Του nikiplos

Το διαμέρισμα  ήταν ένα κάπως παράξενο τριάρι στο Γκύζη. Από την πρόσοψη της πολυκατοικίας έπρεπε να κατέβεις στο δεύτερο υπόγειο για να φθάσεις στην είσοδό του. Μέχρι το υπόγειο πήγαινε το ασανσέρ. Από το πρώτο υπόγειο υπήρχε ένας  αθέατος στενός διάδρομος με σκάλα η οποία οδηγούσε στο δεύτερο υπόγειο, όπου διέμεναν τα δύο αδέλφια η Άννα και ο Νίκος φοιτητές στη Νομική και Μαθηματικό αντίστοιχα. Το διαμέρισμα ήταν απρόσιτο για κάποιον που δεν γνώριζε την ύπαρξή του.  Το παράδοξο βέβαια είναι ότι το διαμέρισμα από την άλλη πλευρά εκείνη της πρόσοψης ήταν ένα φυσιολογικό … υπερυψωμένο ισόγειο που έβαινε με μεγάλη βεράντα σε έναν όμορφο κήπο πλάι σε μια πάροδο.

Αρχές δεκαετίας του 80 και τα πράγματα ήταν κάπως πιο χαλαρά. Τα αγόρια βολεύονταν με μια μηχανή, συνήθως ένα μικρό 50ρι, ενώ τα κορίτσια δεν είχαν κανένα πρόβλημα να ανέβουν συνεπιβάτισσες και να  καταλύσουν σε κάποιο ουζερί ή καλοκαιρινό αναψυκτήριο.  Εκείνα τα χρόνια (όπως και τα επόμενα που ακολούθησαν άλλωστε) ο καλύτερος τρόπος για να δικτυωθούν τα παιδιά που έρχονταν από την επαρχία για σπουδές ήταν η διοργάνωση ενός “πάρτι”, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια απλή μάζωξη γνωστών με  μουσική, ποτά ρεφενέ που συνήθως έκλεινε τις αργές ώρες με κάποια κιθάρα και αριστερόστροφα τραγούδια.

Τα παιδιά έκαναν ένα τέτοιο πάρτι το οποίο δεν αποδείχτηκε και τόσο επιτυχές, υπό την έννοια ότι δεν ζευγάρωσαν ούτε η Άννα, ούτε ο Νίκος με κάποιον ενδιαφέροντα συμφοιτητή ή συμφοιτήτριά τους. Ο Νίκος ήταν ένα χαμηλού προφίλ ψηλόλιγνο αγόρι κάπως συνεσταλμένο. Αντίθετα η Άννα, ήταν όμορφη πάνω από το μέσο όρο, ας πούμε οι μαντράχαλοι της έριχναν και δεύτερη ματιά στο δρόμο. Παρόλα αυτά η επαρχιακή καταγωγή των αδελφών τους προσέδιδε μια κάποια διστακτικότητα στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων τους καθώς ήταν ο πρώτος χρόνος τους στην πρωτεύουσα, μια πρωτεύουσα που είχε «άπειρους πειρασμούς και παγίδες» καθώς τους είχε ορμηνέψει ο μπάρμπα-Γιάννης, πατέρας τους δάσκαλος στο επάγγελμα.

Λίγο καιρό μετά το πάρτι, κάνα δυο εβδομάδες δηλαδή, ο Νίκος έλειπε από το σπίτι. Ήταν σούρουπο προς απόγευμα και το φως  είχε λιγοστέψει αρκετά ώστε να χρειάζεται να ανάψει κανείς το φως μέσα στο σπίτι καίτοι οι πόρτες της βεράντας ήταν ανοικτές. Η Άννα απασχολιόταν στην κουζίνα με το φαγητό και τα διάφορα τακτοποιώντας παράλληλα τις νεανικές και αθώες σκέψεις της που δεν έφθαναν μακρύτερα από την εξεταστική του επομένου Ιουνίου. Έτσι κι αλλιώς ο Νίκος ο αδελφός της θα αργούσε το βράδυ κάτι γνωστό, αφού τις Τετάρτες είχε ωδείο.

