινη ντουλάπα και μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Κάθε φορά την έβλεπα όλο και πιο φορτωμένη και μ’ έπιανε δέος.

Καθόταν στην καρέκλα του, μπροστά στη μπαλκονόπορτα και κοίταζε προς τη θάλασσα. «Γεια» «Γεια, ρε. Ευχαριστώ που ήρθες…» «Έλα, εντάξει…» «Θέλεις καφέ;» «Θέλω» «Θα μας κάνει η κυρά Ξένη. Πάμε έξω».

Έστριψε την καρέκλα και την τσούλησε μέχρι έξω. Άραξα κι εγώ κάτω από τη τέντα και χάζευα τη θέα. Ήταν ακόμα νωρίς και η ατμόσφαιρα καθαρή. Ένα όμορφο γαλάζιο, μέχρι πέρα το Καράμπουρνου. Ο Στάθης γύριζε νευρικά στο χέρι του το κομπολόι, αλλά δεν έλεγε να μιλήσει. «Τι τρέχει, ρε;» «Έχω ένα πρόβλημα…»

Σταμάτησε γιατί η μάννα του έφερε σ’ ένα δίσκο τους φραπέδες, δυο ποτήρια νερό και μπισκότα. «Μάνα, δεν πετάγεσαι μέχρι τον κυρ Βασίλη, να με φέρεις κάτι χαρτόνια που τον έχω παραγγείλει; Τον τηλεφώνησα πριν και έχουν έρθει. Πρόσεχε μη ξεχάσει να σε δώσει και τους μαρκαδόρους». Η κυρά Ξένη κατάλαβε πως ήθελε να τη διώξει από το σπίτι και παρ’ όλη την περιέργεια και τη μόνιμη αγωνία της δεν είπε τίποτα κι έφυγε. «Ωραία η μάννα σου» «Την ταλαιπωρώ… Τέλος πάντων, ας έρθουμε στο θέμα… Μπορείς να ακούσεις για λίγο χωρίς να διακόψεις;» «Λέγε, ρε».

Δίστασε για λίγο. Τότε πρόσεξα πως φαινόταν άυπνος και κουρασμένος. «Για να καταλάβεις, πρέπει ν’ αρχίσω από την αρχή. Λοιπόν, η αρχή είναι μια μικρή αγγελία στον Ταχυδρόμο. Το περιοδικό τον Ταχυδρόμο… Αγγελία. Άκου: Η Έφη, 15 χρονών, ζητά αλληλογραφία με νέους και νέες από όλη την Ελλάδα για ανταλλαγή απόψεων και δημιουργία φιλίας. Μη κοιτάς σα χάνος, έτσι βρίσκουν παρέες πολλές πιτσιρίκες και πιτσιρικάδες… Για ανταλλαγή απόψεων και δημιουργία φιλίας… ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι ακριβώς, πάνε δυο χρόνια τώρα…» Ο Στάθης σταμάτησε να μιλάει και στριφογύριζε νευρικά το κομπολόι. «Λοιπόν;» «Λοιπόν, έγραψα εγώ σ’ αυτήν την Έφη» «Και…» «Και έγινε μπέρδεμα. Μεθαύριο έρχεται στη Θεσσαλονίκη» «Ωραία, θα τη γνωρίσεις από κοντά» «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα…» Ήπιε μια γουλιά καφέ και συνέχισε. «Βλέπεις, όταν της έγραψα δεν της εξήγησα πως είμαι σακάτης, στην καρέκλα… έγραψα πως είμαι μέχρι ορειβάτης… καταλαβαίνεις… Στην αρχή ήταν κάτι σαν παιχνίδι, μια ζαβολιά στη μοίρα μου… Ύστερα έγινε για μένα μια φαντασίωση, που τη ζούσα και δεν τολμούσα να την καταστρέψω…» Τον κοίταζα και δεν έλεγα τίποτα «Ας αφήσουμε την ψυχολογική ανάλυση κατά μέρος! Η κοπέλα θα έρθει στη Θεσσαλονίκη και περιμένει πως και πώς να συναντήσει επιτέλους τον σπόρτσμαν, με τον οποίο αντάλλασε επιστολές για δυο ολόκληρα χρόνια…. Καταλαβαίνεις πως μου είναι λιγάκι δύσκολο να εμφανιστώ μπροστά της…» «Και τι θα γίνει;» «Τι θα γίνει… έχεις μπόι, είσαι αθλητής, είσαι εμφανίσιμος… είσαι ο μοναδικός μου φίλος… Θα πας εσύ!» Τον κοίταζα σα χαζός «Τι λες, ρε συ. Πως γίνεται;» «Γίνεται. Για τρεις μέρες μονάχα…»

Σηκώθηκα και περπάτησα πέρα δώθε στο μπαλκόνι. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. «Ρε συ, αυτό είναι εξωφρενικό!» Ο Στάθης, τώρα που είχε μιλήσει, έπινε ήσυχα τον καφέ του. «Ηρέμησε. Το σκέφτηκα πολύ και δε βλέπω άλλη λύση. Κανονικά θα έπρεπε να της γράψω την αλήθεια, αλλά δε μπόρεσα να το κάνω, δεν είχα χρόνο. Έγραψε ξαφνικά πως θα έρθει, χθες πήρα το γράμμα της. Τηλέφωνό της δεν έχω. Άρα δεν έχω περιθώριο να το μπαλώσω λέγοντας πως λείπω, ούτε μπορώ να παραστήσω πως λείπω, γιατί ξέρει τη διεύθυνση και θα έρθει κατευθείαν εδώ… κι εγώ δε μπορώ να φύγω, άσε που θα τα μάθει όλα…» «Καλά, δε μπορείς να βρεις το τηλέφωνό της από τον κατάλογο;» «Όχι, γιατί τώρα δε βρίσκεται στην Αθήνα… Ρε συ, για φαντάσου… Νάρθει με τόση φόρα και να δει εμένα, καρφωμένο σ’ αυτή τη γαμημένη καρέκλα… Δε γίνεται, δε γίνεται με καμιά Παναγία!»

