[ η εξαιρετική φωτογραφία από κάποια Μαρία ]

ΤΡΑΙΝΑ   και   ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ

«Κι’αν  σε ξαναπιάσω κακομοίρη μου να τριγυρνάς εκειπέρα κούνια που σε κούναγε…..δεν ντρέπεσαι ξεκούτιανες πιά  ολωσδιόλου»

Σκούπισε και τα χέρια της στην ποδιά της  –  δείγμα ολοφάνερο ικανοποίησης – έλυσε την ποδιά ,την πέταξε στο σκαμνί….εκείνος έκανε να φύγη σκυφτός , μαζεμένος σαν κουλουριασμένη οχιά….έτοιμος να αποφύγη τα συνηθισμένα βραδυφλεγή της ξεσπάσματα που , ανάλογα με το σχέδιο πυρών υποστηρίξεως της ημέρας , ήσαν βολές όλμων ή βομβίδων κατά προσωπικού ή ΠΑΟ των 106 ή καθηλωτικά πυρά βαρέων πολυβόλων ή μπαράζ μέσου πυροβολικού ή στην χειρότερη περίπτωση συνδυασμός όλων των ανωτέρω . Δεν διέθετε ευτυχώς ακόμα αεροπορία. Την γλύτωσε τελικά μόνο με την γνωστή επωδό ( των 155 χιλιοστών) :

«Ανίκανε .. ε..ανίκανε»

Ανέβηκε στό αμπρί του….το φτωχικό δώμα όπου τον είχαν κατόπιν οικογενειακού συμβουλίου εξορίσει , αυτόν, ένα σαπιοκρέββατο , τα χαρτιά του και τους τόνους τα βιβλία του από τότε (εδώ και πέντε χρόνια) πούχε βουλιάξει για τα καλά στο πιοτό.

Παλαιότερα σκέφτηκαν να τον κλείσουν σε «κλινική» αλλά ήταν ανασφάλιστος και τα έξοδα πολλά….Τονεπήγαν και στο τρελλάδικο αλλά δεν τους τον πήραν….δεν είναι επικίνδυνος είπαν και είναι αυτοεξυπηρετούμενος….το μόνο πρόβλημα του είναι το ποτό και εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’αυτό είπαν…..έχει και μιά ελαφρά ψύχωση αλλά δεν χρειάζεται κλειστή θεραπεία είπαν….Ετσι το σκαπουλάρησε το κάγκελο..

Και τι είχε ο άνθρωπος; :

«Τίποτα..πίνει λίγο και χάνεται» έλεγε εκείνη στις φίλες και τις γειτόνισσες καθαίρωντας (δήθεν) το οικογενειακό τους άγος… «Ολο εκειπέρα ξημεροβραδιάζεται ο δόλιος και κοιτάει τα τραίνα και θέλει λέει  ένα υποβρύχιο…Και καλά με τα τραίνα κάτι πάθαινε από μικρός , γιατί τότε πού τα παιδιά ήτανε μικρά και αυτός ήτανε στα συγκαλά του και δούλευε , όλο τραινάκια τους έπαιρνε ..Χριστούγεννα και Πάσχα ανελλιπώς  ( Θυμήθηκε και το εξατάξιό της ) …το υποβρύχιο όμως τί τό’θελε; …….. στο πυροβολικό έκανε όχι στο Ναυτικό!…τέλος πάντων…δράμα Κούλα μου ..δράμα».

«Από τότε πούχασε την γριά…εννενήντα τρία έφτασε μέχρι …τέλος πάντων..και φαίνεται κάτι έσπασε μέσα του πουλένε…Οοοόχι εδώ είναι..μου τον έφερε πάλι σήμερα η αστυνομία….με το περιπολικό Βούλα μου…ναι….περίμενε έχω φα’ί’ στη φωτιά ……..

…..έλα…Κολοκύθιαμετοκρέας που αρέσει στα παιδιά…Θα’ρθουν σε λίγο….μια χαρά Σούλα μου …μιά χαρά πάνε…δυό μισθοί ειν’αυτοί… ανασάναμε λίγο έχουμε και το νοίκι του αποκάτω.. μπά ..θα τονεδιώξω , όλο κάτι παρδαλές φέρνει..δουλειά δεν έχει..πού τα βρίσκει δεν ξέρω…. άσε το άλλο..πούχουνε γίνει φίλοι με τον δικό μου….

