Του Drallion

Η δουλειά ήταν να μεταφέρει ένα 45αρι Jeanneau από την Κροατία – εκεί τα παραδίνει το εργοστάσιο – στην Ρόδο. Είχε διαλέξει για πλήρωμα έναν αυστριακό. Φτάνει μία μέρα πρίν την καθορισμένη στο λιμάνι, για να επιθεωρήσει το πλοίο. Εκεί μαθαίνει, ότι ο αυστριακός έχει σπάσει το πόδι του την προηγούμενη και δεν μπορεί να έρθει. Χρόνος για να βρεί άλλο πλήρωμα δεν υπάρχει, οι προθεσμίες πιέζουν. Αποφασίζει να κάνει την διαδρομή μόνος του. Λάθος γιά έναν ναυτικό, να ταξιδεύει μόνος, με άγνωστο πλοίο. Αλλά έχει αναλάβει την υποχρέωση να το φέρει έγκαιρα στον προορισμό του. Αλλωστε και τι έγινε; Το πλοίο έχει πλήρη κάλυψη από την ασφάλεια. Αν γίνει καμμία στραβή, ο ιδιοκτήτης δεν θα χάσει τα λεφτά του. Οσο γιά τον ίδιο: Εχει συνηθίσει εδώ και χρόνια, ότι δεν τον περιμένει κανείς – σε κανένα λιμάνι.

Ξεκίνημα με καλόν καιρό. Ο Μαΐστρος, τακτικός σ’ αυτά τα μέρη, τον σπρώχνει προς το Ιόνιο. Διαλέγει ρότα μακριά απ’την ακτή για να μην έχει πρόβλημα πορείας τις νύχτες. Στις νυχτερινές βάρδιες κάνει ότι όλοι. 20 λεπτά ύπνος, γρήγορος έλεγχος στα όργανα και την γύρω περιοχή και ξανά ύπνος. Το πλοίο δεν έχει ραντάρ να τον ειδοποιήσει, αν κάποιος έρχεται κατά πάνω του. Πρέπει λοιπόν ν’ αποφύγει τις πολυσύχναστες διαδρομές.

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος γιά το Νότο
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Οι μέρες περνάνε γρήγορα. Ανησυχεί μήπως πέσει πάνω σε αλβανούς λαθρέμπορους, αλλά φτάνει στο νησί της Ναυσικάς χωρίς προβλήματα. Ανακούφιση – εδώ είναι «στα νερά του». Γρήγορος ανεφοδιασμός και ρότα για Ζάκυνθο. Απομακρύνεται και πάλι από την ακτή, αυτήν την φορά για ν’ αποφύγει τους τουρίστες. Κεφαλλονιά, Ζάκυνθος, Μεθώνη. Λίγο πριν την Μεθώνη ο καιρός χοντραίνει. Κανονικα είναι βοριάς αλλά κοντά στην ακτή το γυρίζει. Πρέπει να κρατηθεί κοντά στην ακτή και να προσέχει τα βράχια που είναι διάσπαρτα στην περιοχή. Χωρίς GPS και ραντάρ, νύχτα και με περιορισμένη ορατότητα, είναι δύσκολο. Του απομένει μόνο η ανάγνωση του βάθους για να ξέρει περίπου πού βρίσκεται. Πάει με μηχανή, ο καιρός είναι πολύ κόντρα και δεν έχει χρόνο για ζικζακ με τα πανιά.

Ητανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Φτάνει ταλαιπωρημένος στην φιλόξενη Ελαφόνησο. Αποφασίζει να μείνει στο λιμάνι για την νύχτα. Ενας καλός, βαθύς ύπνος και καλό φαγητό του αναπληρώνουν τις δυνάμεις. Ο καιρός πέφτει σιγά σιγά. Την επόμενη μέρα ξεκινάει νωρίς για το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής: Την ανοιχτή θάλασσα ανάμεσα Κάβο Μαλιά και Ρόδο.
Η μέρα κυλάει χωρίς απρόοπτα. Ο αέρας πέφτει κι άλλο, ο ουρανός γεμίζει σιγά σιγά με σύννεφα. Νιώθει την υγρασία ν’ ανεβαίνει. Τον ξέρει τον καιρό, χρόνια τώρα παρατηρεί σύννεφα κι αέρηδες. Βαρομετρικό χαμηλό, ή – στην επίσημη μετεωρολογική γλώσσα – «κυκλώνας». Το θερμό μέτωπο πέρασε προχθές, τώρα βρίσκεται στο ενδιάμεσο και σε 12-20 ώρες θα περάσει και το ψυχρό μέτωπο πάνω απ’ το κεφάλι του. Το γρήγορο πέσιμο του αέρα δείχνει, ότι το μάτι του κυκλώνα βρίσκεται πολύ κοντά του.

Ετοιμάζει την νυχτερινή βάρδια όπως πάντα. Ξαπλώνει δίπλα στο τιμόνι, με τα μάτια μισόκλειστα στις φωτεινές ενδείξεις. Με βία ξεχωρίζει το φεγγάρι πίσω από τα σύννεφα. Θυμάται που παιδί τον έβαζαν με το ζόρι να κάνει προσευχή πριν κοιμηθεί.

Οταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω γιά κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου, στην άγια πίστη σου, πως να προσευχηθώ;
σε ποιόν να ξομολογηθώ και που να μεταλάβω;

——
Ξυπνάει παραξενεμένος. Παρακοιμήθηκε, τα 20 λεπτά έχουν περάσει προ πολλού. Το φεγγάρι έχει δύσει. Γρήγορα καταλαβαίνει από που έρχεται το παράξενο αίσθημα. Ακόμα και σε συνθήκες άπνοιας όλα τα πλοία κινούνται λίγο. Μία ανεπαίσθητη ταλάντωση, ένα παλατζάρισμα της μάτσας, οτιδήποτε. Το πανί κάπου θα χτυπήσει, όλο και κάποιος μακαράς θα τρίξει, κάποιο σκοινί θα τεζάρει. Τώρα όχι. Το πλοίο είναι απόλυτα σιωπηλό, απόλυτα ακίνητο στην μέση του πουθενά.
Τσεκάρει τα όργανα του σκάφους. Το ταχύμετρο δείχνει μηδέν, η πυξίδα δεν κουνιέται. Θέλει να μετρήσει την ταχύτητα αλλιώς. Ρίχνει ένα χαρτάκι στο νερό και το παρακολουθεί να εξαφανίζεται προς τα πίσω. Θα το παρακολουθούσε δηλαδή, αν το χαρτάκι κουνιόταν. Αλλά τίποτα. Το χαρτάκι παραμένει ακριβώς εκεί που το ‘ριξε. Το Αιγαίο λες έχει μεταμορφωθεί σε μία τεράστια λίμνη με σιρόπι.

Κατεβαίνει κάτω, παίρνει τον φακό του πλοίου, φωτίζει το χαρτάκι. Καμμία κίνηση. Παρατηρεί απορημένος την δέσμη του φακού, που χάνεται στο νερό. Σηκώνει τον φακό προς τα πάνω. Μία φωτεινή δέσμη, ένα δάχτυλο από φως που χάνει σιγά σιγά την δύναμη του κι εξαφανίζεται στο άπειρο. Στρέφει τον φακό προς τα κάτω. Το φώς χάνεται στο νερό. Προς τα πάνω. Το φώς χάνεται στον αέρα.
Που είναι πάνω; Που είναι κάτω;
Θυμάται τα μαθήματα ναυπηγικής. Το ιστιοφόρο είναι ένα πλοίο που κινείται στην κόχη ανάμεσα σε δύο υγρά (αέρας – θάλασσα). Χρησιμοποιεί τόσο την αεροδυναμική όσο και την υδροδυναμική. Θα μπορούσαμε να το αναποδογυρίσουμε και πάλι θα πήγαινε.
Που είναι πάνω; Που είναι κάτω;

Θέλει να δει καλύτερα το τοπίο γύρω του. Σβήνει όλα τα φώτα, όλα τα ηλεκτρικά. Γύρω του απόλυτο, ακίνητο σκοτάδι. Κρατάει τον φακό ακόμα στο χέρι του, σβηστό.

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά
Σκιάζεσαι μήπως στον γιαλό τα φώτα σε προδίνουν
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδίνου.

Τελευταίο σβήνει το σονάρ, το βυθόμετρο. Αναβόσβηνε έτσι κι αλλιώς. Χαμογελάει και σκέφτεται τους τουρίστες του. Γερμανοί συνηθισμένοι στην Βόρεια Θάλασσα και σκανδιναυοί συνηθισμένοι στην Βαλτική. Μέσο βάθος 50 μέτρα. Τις περισσότερες διαδρομές τις κάνουν στα 5 μέχρι 30 μέτρα. Σ’ αυτά τα βάθη, πάντα δουλέυουν τα σονάρ.
Ερχονται στο Αιγαίο, βλέπουν το βυθόμετρο ν’ αναβοσβήνει και νομίζουν ότι χάλασε. Τους εξηγεί με υπομονή τα νούμερα.
Εδώ είναι Αιγαίο. Μεσόγειος. Μέσο βάθος 1600 μέτρα, όλο το Αιγαίο (μόλις αφήσεις λίγο την ακτή) από 200 μέχρι 700 μέτρα. Το βυθόμετρο αναβοσβήνει γιατί μπορεί να δείξει μόνο μέχρι τα 100. Πάνε στον χάρτη, επιβεβαιώνουν τα λόγια του – τρομάζουν. Τους εξηγεί, ότι δεν έχουν λόγο ν’ ανησυχούν. Είτε στα 30 μέτρα πνιγείς, είτε στα 400, το ίδιο είναι. Μάταιος κόπος.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα
κι από ένα χωματένιο, πεζό μνήμα,
δε θα’ ναι ποιητικώτερο και πι’ όμορφο
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Που είναι πάνω; Που είναι κάτω;
Οπως όλοι, θέλει κι αυτός να πετάξει. Με την διαφορά ότι θα πετάξει προς τα κάτω. Ξέρει τι πάει να κάνει. Αλλο ένα λάθος σαν ναυτικός – να εγκαταλείψει το πλοίο. Δεν βαριέσαι. Αν πετύχει, δεν χρειάζεται να το μάθει κανείς. Αν αποτύχει, πάλι δεν θα μάθει κανείς τίποτα. Ετοιμάζεται. Χαμηλώνει την καδένα στο νερό για να μην τον φρενάρει στην πτώση. Ανεβαίνει στο ρέλι, χουφτώνει γερά την άγκυρα.
Πηδάει.

