Μια ψύχραιμη και εκ των υστέρων αποτίμηση των γεγονότων της περασμένης εβδομάδας  ,  όπως αυτά διαδραματίσθηκαν στις Βρυξέλλες , θα ήταν σκόπιμο να επιχειρηθεί τώρα και μάλιστα μετά τη χθεσινή προσφυγή μας στις «αγορές».

Οι σκέψεις  που θα εκθέσω παρακάτω πλανώνται στη κεφάλα μου  εδώ και αρκετό καιρό , ίσως από την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης  το 2008  και μερικές από αυτές έχουν παρουσιαστεί μερικώς σε σχόλια  και παρεμβάσεις μου στο φιλόξενο χώρο της Καλύβας.


Τα τελευταία γεγονότα όμως , οι «δραματικές» ( επικοινωνιακά τουλάχιστον ) συνθήκες εν μέσω των οποίων έγιναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ελήφθησαν τελικά  οι αποφάσεις στις Βρυξέλλες τη περασμένη εβδομάδα , βοήθησαν στο να ξεκαθαρίσω ( ελπίζω όχι οριστικά ) το οπτικό μου πεδίο από το κουρνιαχτό και τη θολούρα που ασκούσε  η καθημερινή  και άρα βραχυπρόθεσμη πίεση  των απειλών χρεωκοπίας , των δανειακών αναγκών , των επαπειλούμενων μέτρων , των αφηνιασμένων «αγορών» , των διαδόσεων και των φημολογιών.

Όλες αυτές οι απειλές , άλλες πραγματικές , άλλες προεξοφλημένες , άλλες  με «φρονηματικό» χαρακτήρα , άλλες τέλος ως επικοινωνιακά φαντάσματα συνέθεταν ένα πεδίο – πλέγμα ιδιαίτερα πολύπλοκο πάνω στο οποίο ασκήθηκε η επί της ουσίας πολιτική λύση που προέκυψε τη περασμένη εβδομάδα. Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η δική μας περιορισμένη ( και λόγω της πίεσης ) οπτική ενέχει το κίνδυνο να παγιδευτούμε , επιχειρώντας μια γενική εκτίμηση ,  στο τοπικό και περιορισμένης σημασίας ναρκοπέδιο των καθ’ ημάς  συμφερόντων και βασάνων.

Το γεγονός ότι , παρά τη διακηρυγμένη πολλαπλώς ( και μέχρι σχεδόν το αμήν ) άρνηση  ορισμένων εταίρων μας , να συζητηθεί επισήμως το πρόβλημα της Ελλάδας  στη συνάντηση , τελικά και συζήτηση έγινε και αποφάσεις ελήφθησαν ,  δεν σημαίνει ότι ΤΟ πρόβλημα είναι η Ελληνική οικονομία. Αυτό είναι νομίζω αντιληπτό από κάθε σκεπτόμενο παρατηρητή. Τα πραγματικά ζητήματα που έχουν τεθεί από την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης προ διετίας βρήκαν στο «σώμα» της ελληνικής  οικονομίας ένα πρόσκαιρο και προνομιακό πεδίο έκφρασης. Η πίεση θα συνεχιστεί στον ίδιο βαθμό που μπορεί και να μεταφερθεί στον επόμενο «αδύναμο κρίκο».  Εκ πρώτης όψεως στόχος είναι το ευρώ και η ΕΕ ως οντότητα πρώτιστα οικονομική , αλλά ταυτοχρόνως κοινωνική και πολιτική.  Αλλά θεωρώ ότι ούτε το ευρώ ούτε η ΕΕ αποτελούν το  εν τω βάθει  διακύβευμα.

Η πολιτική και γεωστρατηγική αδυναμία της Ευρώπης σήμερα έχει μια ιδιάζουσα διαφορά σε σχέση με το παρελθόν. Στο παγκόσμιο παίγνιο , μετά τη λήξη του ΒΠΠ η Ευρώπη ( Δυτική και Ανατολική ) υπήρξε ένα σημαντικό πιόνι , αλλά έκτοτε πιόνι.  Αντίθετα , ειδικά η Δ. Ευρώπη για μια μακρά πεντηκονταετία απολάμβανε μια διαρκή οικονομική ανάπτυξη βασισμένη στη μακρά εμπειρία , τη τεχνογνωσία , το πολιτιστικό εποικοδόμημα , τις αφειδείς έξωθεν χρηματοδοτήσεις και ενισχύσεις. Εγκαταλείπωντας σταδιακά το αποικιακό προφίλ ,  τη δυνατότητα επεμβάσεων  και ελέγχου ,  την ανεξαρτησία άσκησης  εξωτερικής πολιτικής η Ευρώπη αποδύθηκε σε ένα αγώνα  ανόρθωσης των οικονομιών  με βάση τη δημιουργία ενεργού ζήτησης  εντός της περιοχής της , ανάπτυξης του ενδοευρωπαϊκού και αργότερα του διεθνούς εμπορίου , δημιουργίας μιας  κοινωνικής πολιτικής που θα εξασφάλιζε ότι δεν θα επιστρέφαμε σε συνθήκες προπολεμικές όπου ενέδρευε το φάντασμα της Βαϊμάρης. Δεν θα πρέπει επίσης να υποτιμηθεί το γεγονός ότι η Ευρώπη ήταν το κατ εξοχήν πεδίο εφαρμογής του Ψυχρού Πολέμου , τουλάχιστον κατά τις 2 πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και μάλιστα στη «ψυχρή» του μορφή.