Κύριε Αντώνη τονελέει και Κύριε Σπανίδη μου ..δόστου κόρδωμα και καμάρι ο δικός μου , μου τον έφερε και προμηνός σέκο και γίναμε βούκινο και στο νοικάρη μας ..κατάλαβες εκεί…  ξέρει πως θα τονεδιώξω και γι’αυτό τόκανε το τσογλάνι…Ναι Τούλα μου σε κλείνω τώρα»……

================

Κοιμήθηκε τον βαθύ ,τον εξιλαστήριο ύπνο του πιωμένου…που τον κέρδισε γουλιά – γουλιά , ποτήρι με ποτήρι , βιβλίο με βιβλίο…..γιατί χαρτζηλίκι δεν τούδιναν και πούλαγε ένα – ένα τα βιβλία του στους παληατζήδες…..Τα βιβλία του..κάπου οχτώ χιλιάδες τόμοι κάθε λογής…:

Ποίηση , λογοτεχνία , αστρονομία , μαθηματικά , αστυνομικά , πυρηνική φυσική , παιδικά , πολλά ξενόγλωσσα… η μόνη του περιουσία αυτά και η δια βίου επικαρπία του δώματος…

Τα υπόλοιπα τάχε κάνει από χρόνια στα παιδιά του ( και την ψιλή κυριότητα του δώματος ) . Και   πολύ τον είχανε άχτι γι’αυτό το τελευταίο γιατί θέλανε να το δώσουν αντιπαροχή όλο το ρημάδι και δεν μπορούσαν . Ηταν η μικρή του εκδίκηση,η καθημερινή του μικρή ελάχιστη απειροστή εκδίκηση , που σαν κάθε απειροστό περιείχε , στο μυαλό του , ένα μυστηριακό μεγαλείο.

Το κάθε βιβλίο που πούλαγε το διαπραγματευότανε σκληρά….Παιδιά του τα έλεγε και δάκρυζε ( όπως δάκρυζε και για την μονάκριβη την κόρη του που δεν τον πλησίαζε πιά …αυτήν πούχε το όνομα της μάνας του και που της διάβαζε μωρό σχεδόν ακόμα ιστορίες του Παπαδιαμάντη και τα fragmenta του Ηράκλειτου από τον Diels και Kranz  έκδοσηΒερολίνου 1956 στο πρωτότυπο)..

(και κείνη τα επαναλάμβανε με την μικρή της φωνούλα και μετά γελούσε)…

(όσο πιό σωστά γινότανε να μάθαινε την ελληνική γλώσσα από μικρή).

Οι βιβλιοπαληατζήδες της Ηφαίστου τον ξέρανε με το μικρό του :

( Κυρ’Αντώνη μου ) και στο τέλος του τα παίρνανε μπίρ παρά , κι’ας έφερνε κάποτε κάποτε και μερικά λαβράκια συλλεκτικά . Για τον πωλητή όμως όλα είχαν την ίδια αξία  ( πολύτιμη όσο το καθημερινό και απαραίτητο κρασάκι του εκεί πιό κάτω στο στέκι του στην Αδριανού , φάτσα στην Αγορά και το Θησείο ) .

Με τον καιρό η δόση του λιγόστευε ολοένα..ξέφτιζε…σαν κάθε γνήσιος μπεκρής χρειαζόταν για να φτιαχτή όλο και λιγότερο κρασί καί έτσι οι παληατζήδες αγόραζαν όλο και φθηνότερα . Και μετά σερνόταν μέχρι το όριο…… : τα σύρματα και έβλεπε τον ηλεκτρικό να περνά κάθε τόσο . Κάποιες φορές έμενε μέχρις αργά το δειλινό… Τότε ήταν η καλύτερή του. Έβλεπε τις γάτες που περιφέρονταν απέναντι ανάμεσα στα μάρμαρα και τις φώναζε όλες με το ίδιο όνομα «Shrodinger….ψι..ψι…Shrodinger» . Οι περίοικοι τον ήξεραν πια και δεν έδιναν σημασία…. Χάζευε μες το ημίφως του δειλινού τα φωτισμένα βαγόνια που χάνονταν και ξαναφαίνωνταν περνώντας μέσα από τα μικρά εκείνα τούνελ.. «είναι και δεν είναι..είναι και δεν είναι»φώναζε….

Κύτταζε ένα παληό μπαλκόνι ενός αδιατήρητου διατηρητέου , μετά δάκρυζε και φώναζε γοερά…. «Μαμά…γιαγιά ..υποβρύχιο»..

