Γράφει ο zeppos

Όλα άρχισαν πριν από ένα μήνα περίπου. Θυμάμαι οτι μόλις είχα γυρίσει κουρασμένος από το γραφείο εκείνο το απόγευμα και η Βαρβάρα η γυναίκα μου είπε οτι ο μικρός μας δεν έφαγε τίποτα από το μεσημέρι και μένει συνεχώς στο δωματιό του.
Χτύπησα την πόρτα του και άνοιξα. Πάντα χτυπάω πριν μπω στο δωμάτιό του, αν και είναι μόνο 10 ετών. Θέλω από τώρα να συνειδητοποιήσει οτι όλοι εδώ στο σπίτι, σέβονται την ιδιωτική του ζωή από τώρα και αυτό θα ισχύει για πάντα.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, εγώ ίσως την σέβομαι λίγο παραπάνω από ότι είναι σωστό..Οτιδήποτε θέλω να μάθω για τον γιό μου, τον Γιαννάκη μου, το μαθαίνω από την μάνα του. Δεν θυμάμαι να έκατσα να συζητήσω μαζί του για ώρα οποιοδήποτε θέμα. Έλα μωρέ! Είναι μικρός ακόμη, έχουμε καιρό να βρεθούμε για τα καλά.
Κοντοστάθηκα λίγο καθώς πέρασε από το μυαλό μου οτι το ίδιο συμβαίνει και με τη κόρη μου..αλλά μήπως με την μάνα τους συζητάω περισσότερο; Η αγάπη μου γι’αυτούς είναι δεδομένη, αλοίμονο..δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε κάθε τόσο, είναι τόσο φανερό!

Δεν πήρα απάντηση και μπήκα..Ο Γιαννάκης μου καθόταν εμπρός στην οθόνη του υπολογιστή του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω σε ένα μαύρο τετράγωνο σχήμα στο κέντρο του κάτασπρου φόντου. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε.. Του μίλησα.
«Γιάννη τι γίνεται; Η μάνα σου μου είπε οτι δεν έφαγες..»
Ο μικρός μου γύρισε αργά το κεφάλι του προς εμένα και μου είπε με χαμηλή φωνή:
«Δεν πεινούσα πατέρα».
«Καλά δεν χάλασε ο κόσμος. Θα σου βάλει η μάνα σου αργότερα..Τα μακαρόνια σου αρέσουν ..έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα πατέρα, ίσως αργότερα».

Εως το επόμενο Σάββατο που έμεινα σπίτι πάλι, ο Γιαννάκης μου δεν ξανάφαγε τίποτα. Τα κόκκαλα στα πλευρά του φάνηκαν ολοκάθαρα κάτω από το λεπτό μπλουζάκι του.
Την Δευτέρα δεν τον αφήσαμε να πάει σχολείο. Εφυγα και γω με άδεια απ΄το γραφείο για να τον πάμε μαζί στον γιατρό μας. Ο γιατρός, ο Πάνος ήταν και οικογενειακός μας φίλος και μας άφησε να είμαστε μέσα ενώ τον εξέταζε προσεκτικά. Ψηλάφισε όλο του το σώμα, τον πίεσε παντού στην κοιλιά ενώ τον ρωτούσε αν πονάει, κοίταξε τον σφυγμό, την αναπνοή του, πήρε λίγο αίμα για εξέταση και μετά τον έστειλε στην τουαλέτα με ένα φιαλίδιο για τα ούρα του.
«Εγώ τον βρίσκω απόλυτα υγιή, βέβαια λίγο αδύνατο. Θα πάρουμε και τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις και θα δούμε. Μου λέτε οτι δεν έχει φάει τίποτα ε;».
«Τίποτα βρε Πάνο πέντε μέρες τώρα και του φιάχνω όλα τα φαγητά που του αρέσουν», είπε η γυναίκα μου.
«Καλά, μείνετε για λίγο έξω, θέλω να του μιλήσω».

Η πόρτα του ιατρείου έκλεισε πίσω μας. Μείναμε στο προθάλαμο αμίλητοι. Τι να πούμε παραπάνω; Τάχαμε όλα συζητήσει όλη την εβδομάδα της εθελοντικής νηστείας του αγοριού μας στο σπίτι. Η Βαρβάρα επέμενε οτι κάτι συνέβη στο σχολείο. Κάποιοι τον πείραζαν και σταμάτησε να τρώει από αντίδραση.
Εγώ έβλεπα την διάθεση όμως του Γιαννάκη που δεν έδειχνε πολύ αλλαγμένος. Ήταν σε όλα πρόθυμος, σχεδόν χαρούμενος μπορούσα να πω. Να διαβάσει τα μαθήματά του, να μας πεί πως πέρασε την μέρα του στο σχολείο και όλα αυτά χωρίς ποτέ να αναφέρει κάτι που τον πείραξε..
Η μόνη αντίδραση που πρόσεξα ήταν,  τότε που τον ρώτησα τι ήταν αυτό που κοιτούσε στην οθόνη του κομπιούτερ του εκείνη την πρώτη ημέρα. Ο Γιαννάκης μου κατέβαζε το κεφάλι και μιλώντας μου αργά έλεγε πάντα μια μόνο λέξη: Τίποτα..
Τον ρώτησα πάλι και πάλι.
«Πως τίποτα Γιάννη,,εγώ είδα ένα μαύρο τετράγωνο στο κέντρο. Τι ήταν αυτό, νέο παιγνίδι;»
«Τίποτα πατέρα»..Ήταν η στερεότυπη απάντησή του.
Μια μέρα δεν άντεξα και άνοιξα τον υπολογιστή του. Δεν μπόρεσα να δώ κάτι παρόμοιο σε όλους τους φακέλους του.. Τίποτα που να μοιάζει με παιγνίδι..