Ο ανταγωνισμός και  η αντιπαράθεση των συστημάτων στην Ευρώπη ήταν κατ’ ανάγκην επικεντρωμένος στο οικονομικό και κοινωνικό ζήτημα , αφού δεν ήταν νοητή ούτε ανεκτή πλέον η δια των όπλων επίλυση των αντιθέσεων. Ας μη λησμονηθεί εδώ ότι το μόνο πεδίο μάχης όπου συγκρούστηκαν στην Ευρώπη οι δύο συνασπισμοί ήταν στη χώρα μας και μάλιστα  στη περίοδο εκείνη όπου τα βασικά δόγματα δεν είχαν ακόμα διαμορφωθεί. Η μακρά περίοδος ειρήνης σε συνδυασμό με τη προστατευτική ομπρέλλα της MAD ( mutual assured destruction ) και του ΝΑΤΟ καθώς και οι ασκηθείσες επί τούτου κοινωνικές πολιτικές  είχαν σαν αποτέλεσμα τη διάχυση της ευημερίας , την επιβεβαίωση προσδοκιών και τη δημιουργία έτι περισσότερων και την οικονομική ανάπτυξη. Παραλληλα σημαντικοί πολιτικοί ηγέτες καθοδηγούσαν και καινοτομούσαν σε ένα περιβάλλον σχετικά σταθερό ενισχύοντας τη συνοχή και την εμπιστοσύνη. Είχε επομένως μέχρι πρόσφατα η Ευρώπη ένα  οικονομικό και κοινωνικό πλεονέκτημα  αν όχι πρωτοπορία , μια συνεκτική πολιτική  και μια μοναδική ιστορικά σταθερότητα . Αυτά  όμως υπό τη σκέπη των μεγάλων γεωστρατηγικών παικτών , αφού ως ( καλοταϊσμένο  αλλά πάντως ) πιόνι δεν είχε πλέον τη δυνατότητα άσκησης «μεγάλης» πολιτικής.

Η αιφνίδια επίλυση του ζητήματος του Ψυχρού Πολέμου με τη κατάρρευση του αντίπαλου δέους  βρήκε την Ευρώπη απροετοίμαστη και στη «γωνία» των πολιτικών εξελίξεων. Εκμεταλλεύτηκε οικονομικά τις ευκαιρίες με τη κοντόφθαλμη οπτική του κομπραδόρου , αδυνατούσε , όπως εξηγήσαμε παραπάνω ,  να επηρεάσει ή να διαμορφώσει τις μετέπειτα εξελίξεις  μη έχωντας τα μέσα και τη πολιτική βούληση να εκμεταλλευτεί τις νέες ευκαιρίες. Παράλληλα η άνοδος της Κίνας και των διαφόρων «τίγρεων» του  πάλαι ποτέ Τρίτου Κόσμου σε συνδυασμό με τη στροφή σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές , ως λύση στα διαφαινόμενα αδιέξοδα και το καλπάζοντα παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό , δημιούργησαν το δυσμενές έδαφος εκείνο πάνω στο οποίο χάθηκε σταδιακά η «μάχη» της οικονομίας και της κοινωνίας , όπως είχε κάποτε διαμορφωθεί στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού ονείρου».