Το κουδούνι της μέσα πόρτας κτύπησε ξαφνικά. Η Άννα ήταν σίγουρη πως ήταν ο Νίκος ο οποίος είχε ξεχάσει τα κλειδιά του και μάλλον θα του είχε τύχει κάτι έκτακτο. Παρόλα αυτά διστακτικά πλησίασε την πόρτα και ρώτησε ποιος είναι. Απάντηση δεν πήρε κι έτσι επέμεινε στην ερώτηση νιώθοντας ταυτόχρονα μια ανεπαίσθητη ανησυχία, μικρή βέβαια εφόσον μόνο οι πολύ γνωστοί γνώριζαν πως να φθάσουν στην μέσα πόρτα καθώς ήταν δύσκολο έως αδύνατο για κάποιον άσχετο. Πλησιάζοντας στο ματάκι παρατήρησε ότι ο άγνωστος επισκέπτης είχε αποκρύψει τη θέα με το δάκτυλό του. Θεωρώντας η Άννα ότι είναι βέβαια κάποιος γνωστός ξαναρώτησε  με λίγο νάζι για την ταυτότητα του επισκέπτη. Αυτός απάντησε με βραχνή φωνή «εγώ είμαι» ενώ κτύπησε και με το χέρι του στην πόρτα.

«Ποιος εσύ?» ξαναρώτησε ναζιάρικα κάπως η Άννα, αλλά ο άγνωστος αποκρίθηκε με την γνωστή βραχνή φωνή που εσκεμμένα παραπλανά την ταυτότητα του ομιλητή. Ξαφνικά το ματάκι φωτίστηκε, δείγμα ότι ο άγνωστος επισκέπτης απομακρύνθηκε από την πόρτα και έφυγε ανάβοντας το ισχνό φως του κλιμακοστασίου. Η Άννα κοντοστάθηκε γεμάτη απορία όντας βέβαιη ότι πρόκειται για περίεργη αλλά σίγουρα κακή φάρσα κάποιου όψιμου γνωστού από το πάρτι.

Το πρόσωπο της Άννας σκοτείνιασε ξαφνικά, καθώς θυμήθηκε ότι οι δύο πόρτες της βεράντας ήταν ανοικτές και δεδομένο ότι ο άγνωστος ήταν γνωστός, ενδεχομένως να επιχειρούσε να μπει από το μπαλκόνι. Τώρα η Άννα δεν ήταν καθόλου βέβαιη για τις διαθέσεις του, κι έτσι έτρεξε προς τα δυο υπνοδωμάτια για να κλείσει τις μπαλκονόπορτες. Έκλεισε βιαστικά τα τζάμια στο ένα δωμάτιο και σύγκαιρα καθώς έτρεξε στο δεύτερο υπνοδωμάτιο για να κλείσει και την άλλη μπαλκονόπορτα, αντιλήφθηκε μια σιλουέτα που σχηματιζόταν πίσω από την κουρτίνα ακριβώς έξω από το παράθυρο και η οποία σκοτείνιαζε τον εσωτερικό χώρο. Της κόπηκαν τα ήπατα, αλλά παρόλα αυτά πρόλαβε και έσπρωξε δυνατά το τζάμι που βρήκε στο  πόδι και το χέρι της σιλουέτας εμποδίζοντάς το να κλείσει τελείως. Η Άννα απελπισμένη  ούρλιαξε δυνατά δυνατά για βοήθεια. Ξεψυχισμένα στην αρχή, όμως μετά δυνάμωσε η ένταση στην τρίτη επανάληψη. Η ανδρική σιλουέτα στο άκουσμα της φωνής τράπηκε σε φυγή σαλτάροντας βιαστικά από το υπερυψωμένο  μπαλκόνι. Η Άννα έκλεισε βιαστικά το τζάμι στην υποχώρηση της αντίστασης και μισολιπόθυμη κάθησε στον αγορασμένο από τα είδη ευκαιρίας της Ερμού καναπέ. Βαριανάσαινε και δεν μπορούσε να βγάλει άχνα. Τα παράθυρα ήταν παντζούρια και  δεν διανοούνταν να επιχειρήσει να τα κλείσει. Κινητά δεν υπήρχαν τότε, ενώ για τηλέφωνο της οικίας ούτε λόγος καθώς τα παιδιά κανονικά θα έπρεπε να περιμένουν τουλάχιστον 3ετία ή 4ετία στην καλύτερη περίπτωση για να τους εξυπηρετήσει ο ΟΤΕ. Οι αναμονές ήταν τόσο μεγάλες που διαφημιζόταν στα ενοικιαστήρια η ύπαρξη τηλεφώνου και μάλιστα επιβάρυνε σημαντικά το μίσθιο.