Ακουμπούσα τα δυο μου χέρια στα κάγκελα και άκουγα, με σκυμμένο το κεφάλι. «Μιχάλη, στο ζητάω σα χάρη… Μη μ’ αφήσεις να έρθω σ’ αυτή τη θέση…». Γύρισα και τον κοίταξα. Μου φαινόταν θεοπάλαβο, αλλά δε μπορούσα να του πω όχι. «Καλά ρε Στάθη, αλλά δε με αρέσει αυτή η πλαστογραφία» “Πλαστοπροσωπία» «Εντάξει, πλαστοπροσωπία. Το ξέρεις ότι δεν τα πάω καλά με τις ξένες γλώσσες». Γέλασε. Φαινόταν ανακουφισμένος.

«Έχω σκεφτεί πως θα μπαλώσουμε τα πράγματα. Κατ’ αρχάς έρχεται με μια φίλη της, τη Μαρία. Οι δυο κοπέλες κάνουν διακοπές στο χωριό της Μαρίας στα Τρίκαλα, απ’ όπου και δραπετεύουν για λίγες μέρες, για να έρθουν εδώ. Αυτό με τη συνενοχή της θείας της Μαρίας, που τις φιλοξενεί. Έχε υπόψη σου ότι η Έφη κάνει για πρώτη φορά διακοπές χωριστά από τους δικούς της, μετά από Ομηρικές μάχες που κράτησαν ολόκληρο το χειμώνα και την άνοιξη… Η θεία της Μαρίας δεν ξέρει βέβαια το πραγματικό αντικείμενο της επίσκεψης, τα κορίτσια την έπεισαν ότι θέλουν να δουν τη Θεσσαλονίκη και ότι θα τις φιλοξενήσουν κάποιες γνωστές τους, φοιτήτριες… Θα έρθουν με το τραίνο, που θα φράσει μεταξύ τρεις και πέντε το πρωί της Τρίτης. Εννοείται πως θα τις περιμένεις στο σταθμό…» «Τι;» «Θα φύγουν αργά το βράδυ, για να έχουν προλάβει να απαντήσουν στο τηλέφωνο από την Αίγινα, που παίρνει κάθε βράδυ η μάνα της Έφης. Το άλλο βράδυ η θεία θα πει πως τα κορίτσια έχουν πάει σινεμά ή κάτι τέτοιο, αλλά το τρίτο πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται εκεί. Καταλαβαίνεις τη συνωμοσία;» Έγνεψα πως την καταλαβαίνω.

«Πως θα τη γνωρίσω;» «Θα σου δείξω φωτογραφίες της». «Ωραία. Μετά, τι κάνω;» «Μετά, επειδή δε μπορείς να τις πας στο σπίτι σου, γιατί ζεις με την οικογένειά σου, θα τις πας σ’ ενός φίλου σου φοιτητή, που λείπει. Θα τις πας δηλαδή στη γκαρσονιέρα σου και θα φύγεις» «Και που θα κοιμηθώ εγώ;» «Πρόβλημά σου» «Ευχαριστώ» «Πάνε στου αδερφού σου, πάνε όπου θέλεις… Θα τις αφήσεις στη γκαρσονιέρα, θα κοιμηθούν και θα τις ξαναβρείς την άλλη μέρα το πρωί» «Και τι θα κάνω;» «Θα τις τριγυρίσεις στην πόλη, θα τις δείξεις το Λευκό Πύργο, τα Κάστρα, ξέρω ‘γω… Έτσι θα πάει, μέχρι να φύγουν» «Ναι, αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που η Έφη έρχεται με σκοπό πονηρό; Καταλαβαίνεις…» «Θα μείνεις γλυκός μεν, απαθής δε. Θεωρητικά, είναι άβγαλτη, παρθένα και απολύτως συναισθηματική. Τέλος πάντων, τρεις μέρες σκάρτες είναι…» «Θα τα βολέψω…»

«Το πιο επικίνδυνο σημείο είσαι εσύ ο ίδιος» «Μπα; Και γιατί, παρακαλώ;» «Γιατί… γιατί η Έφη έχει σχηματίσει την εικόνα ενός πιο, ας πούμε, καλλιεργημένου και σχετικού με τα γράμματα και τις τέχνες…» «Ενώ εγώ είμαι στούρνος…» «Ακριβώς. Θα πρέπει λοιπόν να προσέξεις ιδιαίτερα τι βγάζεις από το στόμα σου. Μην αρχίσεις να τραγουδάς το τελευταίο σκυλάδικο σουξέ. Μη χαρακτηρίσεις αριστούργημα καμιά ταινία της πλάκας…» Σήκωσα απελπισμένος τα χέρια ψηλά. Ποτέ δεν ήμουν κουλτουριάρης, πως θα μπορούσα να γίνω σε μια μέρα μέσα; «Φυσικά θα πετάξεις τα χαϊμαλιά που φοράς στο λαιμό, τα σηματάκια, τα βραχιόλια και τα λοιπά μπιμπλίκια… Θα ντυθείς σαν άνθρωπος…κράτησε τα τζιν, αλλά θα εξαφανίσεις αυτή τη ζώνη με τα καρφιά, που σε κάνει να μοιάζεις σαν Αυστραλός γελαδάρης… Το μαλλί θα μπορούσε να είναι καλύτερο, αλλά τέλος πάντων…» «Θα τα κάνω μούσκεμα…» «Να είσαι λιγόλογος. Έτσι θα αποφύγεις τις χοντρές γκάφες» «Αμφιβάλλω…» «Πρόσεξε ποιος είσαι, σε γενικές γραμμές: Σε λένε Στάθη. Είσαι φοιτητής στην Αρχιτεκτονική, στο πτυχίο…» «Εγώ;» «Εσύ. Είσαι από την Καστοριά, η καταγωγή σου. Έχεις χόμπι τη φωτογραφία, πάρε υλικό από τον αδερφό σου που ασχολείται, άλλο χόμπι είναι το σκίτσο και η ζωγραφική. Θα σου δώσω εγώ. Άλλο, πηγαίνεις εκδρομές, γι’ αυτό δε χρειάζεσαι τίποτα. Εντάξει ως εδώ;» «Εντάξει» «Λατρεύεις το ροκ. Ακούς Σαββόπουλο και Χατζιδάκι. Παίζεις κιθάρα» «Δεν ξέρω ούτε πως πιάνουν την κιθάρα!» «Πες πως χτύπησες τα δάχτυλά σου στην προπόνηση, γιατί είσαι και μπασκετμπολίστας. Ευτυχώς, έχεις μπόι…» «Κατάγομαι από την Καστοριά, φωτογραφίζω, ζωγραφίζω, πάω εκδρομές, παίζω μπάσκετ και κιθάρα…Τα λέω σωστά;»