Τώρα πλέον η Ευρώπη  πέραν της γεωστρατηγικής της ισχύος  και σημασίας , πέραν της πολιτικής πρωτοβουλίας και της κοινωνικής της συνοχής χάνει  σταδιακά και το οικονομικό της πλεονέκτημα ,  πλεονέκτημα που βασιζόταν σε μια ισχυρή καταναλωτική , αποταμιευτική και επενδυτική κοινότητα και σε ένα ισχυρό παραγωγικό και εξαγωγικό δυναμικό. Το «Ευρωπαϊκό όνειρο» το οποίο  επί δεκαετίες βασιζόταν στις πεποιθήσεις και προπάντων στις προσδοκίες των πολιτών για μια κοινή πορεία σε συνθήκες διαρκούς ειρήνης , ανάπτυξης , κοινωνικης ευημερίας διάχυτης στα ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού , ένα όνειρο «αντίδοτο» στο «Αμερικάνικο όνειρο» πνέει πλέον τα λοίσθια. Οι προσδοκίες που το έτρεφαν και το αναπαρήγαγαν είναι πλέον νεκρές , η εμπιστοσύνη κλονισμένη και οι προοπτικές σκοτεινές και απρόβλεπτες. Το ενοποιητικό στοιχείο εκείνο που έδινε νόημα και ουσία σε αυτές  τις προοπτικές , τη  κοινή βούληση και πεποίθηση , ξοδεύτηκε και αναλώθηκε σε βραχυπρόθεσμες επιμέρους πολιτικές , σε ευκαιριακές κερδοφορίες , σε κοντόφθαλμες αντιπαραθέσεις . Έλλειψη κοινής οπτικής και στόχων , επικέντρωση στο βραχυπρόθεσμο εθνικό ή corporate  όφελος , τραγική απουσία ηγεσίας με μακροπρόθεσμο όραμα , διασυνδέσεις κάτω από το τραπέζι ,   αποδυνάμωση των κέντρων λήψης αποφάσεων και εκχώρηση τους στις «αγορές» ,  αποκλίνουσες εθνικές στρατηγικές είναι τα φαινόμενα ( και αποτελέσματα της τραγικής ανεπάρκειας των Ευρωπαϊκών θεσμών και ηγετών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ).

Στο πλαίσο αυτό ήρθε η κρίση του 2008 και η επακολουθήσασα ύφεση. Η αδυναμία και η ανεπάρκεια  των Ευρωπαίων ηγετών να  δούν τα πραγματικά αίτια ( και όχι τις Fannie May & Freddie Mac ) ,  η πολιτική τους εξάρτηση και δέσμευση στον υπερατλαντικό παράγοντα ,  η ανυπαρξία οργανωμένου και ισχυρού αντίρροπου κοινωνικού πόλου , η επιδείνωση των συνθηκών που πίεζε για άμεσα μέτρα , οδήγησαν σε άσκηση επιμέρους  εθνικών πολιτικών , η μία πιό καταστροφική από την άλλη τόσο για κάθε χώρα ξεχωριστά , όσο και για την Ευρωπαϊκή συνοχή και προοπτική.

Οι «αγορές» έκαναν απλά τη δουλειά τους , πραγματοποιήθηκαν τάχιστα και αποτελεσματικά οι ανακατατάξεις , συγχωνεύσεις , απορροφήσεις και συσσωρεύσεις που κρίθηκαν αναγκαίες και ανέκυψαν και πάλι στο  προσκήνιο , το ίδιο ανεξέλεγκτες όπως και πριν. Οι χώρες με πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα , όπως η Γερμανία , βασίστηκαν στη μείωση του κόστους και των δαπανών στα όρια της κοινωνικής ελαστικότητας ώστε να συνεχιστεί ο εξαγωγικός προσανατολισμός και να διατηρηθεί το πλεονέκτημα στο παγκόσμιο καταμερισμό.

Αλλες χώρες  , χωρίς τα ανωτέρω πλεονεκτήματα , εξαρτημένες απόλυτα από τη παγκόσμια χρηματαγορά όπως η Μ. Βρεταννία , επέλεξαν να στηρίξουν το σύστημα  αυτό , αφού η επιβίωσή τους η ίδια βασίζεται στη παροχή των σχετικών υπηρεσιών.  Οι χώρες που ήδη βρίσκονταν στη χειρότερη θέση , όπως το μικρομάγαζό μας , ήσαν απλά υποχρεωμένες να ακολουθήσουν το παίγνιο μη έχωντας οικονομικά και πολιτικά τη δυνατότητα να επιβάλλουν αλλαγή στη γενική κατεύθυνση ( όπως έλεγε τότε στη Guardian ένας οικονομικός αναλυτής , αν οι μικρές χώρες της Ε.Ε ακολουθούσαν τότε , το 2008 , κεϋνσιανές πολιτικές , θα τις «κατακρεουργούσαν» οι αγορές ) . Το στοίχημα , και βασικό διακύβευμα , τότε και τώρα ήταν ότι με την αποκατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βραχυπρόθεσμη ισορροπία , θα επιτευχθεί  μια μη παρατεταμένη ύφεση και μια σχετικά σύντομη ανάκαμψη της παραγωγής , του εμπορίου και των αγορών.

