Υλικό απο το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου με τίτλο  «Πεθαίνοντας στην Αφθονία».

http://exandas.ert.gr/old/pethainontas-stin-afthonia/eisagogi/index.php

Εισαγωγή

«Ελέγξτε το πετρέλαιο και θα ελέγχετε έθνη.
Ελέγξτε το φαγητό και θα ελέγχετε τον κόσμο».
Χένρι Κισινγκερ 1974

Μια χούφτα πολυεθνικές εταιρείες έχουν καταφέρει να ελέγξουν την «καρδιά» του φαγητού που βάζουμε στο καθημερινό μας τραπέζι: Τον ίδιο τον σπόρο και ως εκ τούτου την παγκόσμια γεωργική παραγωγή.

Οι χρηματιστές στον ανεπτυγμένο κόσμο τζογάρουν με τα τρόφιμα, ανεβοκατεβάζοντας τις τιμές, παίζοντας με το θεμελιώδες δικαίωμα των ανθρώπων να έχουν πρόσβαση στο φαγητό.

Την ίδια στιγμή σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υποσιτίζονται και 25.000 πεθαίνουν κάθε μέρα από πείνα.

Μήπως η Γη αδυνατεί πλέον να θρέψει τους κατοίκους της; Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο! Η κρίση των τροφίμων, όπως θα περάσει στην ιστορία, συμβαίνει την στιγμή που ο πλανήτης παράγει περισσότερο φαγητό από ποτέ.

Το «Πεθαίνοντας στην Αφθονία» ξεδιπλώνει μπροστά σας το βασίλειο του Παραλόγου, τις διαπλοκές ενός συστήματος, στο οποίο υπάρχει μεν επάρκεια φαγητού, αλλά είναι τόσο ακριβό που οι φτωχοί δεν μπορούν να το αγοράσουν.

Η πείνα στον πλανήτη γη τον 21ο αιώνα

O μέσος όρος αύξησης των τιμών στα προϊόντα πρώτης ανάγκης, το 2007, ήταν 40%. Οι τιμές βασικών ειδών διατροφής εκτοξεύθηκαν σε εντυπωσιακά νούμερα.. Στο σιτάρι η αύξηση αγγίζει το 130%, στο ρύζι το 74% και στο καλαμπόκι το 31%.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο που ξοδεύουν έως και το 80% των εισοδημάτων τους για τις βασική τους τροφή, γίνεται εύκολα αντιληπτό το γιατί αυτή η αύξηση των τιμών, οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους  να έχουν ως βασική τροφή πίτες από λάσπη.

Δείχνει παράλογο το ότι η κρίση χτύπησε, ως επί το πλείστον, χώρες στις οποίες η παραγωγή των βασικών αγαθών -ρύζι, σιτάρι, καλαμπόκι- είναι από τις πιο υψηλές παγκοσμίως.. Η Ινδία, η Ταϊλάνδη και η Αίγυπτος, είναι χώρες με υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, απ’ τη μια όμως οι πολιτικές των κυβερνήσεών τους, κι απ’ την άλλη οι επιταγές οικονομικών οργανισμών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έχουν οδηγήσει τις οικονομίες τους σε αδιέξοδο.

Και για όσους θεωρούν ότι η εικόνα ανθρώπων που λιμοκτονούν εκλιπαρώντας για ένα κομμάτι ψωμί, είναι ένα ζήτημα που αφορά τις «υπανάπτυκτες χώρες», τα στοιχεία είναι συντριπτικά και στις αναπτυσσόμενες χώρες: 146 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών είναι λιποβαρή στις χώρες που δεν κατατάσσονται στις υπανάπτυκτες, ενώ στην Ευρώπη 43 εκατομμύρια άνθρωποι (το 8,5% του πληθυσμού) υποσιτίζονται.

Ταυτόχρονα, το προβλεπόμενο ετήσιο κόστος των ΗΠΑ για τον πόλεμο του ΙΡΑΚ φτάνει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, ενώ για τον περιορισμό της πείνας αρκούν 30 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων.