Κατά τα άλλα δεν πείραζε ούτε μύιγα και ας τούκαναν καμμιά φορά πλάκα οι κράχτες από τα σουβενίρ απέναντι….Κάποιες φορές που γινόταν ενοχλητικός , ειδικά το καλοκαίρι με την κίνηση , φώναζαν το περιπολικό και τον μάζευαν για το σπίτι , αυτός έλεγε κάτι περίεργα στους αστυνομικούς για ποταμούς και για πύρ αείζωον και προσπαθούσε να τους εξηγήση για το θεώρημα κάποιου Goedel…

«Για τον Γκαίτε λέει» , έλεγε κάποιος………Και τον άφηναν ξέπνοο και σιωπηλό στα χέρια του ετέρου του ημίσεος….Τούλεγε εκείνη ενθυμούμενη την κλασσική της παιδεία καμμιά φορά :

«βρε ρεμάλι ..για σένα λένε έξις δευτέρα φύσις»….

«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί…» απαντούσε αυτός όχι και πολύ φανατικά.

======================

«Πουλές αυτές τις μέρες Γιούλα μου μου φαίνεται πως άρχισε να στρώνη….Ναι.. ναι σουλέω…Τόκοψε και στο Θησείο δεν πάει….αδυνάτισε κι’άλλο και δεν τρώει τίποτα ο άτιμος….του πάω πάνω φα’ί’ και με διώχνει Ρούλα μου….χθές πήγα πάνω και έψαξα.. δεν έχει σταγόνα…μόνο νερό από την βρύση του πλυσταριού πίνει….έχει κάτι βιβλία και χαρτιά και γράφει…….κάτι λογιστικά….με ρώτησε τι είναι χρέωση……δεν είναι στα καλά του καθόλου…αυτός τόσα χρόνια λογιστής και να ρωτάη τέτοια πράγματα…

…προσπαθώ , προσπαθώ όσο μπορώ Λούλα μου …μέχρι γεμιστά γιαλατζή χειμώνα καιρό τούφτιαξα και μόλις που τ’ακούμπησε…..Σ’αφήνω τώρα τον ακούω που βήχη…τι;….μεθαύριο καλέ το βράδυ στης Κικής….αν μπορέσω θάρθω…θ’αφήσω την μικρή εδώ…ναι με κείνον τον άχρηστο τάχει ακόμα το ζώον , αλλά δεν τα πάνε καλά….της είπα ….ναι …είναι και αυτός ο προ’ι’στάμενος της βρε παιδί μου …καλοοοοός…..της πρότεινε να πάνε στην Υδρα το Σαββατοκύριακο…..άστα βρε Κούλα μου ..τι να κάνω…

…..ναι , τονέδιωξα τον άχρηστο και του κράτησα και την εγγύηση του παλιόπαιδου……ναι…άσε με τώρα ….πάω πάνω …πάλι βήχη.»

==================

Είχε αλλάξει πολύ . Μέχρι και το κρεββάτι του έστρωνε…Ανεχόταν ακόμα και το θόρυβο του πλυντηρίου χωρίς διαμαρτυρίες…..Ταχτοποιούσε τα «παιδιά» του..τελείωσε και με τα λογιστικά του . Φώναξαν τον συμβολαιογράφο….κάτω στο σπίτι , στο σαλόνι του φόρεσαν και την γραβάτα του , όλοι χαμογελούσαν , έβγαλαν και γλυκό….ήταν απόγευμα το βράδυ δεν γίνωνται συμβόλαια….

Ηθελε να υπογράψη με το όνομα «Imre Lakatos» ,  έψαχνε  στο κομό με σπουδή για το σχετικό διαβατήριο , οι άλλοι αντάλλασσαν αμήχανα χαμόγελα συγκαταβατικά κατανοούντες , εφορία δεν πλήρωναν, ευτελές το τίμημα…τελικά υπέγραψε ως Αντώνιος Σπανίδης προς γενική ικανοποίηση της ομηγύρεως.

«Αντε Αντωνάκη μου τώρα να ξεκουραστής και θ’ανέβω και γω  σε λίγο να σε τακτοποιήσω..να σου φέρω και το φα’ί’ σου ..έτσι;»

«Θα το καταθέσω αύριο στο υποθηκοφυλακείο προς μεταγραφήν και θα σας κρατήσω και τα σχετικά αντίγραφα», είπε ο συμβολαιογράφος Νοταράς και έφυγε.