Φαίνεται όμως ότι , μετά από 2 χρόνια , ούτε φρένο στην ύφεση , ούτε ανάκαμψη αναμένεται σύντομα για την Ευρώπη. Οι επιμέρους πολιτικές των διαφόρων κρατών απέχουν ακόμα και από στοιχειώδη συντονισμό , αν και ο οικονομικός  χώρος στην Ευρώπη είναι σε μεγάλο βαθμό  ( κοινό νόμισμα , ΕΚΤ , ελεύθερο εμπόριο , διακίνηση αγαθών υπηρεσιών , κεφαλαίων και παραγωγικών συντελεστών )  ολοκληρωμένος.

Αυτό που λείπει είναι το κοινό όραμα , αυτό που σιγά σιγά ξεθώριασε και αποδυναμώθηκε , η κοινή αντίδραση , η πολιτική βούληση και ηγεσία.

Το βασικό διακύβευμα που τέθηκε με τη κρίση του 2008 , βρήκε σύντομα ( αλλά πρόσκαιρα ) την απάντηση του. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε ένα ιδιότυπο κεϋνσιανισμό του 21ου αιώνα γιατί  «θα μας κατασπαράξουν οι αγορές» , οι «ύαινες»  δηλαδή που εμείς οι ίδιοι απελευθερώσαμε προ 20ετίας. Όμως παρά την απάντηση που δόθηκε στο ερώτημα , παρά τις όποιες προσπάθειες των επιμέρους κρατών , παρά τις διακηρύξεις  και τα επικοινωνιακά παραφερνάλια , φαίνεται ότι η ύφεση επιμένει και χειροτερεύει. Είναι προφανές  , και οι πολιτικοί λακέδες όσο και οι πάτρονες τους το γνωρίζουν , ότι στον Ευρωπαϊκό χώρο για πρώτη φορά μεταπολεμικά οι πραγματικές συνθήκες ζωής των χαμηλών και μεσαίων εισοδηματικών τάξεων χειροτερεύουν αισθητά , η ανεργία και η αβεβαιότητα αυξάνουν επικίνδυνα , οι κοινωνικές εντάσεις εξαντλούν τα όρια θραύσης και το χειρότερο οι προσδοκίες  και οι προοπτικές πένωνται και εκλίπουν .

Οι συνθήκες αυτές που διαμορφώνονται και εντείνονται στη πραγματική διάσταση της οικονομία ς και της κοινωνίας αποτελούν απειλή , αμφισβητούν στη πράξη και προοπτικά τη πρόχειρη και βραχυπρόθεσμη λύση που δόθηκε στο βασικό διακύβευμα του 2008. Και η αμφισβήτηση αυτή , επειδή οι συμβατικές κοινωνικές συλλογικότητες είναι αδύναμες να  δρομολογήσουν ένα οργανωμένο και ισχυρό αντίλογο , μπορεί να εκφραστεί με απρόβλεπτες  εκδηλώσεις μαζικής  , αυθόρμητης και ανεξέλεγκτης βίας.

Οι πολιτικοί που «κρατούν τις τύχες» της Ευρώπης γνωρίζουν καλά τα παραπάνω ζητήματα , αντιλαμβάνωνται τις απειλές  και την αυξανόμενη πίεση , αλλά είναι αναγκασμένοι να δώσουν μάχη οπισθοφυλακών , αφού πέραν των δεσμεύσεων που έχουν απέναντι στις «αγορές» , δεν διαθέτουν το πολιτικό , γεωστρατηγικό και πλέον και οικονομικό εκτόπισμα για να αντιπαρατεθούν απέναντι σε χώρες όπως πχ  η Κίνα που σε περιβάλλον εσωτερικής ολιγαρχίας και καταπίεσης , μπορεί παράλληλα να ασκεί επεκτατική οικονομική και εμπορική πολιτική που ξεπερνά ακόμα και τα όνειρα των αποικιοκρατών της αρχής του περασμένου αιώνα. Και τούτο γιατί η Κινα κατορθώνει να μετατρέψει την ίδια της την επικράτεια σε αποικία , ενώ οι τότε κονκισταδόρες το επέβαλλαν δια των κανονιοφόρων στους ατυχείς ιθαγενείς , διατηρώντας μια  ( έστω κατ επίφασιν ) αστική δημοκρατία στο εσωτερικό των χωρών τους. Είναι επίσης αδύναμοι μπροστά στην ανανεωμένη και γι’ αυτό πιό επιθετική πολιτική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος ,  ενός παγκοσμιοποιημένου και πανίσχυρου παράγοντα με αποφασιστική σημασία και δυνατότητες. Και μάλιστα ενός συστήματος που παρόμοιό του δεν υπήρξε στο ορατό ιστορικό παρελθόν.