Πως δημιουργήθηκε «η κρίση των τροφίμων»

Τα τελευταία 5 χρόνια οι τιμές των τροφίμων βρίσκονται σταθερά σε άνοδο. Διάφοροι παράγοντες θεωρείται ότι έχουν συντελέσει σε αυτό: η αύξηση του πληθυσμού, οι κλιματικές αλλαγές και οι ανά τον πλανήτη ξηρασίες, η λανθασμένη επιλογή της λύσης των βιοκαυσίμων που οδήγησε το καλαμπόκι στα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων αντί στα πιάτα των ανθρώπων, η αύξηση της ζήτησης τροφίμων από τις αναπτυσσόμενες χώρες, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου που έκανε ακριβότερη τη μεταφορά τους, η πτώση του δολαρίου κλπ.. Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ ή κατά του βαθμού επιρροής καθενός από τους παραπάνω παράγοντες.

Και όλα θα πρέπει να απαντηθούν κάτω από το αμείλικτο ερώτημα «πως είναι δυνατόν ενώ η τροφή που υπάρχει στη γη αρκεί για να ταΐσει τον διπλάσιο από τον σημερινό πληθυσμό της, εκατομμύρια άνθρωποι να πεθαίνουν από την πείνα;»

Χαρακτηριστικό είναι ότι, για πολλούς αναλυτές, και μόνο η λανθασμένη στρατηγική του Δυτικού κόσμου να στηρίζει τη διατροφή του στο κρέας, αρκεί για να δικαιολογήσει το γιατί ο πλανήτης ακόμη και μετά την τωρινή κρίση θα συνεχίσει να πεινάει: Σε Ευρώπη και Αμερική εκτρέφονται 55 εκατομμύρια αγελάδες προοριζόμενες για σφαγή, κάθε αγελάδα χρειάζεται 8 κιλά τροφή για να παράξει ένα κιλό κρέας ή γάλα, άρα και η γενικότερη κατανάλωση του «πολιτισμένου κρεατοφάγου κόσμου» είναι 8 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του -κατ? ανάγκη- χορτοφάγου υπό ανάπτυξη.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ελάχιστες σε αριθμό πολυεθνικές εταιρείες, σχεδόν μονοπωλιακά ελέγχουν όχι μόνο το εμπόριο των τροφίμων (η Αμερικανική Κάργκιλ, ελέγχει το 25% όλων των δημητριακών που παράγονται στον κόσμο), αλλά και την ίδια την διαδικασία παραγωγής τους (η Μονσάντο κατασκευάζει και διακινεί το το 91% των μεταλλαγμένων σπόρων σε όλο τον πλανήτη). Κι ότι οι εταιρείες αυτές κατά τη διάρκεια της κρίσης (2007-2008) σχεδόν διπλασίασαν τα κέρδη τους, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα.

Όπως και να έχει όμως όλοι οι αναλυτές συμφωνούν ότι η εκρηκτική άνοδος που σημειώθηκε στις τιμές πρόσφατα και οδήγησε σε παγκόσμια κοινωνική αντίδραση την άνοιξη του 2008, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο βάσει μακροπρόθεσμων παραμέτρων, αλλά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα φαινόμενα κερδοσκοπίας που έλαβαν χώρα στην αγορά των τροφίμων το τελευταίο διάστημα.

Μετά την «πετρελαϊκή κρίση» και την «κρίση των στεγαστικών» τα διάφορα hedge funds, τα οποία λόγω της νομικής τους φύσης ξεφεύγουν διαφόρων ρυθμιστικών ελέγχων ως προς τα όρια κερδοσκοπίας, στράφηκαν στην «αγορά των τροφίμων» για να αντισταθμίσουν τα κέρδη τους.

Έτσι, οι τιμές βασικών αγαθών ανεβαίνουν μεν σταθερά από το 2000, αλλά αυξήθηκαν δραματικά απ? όταν στην Αμερική άρχισε να σημειώνεται η σειρά των αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων.  Από την αρχή του 2006, η μέση τιμή του ρυζιού παγκοσμίως αυξήθηκε κατά 217%, του σιταριού κατά 136%, του καλαμποκιού κατά 125% και της σόγιας κατά 107%. Μόνο μέσα στο 2008 η τιμή του ρυζιού ανέβηκε κατά 74%, του σιταριού κατά 130% και του καλαμποκιού κατά 31%!

Εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών (UN, WFP κλπ.) μιλάνε πια ανοιχτά για φαινόμενα κερδοσκοπίας που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και ζητούν να ληφθούν σχετικά μέτρα. Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, 75 εκατ άνθρωποι άνθρωποι προστέθηκαν στους πεινασμένους του πλανήτη μόνο το 2007.