«Τέλεια! Η μικρή τώρα: Είναι μαθήτρια, του χρόνου θα πάει στην τρίτη Λυκείου. Μένει στο Περιστέρι, οι γονείς της δουλεύουν στο Υπουργείο Γεωργίας. Κάνει πιάνο εδώ και οχτώ χρόνια, από πιτσιρίκι, δηλαδή… Μιλάει αγγλικά και γερμανικά, χορεύει καλαματιανούς και μπάλλους σε κάποιον πολιτιστικό σύλλογο. Γενικά, είναι πολύπλευρη προσωπικότητα…» «Παραείναι… Πως μ’ όλα αυτά που κάνει, ήθελε και αλληλογραφία;» «Γιατί όχι; Φαίνεται πως όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν την καλύπτουν, δηλαδή δεν την κάλυπταν πριν δυο χρόνια, όταν άρχισε την αλληλογραφία… Το γεγονός ότι τη συνέχισε μπορείς να το αποδώσεις στο φτωχό σου φίλο…»

Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία, πηγαίναμε για φιάσκο. Ωστόσο, δε μπορούσα να του χαλάσω το χατίρι. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί.

«Και μετά;» «Τι μετά;» «Πως θα συνεχιστεί αυτή η ιστορία;» Ο Στάθης δεν απάντησε αμέσως. «Δεν ξέρω… Μάλλον θα σκηνοθετήσω κάποιο φανταστικό ατύχημα γι’ αυτόν τον ανύπαρκτο Στάθη και θα τελειώσει αυτή η γελοία υπόθεση…» «Δε με λες, αυτή η Έφη είναι ερωτευμένη με τον Στάθη;» «Με μια έννοια… δηλαδή, ναι». «Γιατί, βασικά, τον ερωτεύτηκε;» Με κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει που το πήγαινα «Υποθέτω, για όλα…» «Βασικά όμως για τις ωραίες σκέψεις που της έγραφε…» «Και λοιπόν;» «Αν της έλεγες την αλήθεια, δε θα μπορούσε αυτός ο έρωτας να μεταφερθεί από το φανταστικό Στάθη στον πραγματικό;»

Τα χαρακτηριστικά του φίλου μου σκλήρυναν. «Μιχάλη, μην ξαναπείς τέτοιες ανοησίες… Η μόνη γυναίκα που μ’ ερωτεύεται είναι η Λίτσα κι αυτή γιατί της δίνω ένα χιλιάρικο κάθε φορά…» Έπεσε μια πολύ δυσάρεστη σιωπή. Ένοιωθα απαίσια. «Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω…» Χαμογέλασε. «Το ξέρω, ρε. Δε μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου που μπλέχτηκα έτσι… Τέλος πάντων. Θα σου δώσω τα γράμματά της, να τα διαβάσεις. Πρέπει να την ξέρεις όσο γίνεται καλύτερα. Θα σου δώσω και τα δικά μου, δηλαδή του κατά φαντασίαν Στάθη. Κρατούσα αντίγραφο… Εντάξει;» «Εντάξει».

Στο δρόμο φάνηκε να έρχεται η μάνα του, κουβαλώντας μια μεγάλη πλαστική τσάντα, γεμάτη χαρτόνια, διπλωμένα σε ρολό. Είχαμε πει όσα χρειαζόντουσαν, αλλά επέμεναν και οι δύο και έμεινα μαζί τους για φαγητό. Έφυγα κατά τις δύο.

Αντί να τραβήξω για το σπίτι μου στην Τριανδρία έστριψα δεξιά και έκανα μια μεγάλη βόλτα με τη μηχανή. Πέρασα τη Μίκρα, βγήκα στο δρόμο για Χαλκιδική και χωρίς αν το καταλάβω βρέθηκα στη Σάρτη. Η παραλία ήταν γεμάτη με νοστιμιές, αλλά προτίμησα να ψάξω κάποια ερημιά για να βουτήξω. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν συνέχεια αυτά που μου είπε ο Στάθης, προσπαθούσα να φανταστώ τι θα μπορούσε να πάει στραβά. Τα πάντα. Γύρισα περασμένες εννιά στο κέντρο και τράβηξα κατευθείαν για την παμπ. Ο αδερφός μου με περίμενε ανυπόμονα, γιατί είχε κανονίσει με τη γυναίκα του να βγει. Με γκάζωσε λίγο για την αργοπορία, αλλά με είδε σκεφτικό και τράβηξε φρένο «Τι έγινε ρε, σε κάνει νάζια η γκόμενα;» είπε και έγινε άφαντος, χωρίς να περιμένει απάντηση.

*

Κόντεψα να πάθω καθώς διάβαζα τα γράμματα του Στάθη και της Έφης. Ήτανε και ατελείωτα… Κάθε γράμμα τουλάχιστον πέντε σελίδες. Συνήθως άρχιζαν με τα νέα τους, εκείνη έγραφε για το σχολείο και το πιάνο και τις φίλες της και ο Στάθης έγραφε τα πιο απίθανα ψέματα. Πήγε, είδε, έκανε… Μετά, συνέχιζαν την κουβέντα που είχαν αρχίσει για μουσικές, ταινίες και λογοτεχνία. Ελάχιστα καταλάβαινα. Η Έφη έγραφε απλά και στρωτά, ο Στάθης πιο μπερδεμένα. Όσο η στοίβα με τα διαβασμένα ψήλωνε, το γύριζαν στο πιο προσωπικό και ξεκινούσαν ένα όλο και περισσότερο ανοιχτό φλερτ. Φως φανάρι, η Έφη ήταν τσιμπημένη, αλλά και ο δικός μου δεν πήγαινε πίσω…

Ένοιωσα μια πολύ έντονη στεναχώρια, πίκρα πες, για το φίλο μου. Ήθελε τόσο πολύ να ζήσει αυτά που του έλειπαν, που έπλασε κυριολεκτικά ένα άλλο, φανταστικό πρόσωπο, να ζήσει για λογαριασμό του. Η σκληρή αλήθεια δε μπορούσε ν’ αλλάξει με καμιά φαντασίωση, αλλά τα συναισθήματα και το άγχος που δημιουργούσε το ψέμα πήγαιναν ίσια στον πραγματικό Στάθη και τον τυραννούσαν. Θαύμαζα τη δύναμή του να ονειρεύεται, να φτιάχνει φανταστικούς κόσμους και να ζει μέσα σ’ αυτούς, ενώ έμενε καρφωμένος στην καρέκλα του. Μια δύναμη που εγώ, έλεγα, δεν θα την είχα ποτέ.

