Της Dana Semitecolo

Ζούσε από όταν ήταν έφηβος σε εκείνο το bauhaus κτίριο, πάντα στο ίδιο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου. Κι αφού δούλευε τη νύχτα και τη μέρα κοιμόταν, δεν είχε ποτέ ιδέα για το ποιοι έμεναν δίπλα ή απέναντι ή από πάνω του. Ουσιαστικά, δεν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε.

Τον ενδιέφερε μόνο να πηγαίνει στη δουλειά του: νυχτερινός φύλακας σε εργοστάσιο. Εκεί είχε στήσει το άνδρο της ζωής του. Το μικρό γραφείο του ήταν ο ζωτικός του χώρος. Είχε τα βιβλία του, τις μουσικές του και μια μικρή συλλογή από γραμματόσημα. Κάποιες φορές, παρακολουθούσε ταινίες στον υπολογιστή. Ταινίες του Bunuel, του Pasolini, του Fellini και φανταζόταν πως ήταν κάποιος από τους ρόλους που έβλεπε.

Ένα πρωί καθυστέρησε να κοιμηθεί. Είχε βγει, ακριβώς δέκα λεπτά της ώρας, έξω από το πρόγραμμά του και τότε ήταν που πρώτη φορά την άκουσε. Ήταν σίγουρο ότι επρόκειτο για γυναίκα. Η άψογη ακοή του τού επέτρεπε να ξεχωρίσει τον ήχο από τα ψηλοτάκουνά της. Μετά άκουσε κι αυτόν. Πατέρας; Σύντροφος; Τί; Είχε ζωηρό περπάτημα κι έτσι όπως συναντιόταν τα βήματά του με εκείνης και κόβανε ταχύτητα, ήταν σχεδόν βέβαιο πως ήταν ζευγάρι.

Συνέχισε να παραμένει εκτός προγράμματος για αρκετά λεπτά ακόμα και τότε ήταν που άκουσε και τα παιδικά, γρήγορα βήματα. Ήταν πλέον σίγουρο: Δίπλα του ζούσε μια οικογένεια. Ένα ζευγάρι με παιδί. Άκουγε πεντακάθαρα το μικρό να τρέχει μέσα στο σπίτι. Που και που άκουγε και κάποιο δυνατό γέλιο του ή κάποια κραυγή από εκείνες που αμολάνε τα πιτσιρίκια χωρίς προφανή λόγο.

Κοιμήθηκε.Το πρόγραμμα ακολουθήθηκε όπως κάθε μέρα. Σηκώθηκε αργά το απόγευμα μαγείρεψε κάτι, έφαγε, έκανε μπάνιο και πήγε ξανά στη δουλειά, να ζήσει τη ζωή του. Το πρωί πάλι πίσω, στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου.

Αποφάσισε να κάνει λίγο πιο αργές κινήσεις στο μπάνιο, πριν πέσει για ύπνο. Μια ηθελημένη χρονοτριβή ώστε να είναι βέβαιος πως θα την ξαναάκουγε, χωρίς όμως να πρέπει να το μάθει αυτό κανείς. Ούτε καν το μαξιλάρι του που ήξερε τα πάντα. Κι όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, την άκουσε. Άκουσε τα ψηλοτάκουνά της να την μεταφέρουν στο χώρο και μόνο για εκείνες τις μικρές της παύσεις όταν διασταυρωνόταν με τα ζωηρά αντρικά βήματα, την ερωτεύτηκε παράφορα.

Ο καιρός περνούσε κι αυτός ως γνήσια ερωτευμένος, άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Ούτε να φάει ήθελε και το χειρότερο όλων ήταν που δεν ήθελε πλέον ούτε στη δουλειά του να πηγαίνει. Πήγαινε με το ζόρι και αυτό που κάποτε ήταν η ζωή του είχε μετατραπεί σε καταναγκαστικό έργο. Συνεχώς κοίταζε το ρολόι ώσπου να του επιβεβαιώσουν οι δείκτες πως ήταν ώρα να πάει σπίτι.