Το φαινόμενο πήρε τέτοια έκταση που άρχισε να προκαλεί την αντίδραση ακόμα και των ανθρώπων της χρηματιστηριακής αγοράς των βρώσιμων προϊόντων, καθώς αυτή δεν μπορεί πια να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των φυσικά εμπλεκόμενων αγροτών, για την προστασία των οποίων άλλωστε υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε περίπου 150 χρόνια πριν.

Βέβαια τα λεγόμενα hedge funds αρνούνται ότι μπορούν να έχουν τέτοια επίδραση στο σύστημα, αλλά και μέλη της αρμόδιας Commodity Futures Trading Commission αρχικά υποστήριζαν ότι κανένα φαινόμενο κερδοσκοπίας δεν έλαβε χώρα, και ότι η άνοδος των τιμών πρέπει να ερμηνευτεί με βάση τον κλασσικό νόμο της αγοράς και της ζήτησης.

Πλέον όμως και η Αμερικανική Γερουσία διαμαρτύρεται έντονα ότι η αρμόδια επιτροπή δεν έπραξε εγκαίρως τα αναγκαία ώστε να σταματήσει την άνοδο των τιμών στα τρόφιμα και το πετρέλαιο.

Εντωμεταξύ, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αναγνωρίζουν μεν το πρόβλημα αλλά είναι σαφείς: δεν πρέπει να υπάρξει καμία παρέμβαση στη λειτουργία της ελεύθερη αγοράς, το αντίθετο μάλιστα.

Σύμφωνα με τους Οργανισμούς αυτούς, το κύριο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι ακριβώς η μανία που έπιασε παραγωγούς χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, το Βιετνάμ, η Ινδονησία κλπ να περιορίσουν τις εξαγωγές τους σε σιτηρά και βρώσιμα έλαια, ανεβάζοντας έτσι ακόμα περισσότερο την τιμή των τροφίμων?

Η σπέκουλα και τα χρηματιστήρια των Commodities

«Έπρεπε, για κάποιο θεατρικό έργο να περιγράψω το χρηματιστήριο σιτηρών του Σικάγου. Νόμιζα πως γρήγορα θα μπορούσα ν’ αποχτήσω τις απαραίτητες γνώσεις, ρωτώντας μερικούς ειδικούς χρηματιστές.
Αλλιώς όμως ήρθαν τα πράγματα. Κανένας – ούτε διάφοροι γνωστοί οικονομολόγοι και επιχειρηματίες
– κανένας απ’ όσους ρώτησα δε μπόρεσε να μου εξηγήσει τους νόμους που κυβερνούν το xρηματιστήριο. Άρχισα να πιστεύω ότι το πράγμα ήταν ανεξήγητο, άπιαστο απ’το νου – άρα λοιπόν παράλογο. Ο τρόπος δηλαδή που διατιθόταν η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών ήταν, απλούστατα, ακατανόητος! Κατάσταση ανυπόφορη για όλους, έξω από μια φούχτα κερδοσκόπους.»
ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ
Για τη Φιλοσοφία και τον Μαρξισμό
Πρόσφατα, θέλοντας να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους από τη «φούσκα» των στεγαστικών δανείων, οι διάφοροι managers στράφηκαν για επενδύσεις στο πεδίο των τροφίμων, αδιαφορώντας για το ότι αυτή τη φορά τζογάρουν πάνω σε αγαθά στοιχειώδη για την ίδια την ανθρώπινη ζωή.

Η βασική λειτουργία της αγοράς των βρώσιμων προϊόντων είναι απλή. Η αγορά αυτή συγκροτήθηκε περίπου 150 χρόνια πριν καθώς οι αγρότες χρειάζονταν ένα εργαλείο που θα τους προστάτευε από τις ακραίες αυξομειώσεις των τιμών των προϊόντων τους.
Οι  αυξομειώσεις των τιμών (που οφείλονταν στη συρίκνωση ή την υπερπληθώρα της προσφερόμενης παραγωγής ανάλογα με τις επιπτώσεις των καιρικών συνθηκών στις καλλιέργειες), δημιουργούσαν όπως είναι λογικό σοβαρότατα προβλήματα. Kαι τα λεγόμενα «προθεσμιακά συμβόλαια» αποτέλεσαν το εργαλείο που θα εξυπηρετούσε τους αγρότες.