«Φεύγω και γώ μάνα..έχω δουλειά στην Κλαδική» είπε ο γιός και «Επιτέλους τελειώσαμε και μ’αυτό » συμπλήρωσε όντας υπ’ατμόν. Έμειναν μόνες μάνα και κόρη.

«Εγώ θα πάω στη Κική για καφέ εσύ να μείνης να τον προσέχης»

«Ασε με ρε μαμά και έχω ραντεβού με το Χάρη στις εννιά»

«Φταίω εγώ μωρή που σας τα κανόνισα όλα με δαύτον ( και έδειξε προς τα πάνω , προς το πλυσταριό ) και σείς δεν μου κάνετε μια φορά το χατήρι»…. «Ενα καφέ μωρέ και γω να πιώ σε μιά φίλη μου δεν μ’αφήνετε….ο ένας με το Κίνημα και η άλλη με τα σούρτα-φέρτα …..

….και σούχω πεί με αυτόνε τον αχα’ί’ρευτο τον …..άντε τώρα να μην πώ….χάθηκαν καλέ οι άνθρωποι της σειράς σου…εσύ με τέτοια ομορφιά με τέτοια μόρφωση……..Τέλος πάντων πάρτονε τηλέφωνο και πέστου πως δεν μπορείς…εγώ πάω πάνω».

Ανέβηκε ασθμαίνωντας τα σκαλιά με το δίσκο στα χέρια…

«Να και το φαγάκι σου Αντωνάκη μου…..κάτσε να φας….τι κάνεις..πάλι γράφεις;»

Εκείνος ήταν χωμένος σε κάτι χαρτιά παλεύωντας μιά εξαντλητική απόδειξη του έσχατου θεωρήματος του Fermat  (χωρίς βέβαια ελπίδα επιτυχίας ) και κούνησε απλά το κεφάλι.

«Μπράβο Αντωνάκη μου,..αχ πως τα καταφέρνεις μ’αυτά εσύ σοφέ μου…είδες και με τα συμβόλαια τα κατάφερες μιά χαρά και τελειώσαμε και μ’αυτό..τα εξασφαλίσαμε τα παιδιά μας………(παύση)…………..

…..εγώ θα φύγω για λίγο ..θά’μαι στης Κικής..εσύ να κοιμηθής και θά’ναι η Θάλεια κάτω για ό,τι χρειαστής….έτσι».

Η δυναμοσειρά δεν του έβγαινε , έμενε σιωπηλός…αυτή τον φίλησε απαλά στο μάγουλο (για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια )  και έφυγε αθόρυβα.

«Πάλι γράφει τις παρλαπίπες του επάνω …εσύ εδώ ε..εγώ θά’μαι απέναντι»

είπε στη Θάλεια και ξεπόρτισε…ήταν ήδη ντυμένη λόγω συμβολαιογράφου.

==================

Ηταν εννιά παρά…την είχε βρή τη λύση …με μιά σύνθεση αλλόκοτη..δια  του συγκερασμού των επιστημών , δια της ενοποιήσεως των στοιχειωδών του σύμπαντος δυνάμεων ολοκλήρωνε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ την αποδειξη..

«Μπαμπά….ξέρεις…εγώ…( είχε χρόνια ν’ανέβη στο δώμα που ξαφνικά στα μάτια του γέμισε άφθαρτο φώς ) ….εγώ…αχ μπαμπά μου..πρέπει να φύγω..για λίγο..εσύ να προσέχης και να κοιμηθής ..ακούς..»

Αυτός ήθελε…ήθελε όλα να της τα πή…για τον Fermat, για την συλλογιστική δεινότητα του Habermas , για το εκπληκτικό και άδοξο ταλέντο του Κώστα Κρυστάλλη , για τη γιαγιά της που έπαιζε List , για τη ζωή που έγινε τόσο φτηνή , για τους άντρες που κορδακίζωνται ασύστολα , για τα τραινάκια που της αγόραζε , για τα βιβλία του που ήταν δικά της , για το υποβρύχιο , για το μεγαλείο του θεωρήματος του Goedel……

Ο χρυσός της θύσανος ήδη χανότανε στις σκάλες……..

Ακουσε την εξώπορτα να κλείνη…Μέσα του σφύριξαν τα τραίνα…έτσι πώς σφύριζαν τότε που ήτανε μικρός και τα άκουγε , θηρία ανήμερα να διαλαλούν τη ρώμη τους μέσα στη νύχτα , απ’το σταθμό Λαρίσης.

