Της Ροδιάς


Πόσο σ’ άρεσε τότε, να σε στριμώχνω τα βράδια, μετά το σινεμά, στη μεγαλοπρεπή είσοδο της πολυκατοικίας, εκεί, στη Βασιλίσσης Σοφίας, «Λου Μοσκύ» ή κάπως έτσι, περιποίηση προσώπου και σώματος, αισθητική μ’ άλλα λόγια, καλό μαγαζί τετραόροφο ή πενταόροφο, δε θυμάμαι και καλά τώρα πια, πέρασαν και τόσα χρόνια, σήμερα που πέρασα το ξεκαινούργιωσαν και τό ‘καναν γραφεία μιας εταιρείας. Είχε πολλά φυτά γύρω γύρω, κάτι θάμνα και κάτι περιπλοκάδες -καπετάνιος μια ζωή τι να ξέρω απο φυτά!

Οταν έβγαινα στεριά πάντως, γραμμή στο σπιτικό σου Μαράκι μου! Και να οι μουσακάδες και να τα γουρουνόπουλα τα ψητά, νηστικό δε μ’ άφηνες ποτέ. Νηστικό απο τίποτα, εννοείται, όχι μονάχα απο φαγητό. Εβαζα τη μπουκιά στο στόμα και σ’ έτρωγα και σένα με τα μάτια, αχ! Απέναντί μου κάθοσουν με τ’ αέρινα φουστανάκια σου τα ντεκολτέ ίσαμε τον αφαλό και δεν ήτανε τότες εποχές που ο αφαλός είχε βγει στα φόρα, να το λέμε κι αυτό. Χαλβάδιαζα το ντεκολτέ σου να σκύβει και να με σερβίρει σαλάτα, λέμε τώρα, κι έσκαγε το μέσα μου να σ’ αρπάξει επιτόπου και να σε ξαπλώσει πα’ στο τραπέζι. Με τη μία. Ομως έκανα υπομονή, να τα κάνουμε όλα με τη σειρά. Φαγητό, σινεμά και βόλτα.

Εκεί, στη βόλτα που γυρίζαμε σπίτι, το θηρίο μέσα μου σήκωνε κεφάλι και τίποτα δεν το συγκρατούσε. Τρυπώναμε στα φυτά, στην είσοδο «Λου Μοσκύ» κι έτσι, και σου άλλαζα τα φώτα. Νύχτα ήτανε πάντα όταν κάναμε αυτή τη σκανταλιά, αλλά, και φεγγάρι να μην είχε, οι ρώγες απο τα βυζάκια σου πετιόντουσαν σαν αστεράκια, Μαράκι μου, και φωτίζανε την ψυχή μου. Τις άγγιζα και καίγονταν οι ρώγες των δαχτύλων μου απο τη φωτιά τους. Σκέτα καρβουνάκια. Αχ!

Μετά, συνέχιζα προς τα κάτω κατεβαίνοντας και το κορμάκι σου παραδινόταν σε μένα σαν μια πλαστελίνη να το πλάθω, να του δίνω σχήμα, πότε να το χαϊδεύω απαλά και πότε να το χουφτώνω με δύναμη, και με τάραζε όλη αυτή η κατάσταση, και δεν έβγαζες μιλιά Μαράκι μου. Κιχ. Ετσι μου αρέσει με σένα, μόνο αναστεναγμούς και βαθειές ανάσες, να ρουφάω τον αέρα που βγαίνει απο τα πνεμονάκια σου, σαν ατμομηχανίτσα έκανες κι εγώ μηχανοδηγός σου.

Ετσι με μάγεψες και παράτησα γυναίκα και παιδιά και θάλασσα και σε πήρα, με στεφάνι, τιμή μου και καμάρι μου, βασίλισσά μου, Μαράκι μου! Στην αρχή, κάθε βράδυ σινεμά και κάθε βράδυ «Λου Μοσκύ» με αναστεναγμούς και τσιτσιδώματα πίσω απο τις περιπλοκάδες, στα όρθια, με μπόλικη αγωνία μη περάσει κανείς να μας τσακώσει. Αλλά, ποιος να ‘ρχόταν; Μαύρα σκοτάδια και φως μοναχό τα βυζάκια σου.