Την ημιλιπόθυμη γαλήνη της τάραξε το εκ νέου κτύπημα στην πόρτα της χωρίς κουδούνι αυτή τη φορά. Δυνατό και επίμονο με ένα βαρύ “άνοιξε εγώ είμαι” από την άλλη πλευρά. Η Άννα εκμεταλλεύτηκε ακαριαία τούτη τη στιγμή και έτρεξε κλείνοντας σπασμωδικά τα παντζούρια και στις δυο μπαλκονόπορτες. Δεν πρόλαβε να μείνει μετέωρη στο κέντρο του διαμερίσματος αφουγκραζόμενη ήχους όταν η εσωτερική πόρτα ξαναχτύπησε με δύναμη και το “άνοιξε” συνόδευσε και ένα “γαλλικό”. Οι ήχοι συνεχίστηκαν με μια δυνατή κλωτσιά στην μπαλκονόπορτα και μετά έσβησαν. Θα έμεινε εκεί σφηνωμένη στο φόβο της μέχρι που έπεσε το σκοτάδι και γύρισε επιτέλους ο Νίκος. Ο ήχος των κλειδιών του στην πόρτα της φάνηκε βάλσαμο. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, ξεφυσώντας όμως αρκετά και ρυθμικά για να του δώσει σήμα ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί.

Το επόμενο βήμα ήταν φυσικά να μετακομίσει εσπευσμένα το ζευγάρι μακριά από τη γειτονιά αυτή σε μια κεντρικότερη οδό στα Πατήσια. Παράλληλα απόκτησαν μια εσωστρέφεια που έκλεισε έξω από τον όποιο κύκλο είχαν προλάβει να ανοίξουν. Η καχυποψία του Νίκου είχε αποκλείσει όλους τους στενούς γνωστούς τους που είχαν παρευρεθεί στο πάρτι. Παρότι εξέτασε προσεκτικά και με επαγωγική μέθοδο όλους σχεδόν τους στενούς αρσενικούς της μέχρι τότε παρέας του, δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει τον υπαίτιο. Η Άννα δεν μπορούσε να αποκλείσει κανέναν ως υποψήφιο, ενώ είχε σβήσει από τη μνήμη της την καλοσχηματισμένη σιλουέτα που διαγραφόταν στην κουρτίνα έξω από την μπαλκονόπορτά της. Και φυσικά πέρασαν πολλά χρόνια εσωστρέφειας και φόβου για να διηγηθεί και έξω από τον Νίκο εκείνη την παράξενη στα αλήθεια περιπέτειά της. Παρευρέθηκα μετά από πολλά χρόνια σε έναν πολύ στενό κύκλο όπου η Άννα μας εκμυστηρεύτηκε αυτήν την εμπειρία. Αν και είχε περάσει τόσος καιρός, το πρόσωπό της είχε σκοτεινιάσει τη στιγμή της διήγησης και για κάμποσο χρόνο αμέσως μετά.

Advertisements