Παραδοσιακά λοιπόν τα τελευταία 150 χρόνια, μέσω των «προθεσμιακών συμβολαίων», οι αγρότες έχουν τη δυνατότητα να πωλούν εκ των προτέρων τη σοδειά τους, σε ποσότητες, τιμές και ημερομηνίες παράδοσης που καθορίζονται κάποιες φορές ακόμα και πριν τη σπορά των καλλιεργειών. Έτσι μπορούν εν πολλοίς να αντισταθμίσουν τη ρευστότητα των καιρικών συνθηκών αλλά και των αναγκών της αγοράς και να σχεδιάσουν τις καλλιέργειές τους για ένα διάστημα.

Από το πρώτο σύγχρονο χρηματιστήριο προθεσμιακών συναλλαγών στα hedge funds

Το Σικάγο, εν μέσω των Μεγάλων Λιμνών, κοντά στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εκτάσεις της Μεσοδυτικής Αμερικής, ανέκαθεν αποτελούσε φυσικό κόμβο για τη μεταφορά, τη διανομή και το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων. Έτσι, ήταν φυσικό το 1848 να φιλοξενήσει το πρώτο σύγχρονο χρηματιστήριο προθεσμιακών συναλλαγών.

Μέχρι σήμερα, το Chicago Board of Trade αποτελεί το νευραλγικό κέντρο της παγκόσμιας προθεσμιακής αγοράς, στην οποία πια, πέραν των αγροτικών προϊόντων, συναλλάσσεται απ? οτιδήποτε βρώσιμο μέχρι πετρέλαιο, χρυσός, πρώτες ύλες κλπ.

Στο πλαίσιο του μηχανισμού των προθεσμιακών συναλλαγών, το σύστημα προβλέπει ένα ποσοστό κερδοσκοπίας, καθώς θεωρείται ότι αυτό συνεισφέρει στην κινητικότητα της αγοράς. Όμως αρκετοί ειδικοί καθώς και εμπλεκόμενοι φορείς, επισημαίνουν ότι στην πραγματικότητα η αγορά τα τελευταία χρόνια έχει καταληφθεί από μιας νέας κοπής τυχοδιώκτες-επενδυτές. Οι τελευταίοι, άρχισαν να επενδύουν σε προθεσμιακά εμπορεύματα σε ανεξέλεγκτο βαθμό ανεβάζοντας κατακόρυφα τις βραχυπρόθεσμες τιμές των προϊόντων.

Πρόκειται για τα λεγόμενα hedge funds, τα οποία εξαιρούμενα λόγω της νομικής υφής τους από πολλούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, διαχειρίζονται πρωτοφανή για την προθεσμιακή αγορά ποσά, προερχόμενα από θεσμικά, συνταξιοδοτικά, τραπεζικά και άλλα ταμεία. Αποτέλεσμα; Η αγορά έγινε τελικά προβληματική ακόμα και για τους, θεωρητικά τουλάχιστον επωφελούμενους μέχρι τώρα, αγρότες, παραγωγούς και μικρότερους επενδυτές.

Η Αμερικανική Επιτροπή για την Ασφάλεια της Πατρίδας και τις Κυβερνητικές Υποθέσεις διεξήγαγε την άνοιξη του 2008 ακροάσεις προκειμένου να εξετάσει κατά πόσο λάμβαναν πραγματικά χώρα τέτοια κερδοσκοπικά φαινόμενα που οδηγούσαν στην όξυνση της παγκόσμιας κρίσης τροφίμων. Ο Michael Masters, και ο ίδιος διαχειριστής ενός hedge fund, που όμως επιλέγει να μην επενδύει σε βασικά αγαθά, κατέθεσε προσκομίζοντας στοιχεία που προκάλεσαν έντονες συζητήσεις στον κύκλο των επενδυτών: «Υπολογίζουμε ότι οι βάσει δεικτών κερδοσκόποι (Index speculators)  πλημμύρισαν τις αγορές με 55 δις δολάρια μέσα στις μόλις 52 πρώτες μέρες εμπορικών συναλλαγών του 2008. Με αυτόν τον τρόπο σημαντικά προθεσμιακά συμβόλαια αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 1 δισ δολάρια την ημέρα. Δεν δείχνει πιθανό μια τέτοιου μεγέθους αύξηση της ζήτησης στις προθεσμιακές αγορές να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις ασυνήθεις αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων στις αρχές του έτους;