Εφτιαξες μια μεγάλη κρεββατάρα στο σπιτάκι μας, κι έβαλες και φυτά ένα γύρω να θυμίζει το στέκι μας το ερωτικό. Την έβρισκα όσο δε λέγεται. Κλείναμε τα φώτα και σε μύριζα, μμμμμ, το δερματάκι σου φρεσκομπανιαρισμένο, βούλωναν τα ρουθούνια μου απο πόθο. Μετά, είχαμε την πολυτέλεια ν’ ανάβουμε τα φώτα, χαμηλά φωτάκια στο πλάϊ του κρεββατιού, και σε καμάρωνα που άστραφτες, Μαράκι μου, σα γοργόνα που βγαίνει στον αφρό, με τον ιδρώτα σταλίτσες αρμύρας πάνω σου.

Τώρα, Μαράκι μου, είμαι πια στην κόλαση, ε, δε θα πήγαινα και πουθενά αλλού, τόσες αμαρτίες έκανα στη ζωή μου, είμαι λοιπόν στην κόλαση μετά τον καρκίνο που μού ‘φαγε τα σκότια, και σε σκέφτομαι. Το τελευταίο μου γυναικάκι ήσουν, Μαράκι μου, και το πιο γλυκό. Για τούτο σου άφησα τα χωράφια και το σπίτι στο χωριό, για να περνάς καλά και να με σχωρνάς. Ευχή και κατάρα σου άφησα φεύγοντας, να μη μείνεις ποτέ μόνη, να μην αφήσεις το κορμάκι σου να ρημάξει, Μαράκι μου, να το φχαριστιέσαι και να ξεφυσάς σαν ατμομηχανίτσα. Δε θά ‘χει πια σημασία που δε θά ‘μαι εγώ ο μηχανοδηγός σου, θα μπαίνω στο κορμί του άλλου που θα σε χαίρεται και θα σε πλάθω με τα δικά του χέρια. Φτάνει να βρεις έναν σαν και μένα, να καταλαβαίνει τη γλύκα σου, Μαράκι μου, και να σε παίζει με τέχνη. Αχ, Μαράκι μου!

ΣΗΜ.1.
Αφιερωμένο στο φίλο μου Γιώργο Π., που μου είχε διηγηθεί πολλές απο τις όμορφες ερωτικές του περιπέτειες. Τα ονόματα, κλπ στοιχεία έχουν παραποιηθεί όλα, εκτός απο το «Λου Μοσκύ».
Ελαφρύ νά ‘ναι το χώμα που σε σκεπάζει Γιώργο.

ΣΗΜ.2.
Μια μέρα ξύπνησα μ’ ένα φοβερό πονόδοντο, πήρα ένα παυσίπονο και, περιμένοντας να δράσει, σκέφτηκα να αρχίσω να αποτυπώνω τις ερωτικές περιπέτειες του φίλου μου Γιώργου Π., που δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας, εδώ και πολλά χρόνια. Είχε ένα μαγευτικό τρόπο να διηγείται και αυτόν προσπάθησα να μεταφέρω στο κείμενο αυτό που μοιράζομαι μαζί σας διαδικτυακοί μου φίλοι και συναγωνιστές. Το αν το πέτυχα, μόνο εκείνος θα μπορούσε να το πει με σιγουριά, αν και το ότι μου τις εμπιστεύτηκε σημαίνει κάτι. Είχα υποσχεθεί, όταν (και αν ποτέ) τις γράψω να μην αναφέρω πραγματικά ονόματα -ούτε και το δικό του- και αυτό έπραξα.

 

Advertisements