Πετάει.
Η άγκυρα τον σηκώνει όλο και ψηλότερα – με μια τεράστια δύναμη. Νιώθει τις φυσσαλίδες του αέρα να πηγαίνουν στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτον. Δεν θέλει να πάει σε όλο το βάθος, μετράει λίγα δευτερόλεπτα και αφήνει την άγκυρα. Αυτή φεύγει κάτω απ’ τα πόδια του, σε λίγο ακούει το μπανγκ από το τέντωμα της αλυσίδας. Οι τελευταίες φυσαλλίδες εξαφανίζονται. Εξισορροπεί την πίεση. Επί τέλους. Είναι εκεί που ήθελε. Χαίρεται το κολύμπι, που είναι πέταγμα.

Την βλέπει μπροστά του, στα 5 μέτρα. Ενα μαγνάδι τυλίγει το κορμί της, το νερό φεγγίζει γύρω της. Του χαμογελάει περιπαιχτικά και του γνέφει να την ακολουθήσει.

Ξέρει περί τίνος πρόκειται. Μηχανικός, γνωρίζει για τις μερικές πιέσεις των αερίων, τον κορεσμό του αζώτου στο αίμα και τα υπόλοιπα. Εχει ακούσει τους φίλους του τους δύτες να μιλάνε για την μέθη του βυθού. Σε κάνει, λένε, να βλέπεις οπτασίες. Το μισό του μυαλό αναλύει την κατάσταση και το άλλο μισό χαμογελάει στην γυναίκα μπροστά του. Ομορφότερη δεν έχει ξαναδεί. Ξέρει ότι δεν πρόκειται να την φτάσει ποτέ. Αλλά τι πειράζει να δοκιμάσει;

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Κολυμπάει προς το μέρος της. Εκείνη του γνέφει χαμογελαστή. Ολο και πιό κάτω.

Κάποτε νιώθει το γνωστό κάψιμο στα σωθικά, σημάδι ότι ο αέρας του τελειώνει. Πρέπει να διαλέξει.
Που είναι πάνω; Που είναι κάτω;
Πως θέλει να ζήσει; Σαν μηχανικός στην στεριά ή με την Κίρκη στην θάλασσα;

Αφήνει λίγες φυσσαλίδες από το στόμα του και αυτήν την φορά τις ακολουθεί στην πορεία τους προς την επιφάνεια. Νιώθει τα μάτια της να τον διαπερνούν. Δεν γυρίζει να κυττάξει, από φόβο μήπως μετανιώσει.

Πουθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Φτάνει στην επιφάνεια και βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα πρόβλημα που δεν είχε προβλέψει. Πως θα βρεί ένα κατασκότεινο πλεούμενο κάτω από έναν κατασκότεινο ουρανό; Το πλοίο μπορεί να είναι σε οποιαδήποτε κατεύθυνση σε οποιαδήπτε απόσταση από το σημείο που βρίσκεται. Μετανιώνει που ήρθε εδώ – αλλά δεν έχει άλλη άγκυρα γιά να ξανακατέβει κάτω. Μετά από λίγο στέκεται τυχερός. Μιά γωνιά ουρανού καθαρίζει από τα σύννεφα και αφήνει λίγο φως των αστεριών να φτάσει μέχρι το νερό. Ξεχωρίζει την σιλουέτα του πλοίου, γύρω στα 30 μέτρα μακριά του. Σε λίγα λεπτά είναι στο κατάστρωμα, στεγνός και ντυμένος.
Το πλοίο συμπεριφέρεται πάλι κανονικά. Ο αέρας είναι ακόμα στο μηδέν, αλλά το πλοίο κινείται με τον γνώριμο τρόπο. Οι ήχοι από τα σκοινιά και τ’ άρμενα έχουν γυρίσει.

Βάζει μπρος την μηχανή, μαζεύει την άγκυρα. Αργότερα έρχεται αεράκι – σβήνει την μηχανή και συνεχίζει την πορεία του με τα πανιά. Φτάνει στην Ρόδο έγκαιρα, όπως είχε υποσχεθεί στον πελάτη. Αλλη μία δουλειά έγινε σωστά.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς
-Στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
Και πήδηξε ο μικρός θεός μιά νύχτα, των Ινκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυό μίλια όξω απ’ τη Σκύρο.

———
Ολοι οι στίχοι είναι του Νίκου Καββαδία.

Advertisements