Είναι λοιπόν στη μοίρα αυτών των σαλτιμπάγκων να  δώσουν αγώνα οπισθοφυλακών , όπως είπα παραπάνω. Έναν αγώνα ανάγκης , αδιέξοδο και καταστροφικό , όπως αυτόν στον οποίο απεδύθησαν οι Γερμανοί στο Ανατολικό μέτωπο μετά την άνοιξη του 44. Όπου υποθετικές μεραρχίες και σώματα στρατού ( πραγματικής δυνάμεως τάγματος ) υπεράσπιζαν μέχρις ενός  ( και επί χάρτου ) υποθετικά οχυρά ( Festung ) τα οποία είχαν ήδη καταληφθεί από τους εχθρούς. Η «κωμωδία» αυτή συνεχίστηκε ( και στο Δυτικό Μέτωπο από το φθινόπωρο ) μέχρι την οριστική κατάρρευση.

Προ ένος παρόμοιου στρατηγικού περιβάλλοντος βρέθηκε τη προηγούμενη βδομάδα η Ευρωπαϊκή ηγεσία στις Βρυξέλλες. Με πολιορκητικό κριό την Ελλάδα  οι «αγορές» επιτίθενται σε ένα  διχασμένο , κουρασμένο ,  αποδεκατισμένο αντίπαλο με άμεσο τακτικό στόχο το ευρώ , στρατηγικό δε στόχο την οριστική συνθηκολόγηση της Ευρώπης με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Οι «αγορές» ΔΕΝ έχουν πραγματικούς μακροπρόθεσμους στόχους με την έννοια ότι δεν ενδιαφέρωνται για τις  κοινωνικές , πολιτικές και οικονομικές συνέπειες  των επιδιώξεών τους. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες όμως γνωρίζουν και αντιλαμβάνωνται , αν και αδυνατούν να αντιδράσουν .

Έτσι προέκυψε ο αναγκαίος και πρόσκαιρος συμβιβασμός. Αποφασίστηκε ένα σχέδιο – ασπιρίνη του οποίου οι πραγματικές λεπτομέρειες ακόμα εκπονούνται , η Ελλάδα παραδόθηκε και πάλι στις «αγορές» , ευτυχώς με ελάχιστα μειωμένο επιτόκιο , το ευρώ ανέκαμψε ελαφρά , διατυπώθηκαν οι γνωστές  επικοινωνιακής χρήσης κορώνες , εισήχθη από τη πίσω πόρτα το ΔΝΤ και σχεδιάζεται για το μέλλον ευρωπαϊκός μηχανισμός επιτήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Όλα αυτά σε αναμονή της επόμενης κρούσης των «αγορών» που θα έρθει νομοτελειακά και αναπότρεπτα. Είπαμε , αγώνα οπισθοφυλακών δίνουν οι ηγετικοί μας νάνοι , ο καθε ένας με τις δικές του στενές επιδιώξεις και δεσμεύσεις.

Η μοναδική πραγματική παρέμβαση , με άμεσο αλλά και μελλοντικό αποτέλεσμα υπήρξε η απόφαση Τρισέ σχετικά με την αποδοχή και στο μέλλον των υποβαθμισμένων ομολόγων που εκδίδει ή θα εκδίδει η χώρα μας αλλά και οι υπόλοιπες εν κινδύνω οικονομίες της Ε.Ε.. Μια παρέμβαση αποφασιστική από ένα παράγοντα ΧΩΡΙΣ πολιτικές ευθύνες που εκλήθη να βγάλει ( ως πολιτικά ανεύθυνος ) το φίδι από τη τρύπα. Για να συμβεί αυτή η παρέμβαση φαίνεται ότι το επαπειλούμενο αδιέξοδο χρειάστηκε να διασκεδαστεί υπό το φάσμα της οριστικής χρεωκοπίας των προσδοκιών των πολιτών και της αυξανόμενης πίεσης στο πανευρωπαϊκό κοινωνικό καζάνι , στο οποίο ως δείκτης ασφαλείας και φόβητρο λειτούργησαν και τα γεγονότα εκείνου του Δεκέμβρη.

( Γέννημα σκέψεων και συζητήσεων , ευχαριστίες στο Β. Καργούδη και πολλούς από τους συσχολιαστές και συνώθορες , αλλά  γραμμένο υπό τη πίεση ενός επίμονου πονόδοντου 🙂 )