Αναρωτιόμουν, τι εντύπωση θα μπορούσα να κάνω σ’ αυτή την κοπελίτσα. Η φωτογραφία την έδειχνε όμορφη ή σωστότερα πολύ χαριτωμένη. Μακριά ξανθά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια, καθαρό σαγόνι, μυτούλα, ψηλός λαιμός και «…νοιώθω να υπερίπταμαι μετέωρη σ’ ένα πελώριο γαλάζιο σύννεφο που δεν το ξέρω και το φοβάμαι, αλλά το αγαπώ…» Τώρα, μάλιστα. Δεν είχα καμιά σχέση με τα σύννεφα, τις αλληγορίες και τους ποιητικούς συμβολισμούς. Ο Στάθης είχε δίκιο, δεν ήμουν ενημερωμένος.

Αλλά κι αυτός γιατί «ενημερώθηκε»; Γιατί δεν είχε κάτι άλλο να κάνει, ακίνητος. Όσο τον ήξερα πριν το ατύχημα, ήταν σαν κι εμένα, μόνο το Δικέφαλο, την αθλητική εφημερίδα έπιανε στα χέρια του. Μετά άρχισε να καταβροχίζει βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες… Εγώ με το ζόρι μπήκα στη Νομική, γιατί γκρίνιαζαν οι δικοί μου κι ο αδερφός μου, ο άρχων της νύχτας. Αλλά ήταν πάντα οι μηχανές, τα γυμναστήρια, οι γκομενίτσες της Αγίας Σοφίας και των γύρω δρόμων. Και, για να τα λέμε όλα, ο ΠΑΟΚ.

Συγύρισα τη γκαρσονιέρα και εξαφάνισα όλα τα πιθανά ενοχοποιητικά στοιχεία: φωτογραφίες, δίσκους με αφιερώσεις, ενθύμια και δωράκια. Καταχώνιασα τα αστυνομικά που διάβαζα στο πατάρι, μαζί με τα πορνό περιοδικά και όσα πόστερ υποπτεύθηκα πως δεν ήταν καλού γούστου. Γιατί μπορεί να ήταν, λέει, αλλουνού το σπίτι, αλλά ήταν το δικό μου.

Η δισκοθήκη με έβαλε σε μπελάδες. Εξαφάνισα το Μαργαρίτη, τον Αγγελόπουλο και το Χριστοδουλόπουλο (το πατάρι φράκαρε…) και κουβάλησα δίσκους από ένα γνωστό μου φοιτητή της Αρχιτεκτονικής. Πήρα και όσα λογοτεχνικά βρήκα, ο τύπος ήταν στο Ρήγα Φεραίο και κουλτουριάρης.

Έβαλα σε μια βαλίτσα τα περισσότερα ρούχα μου και τη στρίμωξα κάτω από το κρεβάτι. Θέλοντας και μη βγήκα για ψώνια. Πήρα δυο τζιν παντελόνια, ένα άσπρο πουκάμισο και τρία μπλουζάκια, όλα κυριλέ, προς μεγάλη έκπληξη του αδερφού μου, ο οποίος ξηγήθηκε στο οικονομικό. «Θέλω να τη γνωρίσω αυτή την κοπέλα που σου ξεκρέμασε τα χαϊμαλιά!» μου φώναξε καθώς γκάζωνα τη μηχανή. Βιαζόμουνα, να προλάβω να σουλουπώσω και τα μαλλιά.

Καθώς έκανα όλες αυτές τις προετοιμασίες, η δυσφορία που ένοιωθα στην αρχή έγινε ανυπομονησία να γνωρίσω το κορίτσι που για χάρη του γινόντουσαν όλα αυτά. Και φαντάστηκα κάποια στιγμή πως δεν ήμουν ο Μιχάλης, αλλά ο Στάθης, ο φανταστικός Στάθης, που περίμενε την καλή του. «Αυτό θα με βοηθήσει να παίξω το ρόλο μου με φυσικότητα» σκέφτηκα.

*

Τρεις παρά πέντε ρωτούσα στο σταθμό πότε φτάνει το τραίνο. «Έχει μιάμιση ώρα καθυστέρηση». Δεν είχα παρά να περιμένω. Το καφενείο είχε κλείσει, βγήκα και αγόρασα από ένα γέρο που διανυκτέρευε καφέ – κονσέρβα κι έκανα ατελείωτα σουλάτσα μπροστά στο σταθμό, στις αφετηρίες των αστικών και μέσα στη μεγάλη αίθουσα αναμονής, όπου κοιμόντουσαν δεκάδες τουρίστες, τυλιγμένοι στους υπνόσακους.

Μιάμιση ώρα δεν είναι τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα. Το τραίνο έφτασε. Την είχα αράξει στις σκάλες, για να αποκλείσω την περίπτωση να περάσει χωρίς να τη δω. Την αναγνώρισα αμέσως και η πρώτη σκέψη μου ήταν πως οι φωτογραφίες την αδικούσαν. Δίπλα της, κι αυτή μ’ ένα σακ-βουαγιάζ στο χέρι, κατέβαινε τις σκάλες μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα. Κατέβηκαν. «Είμαι ο Στάθης» είπα. Η Έφη και η Μαρία. Είπαμε δυο τρεις κουβέντες για το ταξίδι και την καθυστέρηση. Στριμωχτήκαμε στη μηχανή και λίγο αργότερα είμαστε στη γκαρσονιέρα μου, δηλαδή στη γκαρσονιέρα του φίλου του Στάθη.

Σε γενικές γραμμές ήταν κάπως αμήχανες. Πραγματικά άβγαλτες. Τους έδειξα τα στοιχειώδη και κλείσαμε ραντεβού για το μεσημέρι.