Στο πόρισμά του, ο πρόεδρος της Αμερικανικής Επιτροπής για την Ασφάλεια της Πατρίδας επεσήμανε ότι πράγματι οι κατά δείκτες κερδοσκόποι (index speculators) ήταν υπεύθυνοι σε μεγάλο βαθμό για την άνοδο των τιμών και ότι το Κογκρέσο όφειλε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον προκειμένου να συμβάλλει στην κάθοδο των τιμών των τροφίμων και των πετρελαίων.

Στον αντίποδα, η κατ? εξοχήν αρμόδια αμερικανική Επιτροπή για το Εμπόριο Προθεσμιακών Εμπορευμάτων, απεφάνθη ότι δεν υπάρχει κανένα ζήτημα κερδοσκοπικής συμπεριφοράς και ότι η εκρηκτική άνοδος των τιμών των τροφίμων μπορεί να εξηγηθεί βάσει του παραδοσιακού μηχανισμού προσφοράς-ζήτησης. Σε καμία δε περίπτωση δεν θα έπρεπε να υπάρξουν κρατικές ρυθμίσεις παρεμβατικές στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς.

Όλα αυτά μέχρι που από την «κρίση των στεγαστικών» και την «κρίση των τροφίμων», φτάσαμε στην «παγκόσμια οικονομική κρίση» και οι κερδοσκόποι ένιωσαν και οι ίδιοι τις συνέπειες του παιχνιδιού τους.

Ο ρόλος των πολυεθνικών εταιρειών τροφίμων

Κι ενώ ο πλανήτης δείχνει να διέρχεται μια από τις μεγαλύτερες επισιτιστικές κρίσεις της σύγχρονης τουλάχιστον ιστορίας του, την περίοδο 2007-2008 εταιρείες όπως η Μονσάντο και η Κάργκιλ σχεδόν διπλασίασαν τα κέρδη τους.
Οι πολυεθνικές αυτές εταιρείες που εμπορεύονται από γενετικά τροποποιημένους σπόρους μέχρι παρασιτοκτόνα και φυτοκτόνα λιπάσματα, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της ίδιας της αγροτικής παραγωγής, δραστηριοποιούνται εδώ και δεκαετίες σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Το 91% των μεταλλαγμένων σπόρων κατασκευάζεται και ανήκει στην αμερικανική εταιρεία Μonsanto, την εταιρεία που έχει δεχτεί δριμύτατη κριτική για την τακτική της να αποκρύπτει τα στοιχεία για τα μεταλλαγμένα προϊόντα που βρίσκονται στην τροφή μας.

Στην Ινδία, η Μονσάντο μέσα από μια σειρά συμφωνιών με τις εκάστοτε κυβερνήσεις και πάντοτε με την πίεση διεθνών οργανισμών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, κατάφερε να αναγκάσει τους αγρότες να καλλιεργούν χρησιμοποιώντας αποκλειστικά και μόνο τους δικούς της σπόρους. Οι γενετικά τροποποιημένοι σπόροι της εταιρείας δεν μπορούν να αποθηκευτούν από τους αγρότες και να χρησιμοποιηθούν για τη σπορά της επόμενης σεζόν? είναι μόνο για μια σεζόν. Την επόμενη, ο αγρότης θα πρέπει να αγοράσει ξανά από την εταιρεία τους σπόρους για να σπείρει το χωράφι του. Και φυσικά τα νέα παρασιτοκτόνα χημικά λιπάσματα. Με αυτό τον τρόπο η εταιρεία κατάφερε να ελέγχει ταυτόχρονα όχι μόνο το είδος της καλλιέργειας (φυσικά και την ποιότητα των τροφίμων), αλλά και το κόστος της αγροτικής παραγωγής.

Στον Παγκόσμιο Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) η Συμφωνία για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας σε σχέση με το Εμπόριο (Trade related intellectual property rights Agreement) που υποστηρίχτηκε σθεναρά από τη Μονσάντο, στην πραγματικότητα έθεσε σε καθεστώς παρανομίας τους αγρότες που συνέχιζαν να κρατάνε στις αποθήκες τους τους φυσικούς σπόρους ώστε να μπορούν να σπείρουν ξανά με αυτούς την επόμενη σεζόν!

