Bernardina

(Είπες εδώ και χρόνια:

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».

Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς

στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου

ακόμη κι όταν σε ποντίζουν

στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο

έχει τριφτεί και δεν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη

την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου

για να την ανοίξει στο φως.)

Σταμάτησε μπροστά στο παραγκάκι που του είχε παραχωρήσει. Άφησε στο χώμα τη λάμπα θυέλλης που του είχε δώσει ο ψαράς, έβγαλε από την τσέπη του το παλιό, μισοσκουριασμένο γυφτόκλειδο, το έβαλε στην κλειδαριά, το γύρισε. Η χαμηλή ξεχαρβαλωμένη πόρτα άνοιξε με ένα παραπονεμένο τρίξιμο των μεντεσέδων. Την έσπρωξε κι άλλο, έπιασε από κάτω τη λάμπα και πέρασε μέσα σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι για να μην χτυπήσει στο κάσωμα. Έκανε μερικά βήματα, ξεκρέμασε από τον ένα ώμο το μαύρο σακίδιο με τα λιγοστά, στοιχειώδη υπάρχοντα που είχε φέρει μαζί του, το παράτησε αδιάφορα στο πάτωμα. Δίπλα του ακούμπησε με μεγάλη προσοχή τη σκληρή δερμάτινη θήκη, έριξε μια ματιά γύρω του καθώς ακουμπούσε τη λάμπα σε ένα σαρακοφαγωμένο τραπέζι δίπλα στην πόρτα.

Δυο ντάνες παλιά ξεθωριασμένα δίχτυα που κάποτε θα ήταν κίτρινα, ένα κοφίνι, μια κουλούρα χοντρό σκοινί. Πιο πέρα μερικά μισομουχλιασμένα κομμάτια καραβόπανο τυλιγμένα γύρω από μια αρμαθιά ξύλινα κοντάρια. Στον τοίχο κρεμασμένη μια κουλούρα σύρμα, ένα πετσικαρισμένο ράφι, πάνω του αραδιασμένα κουτιά από λαδομπογιά και τσίγκινες καστανιές με σκουριασμένα καρφιά, μολυβένια βαρίδια, φελλούς, τουτακείνα. Από κάτω ένα μπουγέλο με κάτι κατάμαυρο που είχε σταλάξει από το χείλος του. Στο βάθος ξαπλωτή στο πατημένο χώμα μια ξεφλουδισμένη μικρή λαγουδέρα. Από κάποιο βαρκάκι, γιατί φαινόταν πολύ μικρή για το καΐκι. Κάτω από το τραπέζι ένα σκαμνί βαμμένο μπλε, με πολύχρωμους αστερίες και κοχύλια, άτεχνα ζωγραφισμένα με λαδομπογιά –ίσως από το παιδί του ψαρά.

Ο αέρας μέσα στο πέτρινο ασοβάντιστο αποθηκάκι μύριζε κλεισούρα, κατράμι και μοναξιά.

Πλησίασε τα τυλιγμένα καραβόπανα· ήταν τα παλιά ράντζα, όπως του είχε πει ο ψαράς. Σε ένα από αυτά θα κοιμόταν τις νύχτες –αν κοιμόταν. Το ξεδίπλωσε, άφησε τα ξύλα όρθια στον τοίχο, πήρε το πανί έξω να το τινάξει, να φύγουν οι αράχνες και οι σκόνες, να ξεμυρίσει. Με τον υπνόσακο για σκέπασμα και το σακίδιο με τα ρούχα του για προσκέφαλο θα ήταν μια χαρά. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο –ένα ράντζο, το τραπεζάκι και το σκαμνί έφταναν και περίσσευαν, δεν είχε πάει εκεί για πολυτέλειες, για άλλο λόγο είχε πάει…