Μου φάνηκε πως όλα έγιναν δυσανάλογα εύκολα και γρήγορα, σε σχέση με την ένταση της αναμονής. Όταν έφτασα στου αδερφού μου κόντευε να ξημερώσει. Τον ξύπνησα για να μπω και του εξήγησα πως η γκαρσονιέρα μου είχε παραχωρηθεί σ’ ένα φίλο. «Σε ποιόν, ρε;» «Στο Στάθη» «Ποιο Στάθη;» «Άσε, δεν τον ξέρεις». Ο ύπνος με πήρε όταν είχε ξημερώσει για τα καλά κι έξω ακουγόντουσαν τα πρωινά λεωφορεία.

*

Ο Στάθης ήθελε να μάθει ένα σωρό λεπτομέρειες. Πως ήταν η φωνή της. Τι φορούσε. Αν ήταν βαμμένη, αν είχε βάλει άρωμα. Πως ήταν χτενισμένη. Το περίεργο ήταν πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχα προσέξει. Θέλω να πω, πήρα μόνο τη γενική εντύπωση, χωρίς να μπορώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Υποσχέθηκα στο Στάθη πως θα του τα περιγράψω όλα αυτά στο επόμενο τηλεφώνημα, το βράδυ. Ήταν ανυπόμονος και νευρικός. «Μήπως είπες τίποτα άτσαλο;» «Όχι ρε συ» «Σίγουρα;» «Όχι ρε Στάθη, δεν ξεφούρνισα ούτε μια μαλακία!» Είχα εκνευριστεί κι εγώ. Έπεσε σιωπή. «Έλα, μ’ ακούς;» «Ναι, λέγε» «Ας μείνουμε ήρεμοι. Κλείσε και ξαναπάρε το βράδυ». «Γεια» είπα και κατέβασα το ακουστικό.

Μα με θεωρούσε τόσο ηλίθιο; Είχα τσαντιστεί για τα καλά. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που μούβαζε τις φωνές, ήταν όμως η πρώτη που θύμωνα εγώ. Δεν πρόσεξα έναν γιωταχή που ερχόταν πίσω μου πατημένος και, καθώς φρενάρησα στο φανάρι της Καμάρας γιατί άναψε κόκκινο, παραλίγο να με μαζέψει. Ο προφυλακτήρας του ακούμπησε τη μηχανή, παραλίγο να πέσω στην άσφαλτο. Κατέβηκα, τη στήριξα και πριν προλάβει να αντιδράσει άνοιξα την πόρτα του, τον άρπαξα με τα δυο χέρια, τον έσυρα έξω και τον έστησα μπροστά μου. Ήταν ενάμιση κεφάλι κοντύτερος και γούρλωνε τα μάτια. «Ρ’ άει στο διάολο» είπα στον εαυτό μου. «Ηρέμησε!» Τον παράτησα χωρίς να του πω κουβέντα κι έφυγα, ακριβώς την ώρα που άναβε το πράσινο. Περίεργο, αλλά αυτός ο παρ’ ολίγο καυγάς με χαλάρωσε και, μπορώ να πω, μου έφτιαξε τη διάθεση.

Μία και πέντε χτυπούσα το κουδούνι του σπιτιού μου. Άνοιξε η Μαρία. Συμπαθητική κοπέλα. Η Έφη, λέει, ήταν στο μπάνιο. Καθίσαμε. Η ζέστη μου φάνηκε αφόρητη, σηκώθηκα σα νοικοκύρης και άνοιξα διάπλατα το παράθυρο. Μπορεί να ζεσταινόμουν παραπάνω, επειδή δεν ήξερα αν θα τα κατάφερνα στη συνέχεια.

«Θέλεις καφέ;» «Όχι, έχω πιει» «Τι σχολή είσαι;» «Ε… Αρχιτεκτονική» «Ωραία» «Ναι, ωραία…» Σιωπή. «Εσύ, Λύκειο;» «Ναι» «Τι τάξη;» «Δευτέρα» «Με τέτοια σωματική ανάπτυξη;» Νευρικό και αμήχανο γελάκι. Δαγκώθηκα. Ο Στάθης είχε δίκιο, όσο λιγότερα έλεγα, τόσο το καλύτερο. Εκείνη την ώρα βγήκε η Έφη από το μπάνιο, τυλιγμένη στη μεγάλη γαλάζια πετσέτα, με τα μαλλιά να στάζουν και τα πόδια γυμνά. Μου φάνηκε υπέροχη. «Γειά σου Στάθη. Μισό λεπτό, να ντυθώ». Γύρισε την πλάτη και ξαναμπήκε.

«Θέλετε βέβαια να δείτε τη Θεσσαλονίκη…» είπα στη Μαρία «Ναι» «Θα σας τη δείξω εγώ. Αν είχαμε αμάξι… Τρεις με τη μηχανή θα μας κάνουν τσακωτούς οι μπάτσοι…» «Α, εγώ θα πάω να δω τη Στέλλα, είναι ξαδέρφη μου. Θα είσαστε εσύ και η Έφη» «Μπράβο οι άβγαλτες!» σκέφτηκα.

*

Έπιασε το χέρι μου που ακουμπούσε στο παραπέτο του μπαλκονιού, έτσι ξαφνικά. Έπιασε, δεν είναι η σωστή λέξη. Άγγιξε, για λίγα δευτερόλεπτα, σε μια επαφή που με έκανε να ανατριχιάσω. Μετά μου χαμογέλασε και κατέβασε για λίγο το βλέμμα.

Βρισκόμασταν στ Αστέρια, στο Πανόραμα. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, γεγονός παράδοξο για την ώρα και το μήνα και η Σαλονίκη απλωνόταν μπροστά μας μακρόστενη και νωχελική. Τη σκέφτηκα από μόνος μου αυτή τη φράση, αλλά δίσταζα να την ξεστομίσω, μήπως κι ήταν αρλούμπα. Εκείνη τη στιγμή ήταν που άγγιξε με το χέρι της το δικό μου. «Στάθη…» «Ναι…» «Θέλω να σου πω πόσο σημαντικά ήταν για μένα τα γράμματά σου… πόσο μου άρεσε αυτή η ευαισθησία και η φλόγα που έχεις…» Ξεροκατάπια. «Βλέπεις κάτω τη Σαλονίκη» είπα για ν’ αλλάξω κουβέντα «έτσι μακρόστενη και νωχελική που απλώνεται μπροστά μας…» «Ναι…» Ναι, αλλά εγώ δεν είχα άλλο να συνεχίσω και το έκοψα εκεί.

