Γράφει ο zeppos
Τον Φλεβάρη του 46, ήμουν ακόμη στη κοιλιά της. Γεννήθηκα λίγο μετά, τον Απρίλη πάνω στο χοντρό ξύλινο τραπέζι του μοναδικού μας δωματίου. Για την ώρα κολυμπούσα αμέριμνα σε μια γλυκιά θάλασσα  όπου την απόλυτη ησυχία διέκοπτε πότε πότε ο ψίθυρος των στοίχων που μουρμούριζε συχνά η μάννα μου. Εκείνη τη μέρα όμως η καρδιά της πήρε μπροστά και χτύπαγε δυνατά. Τότε ήταν που έπεσε με δύναμη χάμω  στο ξύλινο πάτωμα και κόντεψα να βγω πριν την ώρα μου, ήταν η μέρα που σκότωσαν τον Φίλιππα.
Μου τάπε όλα χαρτί και καλαμάρι πολύ αργότερα, όταν είχα τελειώσει την τρίτη του Γυμνάσιου και ήθελα να συνεχίσω. Τότε για να συνεχίσεις σε άλλη σχολή, το χαρτί που χρειάζονταν πιο πολύ απ’ όλα δεν ήταν οι βαθμοί σου, αλλά μια «βεβαίωση» από την ασφάλεια της γειτονιάς ότι μπορούσα, ότι ήμουν ικανός να «μάθω κι’ άλλα γράμματα». Ήταν μια εξευτελιστική παράτα, όπου ο πατέρας μου έπρεπε να υπογράψει την «δήλωση μετανοίας» για να βγει το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων». Το ίδιο βέβαια «χαρτί» ήταν αναγκαίο και για φυλλάδιο, για σχολές μηχανικών κλπ.
Μια δήλωση μετανοίας είναι η παρακάτω, αλλά κυκλοφορούσε σε άλλα μέρη και άλλη έκδοση του «αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας»:

[«Ο κάτωθι υπογεγραμμένος…..δηλώ υπευθύνως ότι ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής ούτε ευρέθην ποτέ εγγεγραμμένος εις ουδεμίαν οργάνωσην κομμουνιστικήν και κατά τας τελευταίας εκλογάς εψήφισα παράταξιν εθνικόφρονα. Ως εκ τούτου ανήκω αποκλειστικώς εις την εθνικόφρονα παράταξιν και είμαι και παραμένω ακραιφνής Έλλην πολίτης πιστός εις τας εθνικάς παραδόσεις και εις τα ιδανικά της πατρίδος.»]
Οι Κοκκινιώτες ήσαν «γραμμένοι» στο κατάστιχο και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεφύγει κανείς από τον μπάτσο της γειτονιάς που είχε καλή γνώση, ακόμη και τι χαρμάνι φουμάριζαν οι πρόσφυγες. Ένα ακόμη «επιβαρυντικό» στοιχείο για τους Νεαπολιώτες, ήταν ότι όλοι, ή σχεδόν όλοι δεν ψήφισαν το 46 υπακούοντας δήθεν στην εντολή του ΕΛΑΣ για αποχή. Αυτό ήταν ένα μέρος της αλήθειας όμως. Ο πατέρας, ο αδελφός μου και μερικοί γειτόνοι που ήξερα, έλεγαν ότι δεν συμφώνησαν ποτέ με την  απόφαση της αποχής και ότι αν δεν υπήρχε η απειλή για τη ζωή τους, θα ψήφιζαν. Αυτά όμως δεν περνούσαν για τον μυστακοφόρο της ασφάλειας. Και έτσι ο πατέρας μου βρέθηκε μπρος το μέγα δίλημμα: να υπογράψει την ξεφτιλιστική δήλωση για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ ώστε να συνεχίσω το σχολειό, ή να τους γράψει κανονικά και να με στείλει στη  δουλειά.