Δεν έφευγε σχεδόν καθόλου από την κρεβατοκάμαρά του, μιας και είχε ανακαλύψει πως η πρόσβαση στον ήχο της, ήταν πιο δυνατή σε εκείνο το δωμάτιο. Αυτό που τον μάγευε σε εκείνη ήταν πως περνούσε πολλές ώρες πάνω στις γόβες της και έτσι ήταν σαν να τον παρότρυνε να συνεχίσει να την ψάχνει, να την μαθαίνει. Τον προκαλούσε κάθε ώρα και στιγμή με τα τακούνια της να βρει κάτι, ένα τόσο δα στοιχείο παραπάνω, για την ίδια.

Πέρασαν δύο μήνες στενής παρακολούθησης του ήχου της, ήξερε πολλά γι’ αυτήν. Πότε ήταν κουρασμένη και πότε χαρούμενη. Πότε κοντοστεκόταν μπροστά στον σύντροφό της τρυφερά και πότε έτρεχε θλιμμένη στην ασφάλεια του μπάνιου. Ήταν πλέον καιρός να τη συναντήσει και να δώσει μορφή σε αυτό που γνώριζε τόσο καλά η ακοή του.

Μετά από λίγα μόλις πρωινά, αποφάσισε να μην κοιμηθεί καθόλου μετά τη δουλειά. Θα την άκουγε όλη μέρα και όταν εκείνη θα έβγαινε όπως συνήθιζε για ψώνια, θα έβγαινε κι αυτός και θα την συναντούσε. Κι έτσι έκανε, μα τη στιγμή που εκείνη βγήκε από το διαμέρισμά της, εκείνος δεν βρήκε τη δύναμη να την ακολουθήσει στο διάδρομο. Μόνο από πίσω την είδε για λίγο όπως έμπαινε στο ασανσέρ. Μα δεν πρόσεξε καν το ύψος της ή το χρώμα των μαλλιών της, μόνο τα τακούνια της που την πήγαιναν κορδωμένα και σταθερά στον προορισμό της.

Την επομένη, μόλις την άκουσε να βγαίνει από το διαμέρισμά της, έτρεξε στο ματάκι της πόρτας αλλά εκείνη πέρασε βιαστικά και πρόλαβε μόνο να δει μερικές καστανές μπούκλες από το κεφάλι της. Και την επομένη, την ίδια ακριβώς στιγμή ο έρωτάς του τον ώθησε να ανοίξει τη πόρτα όπως αυτή περνούσε και να παρουσιαστεί μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι!

Εκείνη κοντοστάθηκε κάπως ξαφνιασμένη. Προσπάθησε να της πει «καλημέρα» αλλά του ήταν αδύνατον να μιλήσει, χρόνια τώρα. Άκουσε τη δική της καλημέρα έτσι μελωδικά να ηχεί στα αυτιά του και μη μπορώντας να της την ανταποδώσει απλά έσκυψε το κεφάλι και χάζεψε τη φουσκωμένη κοιλιά της. Ήταν η ομορφότερη εγκυμονούσα που είχε δει. Αλλά ήταν ελάχιστες εκείνες που είχε δει. Τον προσπέρασε παραξενεμένη, με ένα ελαφρύ μειδίαμα στο στόμα της και του φάνηκε πως είδε έναν μικρό, τόσο δα φόβο στα μάτια της.

Την άφησε να πάει στο ασανσέρ και γρήγορα κατέβηκε από τις σκάλες στον δεύτερο και το κάλεσε κι ο ίδιος. Όταν οι διπλές πόρτες άνοιξαν και τον είδε, ήταν σίγουρος πως την είχε τρομοκρατήσει, ωστόσο δεν καταλάβαινε το γιατί. Μεταξύ πρώτου και ισογίου έσκυψε και με αποφασιστικές κινήσεις την ανάγκασε να βγάλει τις γόβες της ώστε να μπορέσει να τις κρατήσει αυτός για πάντα.
Εκείνη, θα έλεγε κανείς, πως σαν να ήξερε τι έπρεπε να κάνει κι έτσι δεν προέβαλε καμία αντίσταση. Απλά του εκχώρησε τα ψηλοτάκουνά της και βγήκε στο ισόγιο ξυπόλυτη. Χωρίς ήχο. Κι αφού ήχο δεν είχε πια, δεν υπήρχε για εκείνον, που πέταξε τις γόβες της στα σκουπίδια και άρχισε πάλι να κοιμάται σαν άνθρωπος.

Το έστειλε για τη Λογοτεχνική Εβδομάδα ένας φίλος, από εδώ: http://katrougiali.blogspot.com/2010/01/bauhaus.html

Advertisements