Ταυτόχρονα, το εμπόριο όλων των ειδών πρώτης ανάγκης του πλανήτη ελέγχεται κατά κύριο λόγο από οκτώ μεγάλες πολυεθνικές. Η μεγαλύτερη εταιρεία εμπορίας σιταριού είναι η Αμερικανική Κάργκιλ, που τον προηγούμενο χρόνο έλεγξε το εμπόριο του 25% όλων των δημητριακών που παράχθηκαν στον πλανήτη. Τα κέρδη της Κάργκιλ μόνο στο πρώτο τρίμηνο του 2008 όπου τα θύματα της πείνας αυξάνονταν ραγδαία, έφτασαν το 1 δισεκατομμύριο 300 εκατ. δολάρια.

Η πολυεθνική Κάργκιλ λοιπόν, υποστήριξε σθεναρά τη Συμφωνία Για Τη Γεωργία του ΠΟΕ μιας και μέσω αυτής κατάφερε να μπει στις αγορές όλων των χωρών. Χώρες όπως η Ινδία υποχρεώθηκαν να άρουν τους φραγμούς στις εισαγωγές των αγροτικών προϊόντων και εταιρείες όπως η Κάργκιλ, μπορούσαν άνετα πλέον να συμπιέζουν τις τιμές των προϊόντων διεθνώς. Έτσι είχαν τη δυνατότητα, σε αγορές σαν την Ινδική, να ρίχνουν τις τιμές σε προϊόντα όπως το βαμβάκι με αποτελέσματα ολέθρια για τους αγρότες.

Φυσικά δε μιλάμε για μια απλή «οικονομική ζημιά». Στην Ινδία τα τελευταία χρόνια 200.000 αγρότες αυτοκτόνησαν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν καλλιεργητές βαμβακιού. Και καθώς αλέθονταν ανάμεσα στις δύο μυλόπετρες, της Μονσάντο που έκανε ακριβή τη σπορά και της Κάργκιλ που μετέτρεπε σε πάμφτηνο το προϊόν που παρήγαγαν? απλά δεν άντεξαν.

Εντωμεταξύ, εν μέσω καταγγελιών ότι η Μονσάντο πιάστηκε στην Ινδονησία, να εξαγοράζει αξιωματούχους με 175.000 δολάρια, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά του γενετικά τροποποιημένου βαμβακιού? η ζωή στο δυτικό μέρος του πλανήτη συνεχίζονταν.

Περίπου το 95% όλων των μεταλλαγμένων σπόρων που πουλιούνται σήμερα διεθνώς, ελέγχονται από τη Μονσάντο που ακάθεκτη συνεχίζει να αγοράζει κάθε εταιρία παραγωγής σπόρων στον κόσμο. Η Κάργκιλ, πάλι, ελέγχει περίπου το 75% του εμπορίου βασικών τροφίμων. Τελικά, σχεδόν μονοπωλιακά 5 μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες έχουν φτάσει να ελέγχουν τόσο την παραγωγή όσο και το εμπόριο των τροφίμων του πλανήτη. Κι οι τιμές των τροφίμων ανεβαίνουν και κατεβαίνουν σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις επιθυμίες τους.

Σύμφωνα με τις μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας η αρχή της σημερινής καταστροφικής πείνας, έγινε με την προτροπή χωρών όπως οι ΗΠΑ, οι καλλιέργειες να προσανατολιστούν προς τη σόγια και το καλαμπόκι όχι όμως για την παραγωγή τροφίμων, αλλά για την παραγωγή βιοκαυσίμων.
Έτσι, όταν έφτασε η κρίση των στεγαστικών δανείων στην Αμερική, οι επενδυτές  βγήκαν γρήγορα από την κτηματική και τη στεγαστική αγορά και μπήκαν στην αγορά των πρωταρχικών αγαθών, των διατροφικών αγαθών.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο μονοπωλιακός έλεγχος των αγροτικών προϊόντων από τις εταιρείες του είδους «τράβηξε» τις τιμές ψηλά. Το φαγητό των ανθρώπων μπήκε στο παγκόσμιο καζίνο και η τελευταία φούσκα της Γουόλ Στριτ οδήγησε στην πείνα και τον θάνατο.