Τις λίγες ώρες που είμαστε μαζί, λίγα πράγματα είχαμε πει, δηλαδή αυτή μιλούσε κι εγώ άκουγα. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα ήξερα ήδη, από τα γράμματα που είχα διαβάσει. Μόνο όταν μου είπε ότι σκεφτόταν να οργανωθεί στο Ρήγα Φεραίο και μου ζήτησε τη γνώμη μου, δυσκολεύτηκα. Δε μπορούσα να της πω τη δική μου γνώμη, γιατί θα παρεξηγιόμασταν, ευτυχώς θυμήθηκα πως ο Στάθης τα θεωρούσε όλα αυτά «ενδιαφέροντα, χαριτωμένα και άχρηστα». Της το είπα λοιπόν και φάνηκε πως της άρεσε.

Να ήταν καμιά άλλη, η Τίνα παραδείγματος χάριν, πως θα κύλαγε η κουβέντα! Θα της έλεγα τα τελευταία σόκιν ανέκδοτα ή ακόμα καλύτερα θα της έλεγα για τη μηχανή προβολής που έχω στη γκαρσονιέρα μου και τις σπέσιαλ ταινίες που έφερε ένας φίλος από το Μόναχο… Σε λίγο θα ανεβαίναμε στη μηχανή, θα πηγαίναμε για ιδιωτική προβολή και μετά, χαμός!

Με την Έφη δε γινόταν, έτσι κι αλλιώς, ήταν του Στάθη. Αλλά εκτός απ΄ αυτό, τι να της έλεγα; Να προσπαθήσω περί διαγραμμάτου κομπλάριζα, γιατί θα έλεγα κοτσάνες και θα με καταλάβαινε. Να παίξω στην έδρα μου δε γινόταν, θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Έτσι έμενα να την κοιτάζω σιωπηλός και να την ακούω. Κι αυτή επανέλαβε την προηγούμενη κίνησή της. Αυτή τη φορά άφησε το λεπτό της χεράκι να ξεκουράζεται πάνω στο δικό μου.

Έπρεπε να μείνω κρύος, «γλυκός μεν, αλλά απαθής» όπως παρήγγειλε ο Στάθης. Σκεφτόμουν τι να βρω για να τραβήξω το χέρι μου. «Είσαι πολύ λιγόλογος, το αντίθετο από τα γράμματά σου… μ’ αρέσει αυτό…» Χαμογέλασα αμήχανα. «Μου αρέσει να σε ακούω…» «Εγώ μιλάω πολύ… Αλλά πες μου κάτι για σένα…» «Τα βασικά τα ξέρεις…» «Όλα, όλα τα βασικά;» «Ε, ναι, όλα…» Χαμογέλασε πλατιά και τα πράσινα μάτια της έλαμψαν. Όλα – μα όλα- πήγαιναν κατά διαβόλου.

*

Βλέπαμε μια ταινία Γαλλική, δε θυμάμαι ποια. Της είχα δώσει την εφημερίδα με τα έργα και της είπα να διαλέξει αυτή, όπως κι έγινε.

Θερινό σινεμά, δροσιά, αγκαλίτσα… Νομίζω έχει ένα τραγούδι με κάτι τέτοια ο Κηλαηδόνης. Χωρίς να καταλάβω πως έγινε, συνειδητοποίησα ότι τη φιλούσα γλυκά γλυκά. Τραβήχτηκα, με πολύ κόπο.

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κοντά στο Μακεδονία Παλάς. Έγειρε πάνω μου, με αγκάλιασε και έφερε τα χείλη της στα δικά μου. Καταλάβαινα την παρασπονδία που έκανα στο Στάθη. Δεν ήμουν εκεί σα Μιχάλης, ήμουν ένας εκπρόσωπος, με συγκεκριμένη αποστολή και καθαρές εντολές. Έπρεπε να βγάλω πέρα μιαν άρρωστη ιστορία, που είχε όμως μεγάλη σημασία για το Στάθη. Κι εγώ εκμεταλλευόμουν το μύθο που είχε δημιουργήσει εκείνος και ζαχάρωνα… Ντράπηκα. Τι κι αν η κοπέλα ήταν μοναδική; Έπρεπε να πετύχω αυτοέλεγχο και να κοντρολάρω την κατάσταση, πριν γίνει καμιά στραβή…

«Τι έχεις, τι σκέφτεσαι;» «Τίποτα» «Κάτι σκέφτεσαι, αλλά άστο ότι κι αν είναι… έλα, φίλησέ με…» ένοιωσα ένα ρίγος να περνάει στη ραχοκοκαλιά μου, καθώς μου ψιθύρισε αυτές τις λεξούλες. Πρότεινε τα χειλάκια της, ο λαιμός της τεντωμένος, τα στήθη της κολλημένα πάνω μου, τα χέρια της δεμένα πίσω απ’ το λαιμό μου… Ποιος αυτοέλεγχος μπορούσε να γίνει εκείνη την ώρα; Ακούμπησε, λαχανιάζοντας ελαφρά, το μάγουλό της στο δικό μου. «Είμαι ευτυχισμένη…» Περίμενε να πω κάτι. «Κι εγώ». Η συνέχεια ήταν αναπόφευκτη. «Σ’ αγαπώ» «Κι εγώ».

Αισθανόμουν μαύρες τύψεις να με κυκλώνουν για το άσχημο παιγνίδι που έπαιζα, αλλά σιγά σιγά ανέβηκε μέσα μου κάτι σα ζέστη, κάτι σα θολούρα. Ξέχασα προς στιγμήν το Στάθη και τα βάσανά του και σκεφτόμουν πόσο απίστευτα όμορφη, πόσο εξαίσια ήταν η Έφη, και τι καλά που θα ήταν αν μπορούσα να τα φτιάξω μαζί της και να πηγαινοέρχομαι με τη μηχανή στην Αθήνα…

Μια ξαφνική σκέψη με πάγωσε: κι όταν καταλάβαινε, που ήταν σίγουρο, πως ήμουν κάλπικος, πως ήμουν κάποιος άλλος; Και μάλιστα εντελώς αντίθετος μ’ αυτόν τον ανύπαρκτο άνθρωπο, που έπαιζα το ρόλο του; Δε θα έφευγε τότε; Δε θ’ απογοητευόταν, δε θα πληγωνόταν; Ήταν φως φανάρι πως της άρεσα, αλλά δεν της άρεσα εγώ, ο Μιχάλης, αλλά ένας άλλος, βγαλμένος μέσα από ένα σκηνικό ξένο, φορτωμένος με μια μυθολογία που δεν μου ανήκε. Σε λίγο θα καταλάβαινε πως δεν ήξερα να μιλάω, πως δεν ήξερα τίποτα για μουσική, ζωγραφική, κουλτούρα, ιστορίες. Άλλο μήκος κύματος… Τότε θα έφευγε αηδιασμένη και δε θα μπορούσα να την κρατήσω με τίποτα.