Θυμάμαι την ζοχάδα μου την μέρα που τόμαθα. Όσο και νάθελα να συνεχίσω, η εποχή ήταν η αρχή της «μικρής επανάστασης» της νεολαίας που αργότερα βρήκε και πολιτικό νόημα στους «Λαμπράκηδες». Έτσι όταν συνάντησα τα πράσινα μάτια του πατέρα μου να με κοιτάζουν ακίνητα, ψυχρά και να τον ακούω να μου λέει ότι προτίμησε να υπογράψει για να μου δώσει το κωλόχαρτο να συνεχίσω, έβγαλα από μέσα μου όση περισσότερη «χολή» μπόρεσα.. Είπα λόγια που αργότερα μετάνιωσα πικρά. Έφυγα και βρήκα «καταφύγιο» στην παράγκα του μπάρμπα μου στο Πέραμα, όπου έμεινα όλο τον Αύγουστο του 61 κι’ έβγαλα όλη μου την ζοχάδα πάνω στους τσιμπογιάννηδες με την σφεντόνα μου.. Με τον γυρισμό μου σπίτι η μάνα μου πήρε τον ρόλο της. Μου είπε για την πληγή στη ψυχή του πατέρα μου που κακοφόρμισε με την υπογραφή της δήλωσης. Αυτή η πληγή ήταν «φανερή» έως τα τελευταία του, και όποτε ερχόταν η κουβέντα για τα γεγονότα της Κοκκινιάς, άνοιγε και τον πονούσε, μια πληγή που δεν έγινε ποτέ καλά.
Η μάνα μου ήταν μια κοντή μαυριδερή Σμυρνιά, που το παρατσούκλι της ήταν «μαυροτσούκαλο». Ήταν η μικρότερη από τρεις αδερφάδες που κατάφεραν και έφυγαν από την Σμύρνη με τον μεγάλο τους αδερφό, ορφανεμένες από τον Τούρκο. ‘Ήταν ευκίνητη και χορευταρού και πρώτη στα παραμύθια. Θυμάμαι τους παιδικούς μου  καμαράδους να στέκουν ουρά τα απογεύματα να τους τρατάρει το «κυδωνάκι» μετά το τέλος της ιστορίας. Η ιστορία όμως με τον σκοτωμό του Φίλιππα δεν ήταν για τ’ αυτιά τους.
Ο Φίλιππας έμενε στο στενάκι που άρχιζε απέναντι από το προσφυγικό μας. Τα στενάκια αυτά χωρούσαν έναν μόνο πεζό και ένωναν συνήθως δυο παράλληλους δρόμους. Τα πιο «νέα» σπίτια όπως το δικό μας και όλη η όμοια σειρά μέχρι πέρα για πέρα στο τέλος των δρόμων, όπου συναντούσαν τον «άσφαλτο» δεν είχανε τότε μάντρες που χώριζαν τα οικόπεδα. Το «κενό» ανάμεσά τους ήταν η αλάνα που παίξαμε το πάνινο τόπι  μας φτιαγμένο από παλιές κάλτσες των μανάδων. Που και που μια τζιτζιφιά ή μια  αμυγδαλιά  ξεχώριζε κι’ εκεί από κάτω τους ήταν τα «αρχηγεία» της κάθε γειτονοπαρέας.  Αλλά αυτά απέναντι και πιο κάτω σαν πιο παλιά είχαν, μάλιστα δυο μάντρες ήταν αυτές που καθόριζαν το στενάκι. Τα σπίτια εκείνα ήταν μικρότερα και είχαν δυο εισόδους, η μια ήταν στο στενάκι. Από αυτή μπήκαν οι ελασίτες.
Όποτε έπιανε την κιθάρα ο Φίλιππας, όλη η γειτονιά μαζεύονταν στα σκαλιά μας. Η φωνή του -λέει- ανάστενε ποθαμένους και ο μπάρμπας μου ο Θοδωράκης του έλεγε να τραγουδάει σιγανά να μην τον πάρουνε χαμπάρι από το κοντινό νεκροταφείο της ανάληψης.. ‘Ήταν μοναχοπαίδι και μεγάλωσε μέσ’ τη κατοχή με στερήσεις και «συμβιβασμούς» από την φαμίλια του. Ο πατέρας του πηγαινόφερνε τους Γερμανούς στον Ναύσταθμο με μια «πετρολέτα». Έκανε τον λαδά – μηχανικό με καπετάνιο έναν ψηλόσωμο ξερακιανό  μαυραγορίτη. Εκτός από τα λαθραία που έκλεβαν από «μέσα», αγόραζαν πετρέλαιο από τους Γερμανούς φρουρούς  των δεξαμενών στο Πέραμα και το πουλούσαν στη μαύρη. Το αγόραζαν με χρυσές λίρες και το πουλούσαν είτε με λίρες, είτε με είδος, ρούχα, φαγητά, ψάρια, κρέας κλπ.. Όταν μεγάλωσε ο Φίλιππας και έγινε πια γεροδεμένο παλικάρι, τον έπαιρναν μαζί τους τα καλοκαίρια.