Η Ινδία που θα μπορούσε να είναι αυτάρκης σε φαγητό μιας και καλλιεργεί 91 εκατ τόνους ρυζιού, 74 εκατ τόνους σιτάρι, όλα τα όσπρια, τα έλαια, τα φρούτα και τα λαχανικά και έχει 600 εκατομμύρια αγρότες, ενώ έχει δείκτη ανάπτυξης 6%, έχει νεκρούς από την πείνα και περισσότερα από τα μισά παιδιά της υποσιτισμένα.

Ινδία, «πείνα: η εθνική ντροπή»

Ο υποσιτισμός του πληθυσμού στην Ινδία, αποτελεί αυτή τη στιγμή το «καρκίνωμα» σε μια χώρα που παλεύει να εδραιώσει τη θέση της ανάμεσα στα ταχύτερα αναπτυσσόμενα κράτη διεθνώς.

Η Ινδία είναι όντως μία από τις χώρες που επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές της, όταν οξύνθηκε η επισιτιστική κρίση στο εσωτερικό της, κατηγορήθηκε μάλιστα σφόδρα γι’ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι χώρες που εξαρτώνταν από τις εξαγωγές της Ινδίας, όπως το Μπαγκλαντές, αντιμετώπισαν με τη σειρά τους πρόβλημα.

Ο εκπρόσωπος της Ινδικής κυβέρνησης στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Εξάντα απάντησε ότι έπρεπε η χώρα να δώσει προτεραιότητα στο δικό της λαό. Πολύ νωρίτερα, Ινδοί αξιωματούχοι, απολογούμενοι στους Ινδούς για την οξεία πείνα που επικρατεί στη χώρα, είχαν ήδη δηλώσει ότι η Ινδία έφτασε να αντιμετωπίζει πρόβλημα ακολουθώντας τις πολιτικές που της «προτάθηκαν» από την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις αρχές της δεκαετίας του ’90. «Αν δεν το κάναμε, θα μας αντιμετώπιζαν σαν απολυταρχική χώρα»,  απάντησε και πάλι ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης στην ανάλογη ερώτηση του Εξάντα.

Η Ινδία, με το 80% του πληθυσμού της να είναι αγρότες, είναι μία από τις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου που τελευταία προσπαθεί να πάρει κάποια μέτρα για να τους προστατέψει, όσο κι αν κάποια από αυτά δείχνουν αντιφατικά.

Η χειρότερη συνέπεια της οικονομικής κρίσης, που περιβάλλει τον αγροτικό πληθυσμό της Ινδίας, είναι ο υποσιτισμός των παιδιών και η αδυναμία των οικογενειών να παρέχουν τα κατάλληλα τρόφιμα στα νεογέννητά τους.
Σε μια αποστροφή του λόγου της τον Αύγουστο του 2008, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Ανάπτυξης για τις Γυναίκες και τα Παιδιά, Loveleen Kacker, δήλωσε «δε λάβαμε σοβαρά υπ’ όψη μας την κρίση, σκεφτόμαστε να πράξουμε τώρα, αυτό που έπρεπε να πράξουμε 10 χρόνια πριν».

Τα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά:. Στην Madhya Pradesh, τη δεύτερη μεγαλύτερη πολιτεία της χώρας, από τα 10 εκατομμύρια παιδιά που ζουν εκεί, το 60% αυτών υποσιτίζεται. Φυσικό επακόλουθο του υποσιτισμού των παιδιών είναι ο θάνατος από πείνα.
Στην ίδια περιοχή, σύμφωνα με στοιχεία Μη Κυβερνητικών Οργανισμών, από το Μάιο έως το Σεπτέμβριο του 2008, 80 παιδιά έχουν πεθάνει από την έλλειψη τροφής, ενώ ανάλογος ήταν ο ετήσιος αριθμός θανάτου παιδιών το 2006 και το 2007, σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία Υγείας της Πολιτείας.

Σύμφωνα με τη UNICEF, το 30% των  παιδιών στην Ινδία γεννούνται με λιγότερο από το κανονικό βάρος και το 50% του συνόλου των παιδιών παραμένουν λιποβαρή μέχρι την ηλικία των τριών. Φυσικά, αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι στις πατριαρχικές αγροτικές περιοχές της Ινδίας? προτεραιότητα στην τροφή έχουν οι άντρες. Ως αποτέλεσμα, ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών (50%) πάσχει από αναιμία,  και μεταδίδει την ασθένεια και στα νεογνά.