Κι ο Στάθης; Μήπως θα μπορούσε να τα βρει με το Στάθη; Τον πραγματικό Στάθη. Όσο το σκεφτόμουν, δεν το έβρισκα απίθανο: Μετά την πρώτη έκπληξη, η συμπάθεια, ο θαυμασμός και, ίσως ίσως, ο έρωτας.

Φαίνεται αδιανόητο, αλλά, έτσι κι αλλιώς, εκείνο το βράδυ είχα χάσει τα μυαλά μου. Με πλημμύρισε μια κακιά ζήλεια, ένοχη και βουβή. Αυτός, ανάπηρος, είχε περισσότερες πιθανότητες από μένα για την καρδιά της Έφης…

«Είσαι τόσο αληθινός, τόσο αληθινός…» Τα χειλάκια της έπαιζαν στο δεξί μου αυτί. Παραλίγο να βάλω τις φωνές ή τα κλάματα. «Θεέ μου, απόψε και αύριο… Πως θα περάσουν οι ώρες, να φύγει, να γλιτώσω;» Ξαναζήτησε τα χείλη μου και σφίχτηκε πάνω μου δυνατά. Τα ξέχασα όλα και βυθίστηκα.

*

Την άφησα στη γκαρσονιέρα, περασμένες τρεις. Ήθελε να μείνω μαζί της, αλλά δεν τόλμησε να το πει κι εγώ έκανα τον κουτό. Όταν έμεινα μόνος ανάσανα βαθιά. Η μυρωδιά της είχε μείνει πάνω μου και με ζάλιζε. Πήγα στου αδερφού μου να κοιμηθώ και τηλεφώνησα από εκεί στο Στάθη, όπως είχαμε συμφωνήσει. «Δε λέει και πολλά πράγματα…» «Α, έτσι…» «Ναι, τίποτα το σπουδαίο δηλαδή…» «Τόσο το καλύτερο. Πώς τα πήγες;» «Καλά μωρέ, αλλά βαρετά…» «Δηλαδή;» «Τη γύρισα εδώ κι εκεί, πήγαμε σινεμά, αυτά…» «Τι άλλο;» «Τι άλλο; Τίποτα…» Σιωπή. «Δεν τσιμπάει;» «Ξέρω γω; Πάντως δεν το δείχνει…» «Α…» Έκλεισα το τηλέφωνο κατακόκκινος από ντροπή.

*

Θυμάμαι απ’ το γυμνάσιο. Μας εξηγούσε η δεσποινίς Αικατερίνη Ασλανίδου, μια συμπαθέστατη γεροντοκόρη, τι γινόταν στις αρχαίες τραγωδίες όταν όλα πήγαιναν για φούντο: έβγαινε λέει στη σκηνή ένας ηθοποιός κρεμασμένος από ένα μαραφέτι, θεός δήθεν, και έδινε τη λύση. Ο από μηχανής θεός. Κι ο κόμπος λυνόταν.

Καθόμαστε στο μπαλκόνι του Τότη και τρώγαμε παγωτό. Κανονικά, σε τρεις ώρες θα έφευγε. Τα είχε καταφέρει όμως, δεν ξέρω πως και θα έμενε άλλο ένα βράδυ στη Θεσσαλονίκη. Η μέρα είχε περάσει σχεδόν ανώδυνα, γιατί φάγαμε τη μέρα να πάμε για μπάνιο στο Νέο Μαρμαρά και να γυρίσουμε. Τριβόταν πάνω μου συνεχώς, αλλά είχα καταφέρει να κρατήσω την ψυχραιμία μου, με τη βοήθεια της θάλασσας και του ήλιου. Φοβόμουν το βράδυ, που είχε κιόλας φτάσει, φοβόμουν και την Έφη γιατί όσο με συνήθιζε γινόταν όλο και πιο τολμηρή.

Λέγαμε διάφορα. Δηλαδή αυτή μιλούσε συνέχεια και σταματούσε μονάχα για να φιληθούμε. Ήταν χαρούμενη, λαμπερή, πανέμορφη. Κι εγώ είχα τις μαύρες μου, γιατί το μέλλον έμοιαζε σκοτεινό.

Ξαφνικά ένα δάχτυλο χτύπησε στον ώμο μου και είδα την Έφη να απορεί. Έστρεψα και αντίκρισα τη Μιμίκα, Σαλονικιά φίλη και συμφοιτήτρια. «Γεια σου Μιχαλάκη, τι μου γίνεσαι; Δεν έφυγες ακόμα διακοπές;» Δεν έβγαλα τσιμουδιά. «Το πέρασες το Αστικό Δίκαιο;» «Όχι» «Είναι το μεγαλύτερο αγγούρι της Νομικής! Εμένα, που να σε λέω, με έκοψε πάλι με τέσσερα ο ηλίθιος…» “…” «Γεια σου τώρα, με περιμένουν… Πάρε κανένα τηλέφωνο καημένε, σε χάσαμε…» Η Μιμίκα, ο από μηχανής θεός, έφυγε από το μπαλκόνι του Τότη.

Το πράγμα δεν έπαιρνε μπάλωμα. Αναγκάστηκα να εξηγήσω τα πάντα στην Έφη, που έπεσε από τα σύννεφα. Τα πάντα, εκτός από το ότι ήμουν τρελά ερωτευμένος με τα πράσινα μάτια της και τα κοραλλένια της χειλάκια.

Ταράχτηκε. Η ανάσα της έγινε γρήγορη, τα χείλη της έτρεμαν. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της. Την κοιτούσα ακίνητος, ζεματισμένος. Πέρασε πολλή ώρα μέχρι να μιλήσει. «Πόσα χρόνια είναι ο Στάθης έτσι;» «Πέντε» «Που μένει;» «Στη Νέα Κρήνη» «Θέλω να με πας».