Κρέμασε το πανί σε ένα μικρό αρμυρίκι, έριξε μια ματιά γύρω. Το φεγγάρι δεν είχε ανατείλει ακόμη, η πλάση φωσφόριζε με τη δική της αναλαμπή. Αφουγκράστηκε τις μουσικές της νύχτας και της θάλασσας. Το μαρς του γρύλου, το μενουέτο του τριζονιού, το πεισμωμένο ίσο ενός νυχτωμένου τζίτζικα, τα βαριά κρουστά της κυματωγής στ’ αριστερά του, εκεί που η αμμουδερή ακτή σκλήραινε κι έμπηγε ένα πέτρινο δάχτυλο στο στομάχι της θάλασσας. Το ανεπαίσθητο φλάουτο του ανέμου.

Ξαναμπήκε στο παραγκάκι, έσυρε έξω το σαρακοφαγωμένο τραπέζι που είχε δεν είχε ακόμα δυο τρία χρόνια ζωής πριν γίνει σκόνη κι αφήσει σύξυλα τα έντομα που το ροκάνιζαν. Το έστησε κάτω από το μεγάλο αρμυρίκι αριστερά από το παράσπιτο, απίθωσε πάνω και τη λάμπα, το μετάνιωσε, την κρέμασε σε ένα χαμηλό κλαρί για να βλέπει καλύτερα. Έφερε και το σκαμνί.

Από το σακίδιο έβγαλε το τετράδιο. Από τη σκληρή θήκη έπιασε με σεβασμό και λίγο φόβο την κιθάρα. Η ευωδιά των πολύτιμων ξύλων της έσμιξε με την αρμύρα και τη μυρωδιά της υγρής άμμου –η οσμή του κέδρου από το καπάκι, ο έβενος της ταστιέρας, ο παλίσανδρος της Μαδαγασκάρης που γέμιζε την αγκαλιά του όποτε έπαιζε μαζί της. (Η μεταλλική αψάδα από τις χορδές στις άκρες των δαχτύλων του –πόσο καιρό είχε να τη νιώσει;)

Για χάρη της είχε έρθει ως εκεί. Ίσως και να τον είχε οδηγήσει. Την είχε πληγώσει η σιωπή του, αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε έλλειψη έμπνευσης. Έξαφνα θυμήθηκε κάτι από ένα παλιό βιβλίο…  Η άρπα έχει έξι απέχθειες και εφτά αντιρρήσεις… Δεν θα αναδώσει τη φωνή της μπροστά στο πένθος, μπροστά σε όργανα γλεντιού, όταν ο μουσικός είναι δυστυχισμένος, όταν δεν είναι αγνός, όταν δεν έχουν φρεσκοαναμμένο λιβάνι στο θυμιατό ή μπροστά σε έναν ακροατή που δεν τη συμπαθεί… Πώς του είχε έρθει έτσι ξαφνικά; Μάλλον επειδή και η κιθάρα του είχε τις απέχθειες και τις αντιρρήσεις της. Φοβόταν μπας και η μεγαλύτερη απ’ όλες είχε καταντήσει εκείνος…

Κάθισε. Την πήρε στην αγκαλιά του. Την χάιδεψε. Τη μύρισε. Την καλόπιασε. Την κούρδισε. Χαμογέλασε ασυναίσθητα και έπαιξε μουδιασμένα τα πρώτα μέτρα από ένα παλιό τραγούδι σιγομουρμουρίζοντας στο μυαλό του τους στίχους από τα μισά

In the port of Amsterdam, where the sailors all meet,

There’s a sailor who eats only fishheads and tails…

Του φάνηκε αταίριαστο· το σταμάτησε. Σήκωσε το κεφάλι και είδε ότι το φεγγάρι είχε ανατείλει και σκαρφάλωνε σαν αιμάτινο δρεπάνι βάφοντας τους αφρούς των κυμάτων.

And he’ll show you his teeth that have rotted too soon,

They could haul up the sails, they could swallow the moon… συμπλήρωσε νοερά, αποτίοντας έναν ύστερο φόρο τιμής στον μουσικό. Και στον ναυτικό. Και στο φεγγάρι.