Έβαλε το πανωφόρι του , κατέβηκε γρήγορα στο σπίτι . Άνοιξε το κομό . Είχε δει με την άκρη του ματιού πού καταχώνιασε εκείνη τα ρέστα από τα συμβολαιογραφικά . Πήρε μόνο τα λίγα που θα χρειαζότανε.Τα παληατζήδικα τέτοια ώρα είχαν κλείσει . Δεν θά’βρισκε να πουλήση βιβλίο..τό’φερε βαρέως που θά’πρεπε να πορευτή με τα ρέστα . Το καφενεδάκι του..το στέκι του..ίσα – ίσα που το προλάβαινε ανοιχτό ( χειμώνα καιρό ).

Στο δρόμο …..το Θησείο ήταν κοντά…Πέρασε γρήγορα την Πειραιώς..κύτταζε μόνο μπροστά…οι οδηγοί έντρομοι κορνάριζαν..οργίλοι τον έβριζαν….Αγίων Ασωμάτων…..σταθμός….αριστερά στην Αδριανού…έφτασε κολοσούρνωντας σχεδόν..το καφενεδάκι είχε φώς…έριξε μιά ματιά στο μπαλκόνι

…ήταν ΕΚΕΙ..ήσαν ΟΛΟΙ ΕΚΕΙ…

μετά μπήκε στο παληό του στέκι…..

«Βρέ τον κυρ’Αντώνη…που χάθηκες τόσο καιρό…είσαι καλά ; »

Πήρε μιά ανάσα..

«Να βάλω το γνωστό Κυρ’Αντώνη μου…άνοιξα καινούργιο βαρέλι τεφαρίκι»

Πήρε άλλη μια ανάσα  (δύσκολη σαν σημειακό μετασχηματισμό)…..

«Θα κάτσω έξω» ψέλλισε «Εχεις υποβρύχιο…φέρε μου ένα υποβρύχιο και νερό κρύο»..

Βιαζότανε , ο συρμός ακουγότανε να τρίζη πολύ κοντά…πέρναγε το Μοναστηράκι….ερχόταν για Θησείο…κάθησε ….ήρθε και το έμπλεο θαύμα…..

Απέναντί του περνούσαν κάθε τόσο τα φωτεινά ερπετά παίζωντας του κρυφτό μέσα στα τούνελ….δοκίμασε λίγο…δεν ήταν όπως τότε…από το μπαλκόνι του έγνεφαν σκιές….κύτταξε το δείγμα του φεγγαριού ..κάτι αναιμικά αστέρια….πλήρωσε..σηκώθηκε…τράβηξε προς τη γέφυρα….

…πίσω ο καφετζής έκανε το σταυρό του….

=================

Τα νέα τά’φερε ώρα μία στο σπίτι το περιπολικό…χωρίς τον Κυρ’Αντώνη αυτή τη φορά …τον είχαν ήδη στο νεκροτομείο….

Εκείνη ξεσήκωσε το κόσμο με τους θρήνους και τις φωνές , αρχαία τραγωδία , δεν ξέραν τίποτα , δεν ανέβηκε κανείς το βράδυ να δή…

…Μετά φόρεσε το μαύρο ταγιεράκι και πήγε στο τμήμα για κατάθεση. Ύστερα στο νεκροτομείο γιά την απαραίτητη αναγνώριση…εκείνος χαμογελούσε…

Γύρισε ξημερώματα για να τα κανονίση με τον τελετάρχη ( στο Τρίτο)…..Πήρε και τον παπά και τα τακτοποίησε όλα ( ήταν ατύχημα  ) …..

Η Θάλεια «του»  έψαχνε στο δώμα τα χαρτιά…..ένας σωρός και πάνω πάνω ενέδρευε , κόμπρα , η απόδειξη…………….= Hράκλειτος fragmentum 30 (Diels & Κranz Berlin 1956).

Bιαστικά έβαλε το χαρτί στη τσέπη της και κατέβηκε τρέχωντας τα σκαλιά..Ο ήλιος ήδη ανέβαινε πάνω απ’τον Υμηττό και κατά τη δύση  κούτσαινε μιά υποψία φεγγαριού..

Τα αστέρια είχαν χαθεί εδώ και ώρα………

[ Μια ανέκδοτη μέχρι σήμερα απόπειρα διηγήματος γραμμένη το 1996 , αφιερώνεται πρώτιστα στο Πάνο αλλά και σε όλους – όλες  τις περσόνες της Καλύβας που με σημάδεψαν … ]