Από το 1996 και μετά, 200.000 Ινδοί αγρότες έχουν αυτοκτονήσει λόγω χρεών, καθώς το κόστος των καλλιεργειών ανέβηκε κατακόρυφα όταν στη χώρα εισήχθη η corporate agriculture. Πρόκειται για τη λεγόμενη «εκβιομηχανισμένη» αγροτική παραγωγή, την αγροτική παραγωγή που στηρίζεται σε αλυσίδες προϊόντων (σπόρους, λιπάσματα κλπ) που παράγονται από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Ενώ από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ρυθμίζεται και η διανομή των ίδιων αγροτικών προϊόντων. Άρα συχνά και οι τιμές αγοράς και πώλησής τους.
Στην Ινδία, απ’ την επιβολή αυτής της νέας αγροτικής πολιτικής κι έπειτα, οι αγρότες πρέπει πλέον κάθε χρόνο να αγοράζουν σπόρους, λιπάσματα και παρασιτοκτόνα, και μάλιστα σε υψηλότατες τιμές.

Οι διεθνείς οργανισμοί και τα βιοκαύσιμα

Στην πολιτική της κυβέρνησης αναφορικά με την ανάπτυξη, κρύβεται το παράλογο του να πεινάει ο πληθυσμός μιας χώρας, της οποίας η παραγωγικότητα σε γεωργικά προϊόντα είναι από τις υψηλότερες παγκοσμίως. Για την ακρίβεια, η Ινδία είναι δεύτερη σε παραγωγή ρυζιού και τρίτη σε παραγωγή σιταριού χώρα στον κόσμο. Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, τα γεωργικά προϊόντα της Ινδίας είναι ικανά να ταΐσουν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γης, αδυνατούν όμως να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού της ίδιας της χώρας.

Ακολουθώντας τις περί ανταγωνιστικότητας επιταγές των Διεθνών Οργανισμών, η κυβέρνηση της Ινδίας μετά το 2002 έστρεψε την ακραιφνώς γεωργική μέχρι τότε οικονομία της χώρας,  προς τη βιομηχανική ανάπτυξη.

Η «βιομηχανική ανάπτυξη», όμως, στη συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση, σήμανε παράλληλα και την υποτίμηση και υποβάθμιση της γεωργικής παραγωγής της χώρας. Έτσι, η έλλειψη υποδομών ύδρευσης, δρόμων και μέσων μεταφοράς στις αγροτικές επαρχίες, σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική κρίση και την κατακόρυφη αύξηση των τιμών των τροφίμων, οδήγησαν τον γεωργικό πληθυσμό της χώρας σε περεταίρω οικονομικό μαρασμό.

Απ’ την άλλη πλευρά, η πρόσφατη (12/09/08) απόφαση της Ινδικής κυβέρνησης, για κάλυψη του 20% των αναγκών της χώρας σε κινητήρια δύναμη από την παραγωγή βιοκαυσίμων, αναμένεται αντί να βελτιώσει την κατάσταση των καλλιεργητών να την επιδεινώσει. Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η αγορά των νεοφερμένων λιπασμάτων και των σπόρων από τις  πολυεθνικές εταιρίες που τα εμπορεύονται, θα επιβαρύνει αβάσταχτα τον αγροτικό πληθυσμό καθώς το κράτος δεν παρεμβαίνει αρκούντως ώστε να ενισχυθούν οι αγρότες.

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, ο υπερπληθυσμός, η φτώχεια, η περιβαλλοντική καταστροφή, το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, η ανισότητα των φύλων, καθώς και η αδυναμία πρόσβασης του αγροτικού πληθυσμού στα Κέντρα Υγείας, έχει οδηγήσει τη χώρα στο να κατέχει το θλιβερό προνόμιο του να κατοικεί στην επικράτειά της το 40% των υποσιτιζόμενων παιδιών του πλανήτη που η ηλικία τους δεν ξεπερνά τα 5 έτη.

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού της Ινδίας, οδήγησε πρόσφατα τον πρωθυπουργό της Ινδίας Manmohan Singh, να χαρακτηρίσει το φαινόμενο του υποσιτισμού των παιδιών στη χώρα του «εθνική ντροπή».