Άνοιξε το τετράδιο· ίσως το ποίημά της που είχε συνωμοτήσει με την κιθάρα του για να τον φέρει ως εκεί ήξερε κάτι περισσότερο.

Το διάβασε –πιο πολύ το ονειρεύτηκε μέσα στο θαμπό φως της λάμπας.

Χτες πάλι ανιστορούσες θάλασσες

Κι εγώ άκουγα κύματα να κυνηγιούνται ν’ αναδιπλώνονται

Αφρίζοντας αφρίζοντας αφρίζοντας…

Μια φούγκα των νερών.

Χτες πάλι ανιστορούσες θάλασσες

Κι εγώ έβλεπα ένα σκαρί

-το πέτσωμά του μπλε βαθύ, βαθύ σαν τα μεσάνυχτα

Κι ένα φωσάκι τοσοδά στην άκρη

Του καταρτιού

Χτες πάλι ανιστορούσες θάλασσες

Κι εγώ θυμόμουν ένα κοχύλι

Που είχε κρατήσει η πέτρα

Σαν σακολέβα κίτρινη

Συρμένη από την άμπωτη

Χτες πάλι ανιστορούσες θάλασσες

Κι εγώ ένιωθα μι’ αρμύρα

Να καίει την άκρη των χειλιών

-σαν απ’ το πούσι ήτανε,

Σαν από δάκρυ…

Αγκάλιασε την κιθάρα και Την κάλεσε μ’ ένα σιγανό, διστακτικό σι μπεμόλ –θυμήθηκε πως κάποτε κάποιες σκοτεινές εποχές το είχαν θεωρήσει σατανικό, κάλεσμα του διαβόλου, και χαμογέλασε συγκαταβατικά. Ακούμπησε την πλάτη στο αρμυρίκι, την κιθάρα στα γόνατά του, έκλεισε τα μάτια, ανάσανε βαθιά.

Την είδε να αναδύεται από τα κύματα ακολουθώντας το μονοπάτι της σελήνης και να ‘ρχεται κοντά του πατώντας πάνω σε μικρούς τρίτωνες· το πρόσωπό της είχε την αναλαμπή των πλασμάτων της αβύσσου· τα μαλλιά της αναδεύονταν με χίλιες τρικυμίες.

Έσκυψε από πάνω του και η φωνή της αντήχησε με το τραγούδι των φαλαινών στο θαλάσσιο σπήλαιο ανάμεσα στ’ αυτιά του· όταν άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε στο μέτωπο τα δάχτυλά της είχαν την πυκνότητα και τη δροσιά της αλισάχνης· του είπε, άδικα ψάχνεις εδώ. Έλα ν’ αφουγκραστείς τις μουσικές των νερών στα σκοτεινά βάραθρα, στ’ ανάστροφα νησιά των βυθών, στη μουσική των σφαιρών του δικού μου κόσμου.

******

Το παιδί κατέβηκε αργά το άλλο μεσημέρι αναζητώντας όπως σχεδόν κάθε μέρα θησαυρούς να γεμίσει το τσίγκινο κουτί του –κόκαλα της σουπιάς, νεκρούς αστερίες, ξασπρισμένα ξύλα, κομμάτια πράσινο και καφεδί γυαλί τριμμένο από τα χαλίκια.

Είδε στο μικρό αρμυρίκι απλωμένο ένα πανί, λες και το δέντρο αρμένιζε. Και κάτω από το μεγάλο, αριστερά από το παράσπιτο, κάτι να λαμπυρίζει έτσι όπως η μεσημεριανή μπουκαδούρα έκανε τα φύλλα του να αναδεύονται παίζοντας με τις σκιές.

Η κιθάρα έστεκε μόνη της ακουμπισμένη στο παλιό σκαμνί του.

Advertisements