Η πόρτα του ιατρείου άνοιξε και φάνηκε ο Γιαννάκης μου και πίσω του η φιγούρα του γιατρού μας λίγο σκυφτός, προβληματισμένος. Η Βαρβάρα πήρε τον μικρό απ’το χέρι και κατευθύνθηκε προς τον ανελκυστήρα. Εγώ έμεινα λίγο πίσω με τον Πάνο.
«Κοίτα ο μικρός δεν είναι άρρωστος με την έννοια της ίωσης ή κάτι παρόμοιο. Θα βγούν και οι εξετάσεις αργότερα και θα ξέρουμε περισσότερα. Όμως ίσως χρειαστεί κάποια ψυχολογική συμπαράσταση, μια βοήθεια από κάποιον ειδικό»..
«Δηλαδή ψυχίατρο ρε Πάνο;»..
«Κάτι τέτοιο, ένα ψυχολόγο. Γνωρίζω κάποιον και θα σου δώσω την διεύθυνσή του. Ίσως βοηθήσει περισσότερο από μένα.».
«Γιατί ρε συ Πάνο το λες αυτό;»..
«Κοίταξε, του μίλησα λίγο και οι απαντήσεις του με προβληματίζουν»..
«Δηλαδή;»
Ο Πάνος μου είπε τότε για την παράξενη συνομιλία που είχε με τον μικρό μου.

«Γιαννάκη πρέπει να φας λίγο»..
«Γιατί;»
«Πρέπει να φας γιατί θα πεθάνεις αν δεν τρως!»..
«Ε και;!»
«Γιαννάκη τι μου λες τώρα.. τι ερώτηση είναι αυτή; Τι πάει να πει ε και..Πρέπει να ζήσεις..»
«Γιατί πρέπει να ζήσω;»
«Τώρα τι είναι αυτά που λες πάλι..Θες να με στεναχωρέσεις; Πρέπει να ζήσεις γιατί η ζωή είναι ωραία, η ζωή έχει πλάκα, ο θάνατος δεν είναι τίποτα!»..
«Πως το ξέρετε αυτό κ Πάνο;»..
«Αυτές είναι σαχλαμάρες Γιαννάκη..Θα πας σπίτι και θα φας τώρα αμέσως..»
«Δυστυχώς γιατρέ, εγώ δεν πεινάω..»
Ο γιατρός κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του και με φανερό εκνευρισμό μου έδωσε την κάρτα του φίλου του ψυχολόγου..
«Αν δεν σας γνώριζα καλά θα έλεγα οτι αυτά τα τρελλά τα ακούει μέσα στο σπίτι του γιατί στο σχολείο αποκλείεται από τα παιδιά της ηλικίας του..»

Οι λεπτομέρειες είναι ένα μαρτύριο να τις θυμάμαι..Όσο και αν προσπαθήσαμε δεν καταφέραμε τίποτε. Ούτε ο ψυχολόγος. Ούτε οι γιατροί στο νοσοκομείο που τον βάλαμε τις τελευταίες ημέρες.. Ο Γιαννάκης επέμενε να μην τρώει τίποτε. Εκανα τα πάντα..Τον ρώτησα για τα πάντα, για το σχολείο, για το σπίτι, τίποτε..Συνεχώς έλεγε οτι δεν πεινάει..
Ίσως να άργησα πολύ να καταλάβω πόσο σοβαρό πρόβλημα είχε ο γιός μου.. Ίσως βέβαια να είχα και γω πρόβλημα..
Δεν έβρισκα ποτέ χρόνο να μιλήσω μαζί του, να παίξω μαζί του, να μπω στον κόσμο του, να γίνω και γω μέρος του κόσμου του…

Ο Γιαννάκης μου έσβησε μια φθινοπωρινή συννεφιασμένη μέρα χαμογελαστός όπως πάντα.
Πάνω από το κρεββατάκι του μείναμε αμίλητοι, μαύροι και οι δυό μας.

zeppos, από εδώ: http://m-adelfos.blogspot.com/2007/04/blog-post.html

Advertisements