*

Ο Στάθης δε δεχόταν με τίποτα. «Δε θέλω να με δει, το καταλαβαίνεις;» «Μα επιμένει…» «Δε με νοιάζει αν επιμένει! Μη τολμήσεις και τη φέρεις εδώ, γιατί θα…» Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να τελειώσει τη φράση του.

Η Έφη, δίπλα, παρακολουθούσε. Ήταν ξαφνικά σιωπηλή και χλωμή. Κάτι είχε ραγίσει στην εύπιστη καρδούλα της. «Δε θέλει» «Μα γιατί;» Αναστέναξα. «Γιατί…» Πώς να της δώσω να καταλάβει; «Πάμε να καθίσουμε». Με ακολούθησε.

Ανακάτευα με το κουταλάκι τα υπολείμματα του παγωτού. «Κι εσύ;» «Τι εγώ;» «Αυτά που μου είπες…» «Καταλαβαίνεις, εκείνη την ώρα ήμουν άλλος…» «Φυσικά» «Ήμουν σε δύσκολη θέση…» «Βέβαια, σε πολύ δύσκολη θέση…» Πήρε μια σκληρή έκφραση, που δε μπορούσα να φανταστώ. «Με δούλεψες κανονικά…» «Μα όχι…» «Επωφελήθηκες από αυτό το ψέμα για να μου πουλήσεις έρωτα! Είσαι παλιάνθρωπος, ψεύτης, σιχαμένος!» Έβαλε τα κλάματα, γίναμε θέαμα. Πήγα να πω κάτι «η φιλία…» να τα μπαλώσω, αλλά δεν άκουγε τίποτα. Φύγαμε από του Τότη. «Είμαι εντελώς ηλίθιος» έλεγα στον εαυτό μου, αφού εκείνη δε με άκουγε. «Με τη βλακεία μου κατάστρεψα και τις τελευταίες ελπίδες να την κερδίσω».

Μόλις την άφησα στην Τριανδρία, να μαζέψει τα πράγματά της και κείνη κατέβηκε από τη μηχανή και έτρεξε προς την είσοδο της οικοδομής χωρίς να με αποχαιρετίσει, συνήλθα. Έστριψα και έφυγα με χίλια για τη Νέα Κρήνη.

*

Έπινα με σιγανές γουλιές το νεσκαφέ που ετοίμασε η κυρά Ξένη. Έξω ψιλόβρεχε, εκείνο το μιρ μιρ της Θεσσαλονίκης το φθινόπωρο. Ο Στάθης είχε βάλει την καρέκλα κάθετα στο διάδρομο, μια έβλεπε εμένα και μια τη βροχή. Η μουσική του Ντιουκ Έλινγκτον πλημμύριζε το δωμάτιο. Τον άκουγα που σιγοτραγουδούσε τα λόγια, αλλά δεν καταλάβαινα και τον ρώτησα. «Περπατούσα και τραγουδούσα το μπλουζ…» Χαμογέλασε. «Αγγλικά, τουλάχιστον, έπρεπε να έχεις μάθει, ρε συ!»

Ήταν η πρώτη φορά που μιλάγαμε κανονικά, μετά τα γεγονότα του Ιουλίου. Θυμήθηκα σε τι κατάσταση τον βρήκα όταν έτρεξα καθυστερημένος από την Τριανδρία και ανατρίχιασα…

«Walking, walking and singing the blues… Ξέρεις Μιχάλη, προχθές πήρα γράμμα» Δε ρώτησα από ποιόν, κατάλαβα. Τον κοίταξα καλά καλά, ήταν απόλυτα ήρεμος. «Walking, walking and singing the blues… το ξαναβάζεις από την αρχή; Μου αρέσει πολύ αυτό το τραγουδάκι… Μου γράφει που λες πολύ ευγενικά, γεμάτη κατανόηση… Δε μου κρατάει, λέει, καμιά κακία και θέλει να συνεχίσουμε την όμορφη αλληλογραφία μας, σα να μη συνέβη τίποτα. Διάβολε, όλο και κάτι συνέβη!»

Έπαιζε ήσυχα το κομπολογάκι του με τις μεταλλικές χάντρες. «Σου στέλνει χαιρετισμούς και σου ζητά συγγνώμη για την άπρεπη συμπεριφορά της. Αναγνωρίζει πως φέρθηκε ανώριμα. Βλέπεις πόσο καλή και ευγενική είναι;» «Στάθη, θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι…» «Εντάξει, την είχες καψουρευτεί» «Το ήξερες;» «Ρε Μιχάλη, στα πόδια έχω το πρόβλημα, όχι στο μυαλό… Το κατάλαβα αμέσως, όταν μου αράδιαζες τα ψεματάκια σου στο τηλέφωνο… Σα να σε είχα μπροστά μου εκείνη την ώρα…» Σιωπή. «Υποθέτω πως σε ξέχεσε…» «Και πολύ μάλιστα… αλλά αυτό που το ξέρεις;» Ο Στάθης γέλασε. «Το αφήνει να εννοηθεί στο γράμμα της. Δε φαντάζομαι να είσαι ακόμα καψούρης;» «Όχι ρε συ!» «Ναι, καλά… Ας την είχες κοντά και σου έλεγα εγώ… Έχε υπόψη ότι τα έφτιαξε με κάποιον από το χορευτικό όμιλο… το αφήνει να εννοηθεί κι αυτό» «Ά…»

Γύρισα την κασέτα από την άλλη πλευρά. Ο Ντιούκ κάτι έλεγε στο κοινό. Ρώτησα. «Μαύρος, γλυκός κεραυνός… Ο κεραυνός της ζήλιας του Οθέλου για τη Δυσδαιμόνα. Οι πιο δύσκολες παρτίδες είναι οι παρτίδες που μπαίνει σα μπαλαντέρ η ζήλια, δηλαδή ο φόβος για την απώλεια του ονείρου… τότε δε μπορείς να ελέγξεις το πάθος και είσαι χαμένος… εκτός αν το ξεπεράσεις και να συνεχίσεις να ζεις» «Τέτοια λέει ο τύπος;» Ο Στάθης γέλασε με την καρδιά του.

Μπήκε η κυρά Ξένη χαμογελαστή, με το δίσκο της.

Σεπτέμβριος 1983

Advertisements