Ούτε έμαθαν πως έγινε, δεν μαθεύτηκαν ποτέ οι λεπτομέρειες, αλλά ο Φίλιππας καλόμαθε το χαρτζιλίκι και την καλοπέραση  με τους Γερμανούς και σε λίγους μήνες άρχισε  το κελάηδημα για την γειτονιά. Τα περίπολα των Γερμανών συνοδευόμενα από τους χίτες και τους γερμανοτσολιάδες πύκνωσαν. Τον Σεπτέμβρη του 43 έπιασαν τα δυο αδέρφια οικοδόμους που έμεναν στο ίδιο στενάκι κοντά στο τέρμα του. Ο μεγαλύτερος, ο Αρίστος, ήταν ένας γίγαντας – λέει –  με μεγάλο κεφάλι και βαριά δυνατή φωνή. Ήταν  το φόβητρο όλης της περιοχής από την Αθηνών και πάνω, έως τα τελευταία σπίτια στο νεκροταφείο. Ήταν όμως καλός άνθρωπος, χωρατατζής και οι δικοί μου που τον γνωρίζανε καλά δεν τον  παίρνανε στα σοβαρά. Ο άλλος ο Δημητρός, ήταν περιστασιακός σύνδεσμος με την αντάρτικη ομάδα του Σχιστού. Η «ζεστή» παρέα της γειτονιάς δεν κρατούσε μυστικά και συχνά του έκαναν πλάκα για τις «επιδόσεις» του. Η πλάκα γενόταν επειδή ο Δημητρός ήταν κεκές.. και η  μίμηση της «ανταπόκρισης» του Δημητρού προς τον ομαδάρχη.. ήταν λέει ξεκαρδιστική. Τα δυο αδέρφια δεν ξαναφάνηκαν στη γειτονιά και όταν ο Φίλιππας είπε στη μάνα τους (πατέρα δεν είχαν) ότι έμαθε από τους Γερμανούς ότι τους έστειλαν στη Γερμανία για «δουλειά», όλοι κατάλαβαν τι γινόταν..
Ο πατέρας μου τότε, έπιασε τον ανήξερο πατέρα του Φίλιππα  και του τα ΄πε μπας και τον συνετίσει. Ήρθαν όμως στα χέρια άσχημα και τους πήρε χαμπάρι όλη η γειτονιά. Μάτωσαν και οι δυο όπως κυλιόντουσαν  στις λάσπες μπρος στο σπίτι μας. Είπαν λόγια και λόγια και η πίκρα του γονιού  – λέει – ήταν ασίγαστη. Όμως ήταν ανάγκη να τα μάθει. Ο κλήρος έπεσε στον πατέρα μου να του δώσει το φαρμάκι. Αυτό έγινε τα Χριστούγεννα του 43 αλλά οι κουβέντες σε όλα τα στενά και τους δρόμους της γειτονιάς δεν έλεγαν να πάψουν. Η γειτονιά ήταν από τις σημαντικές «κρυψώνες» όπλων και ασυρμάτων του αντάρτικου και ο κίνδυνος να καρφωθούν ήταν άμεσος.
Ο Φίλιππας μάλλον κατάλαβε τον κίνδυνο που τον απειλούσε και εξαφανίστηκε. Δεν τον είχε δει κανείς έως την ημέρα που ξαναγύρισε να ζήσει με την χήρα τη μάννα του μετά πια την απελευθέρωση.  Ο πατέρας του είχε σκοτωθεί το 44 στα «σίδερα» στη Λεύκα, μπροστά στο εργοστάσιο του Δηλαβέρη μια νύχτα που κουβαλούσαν με τον καπετάνιο του ένα αλουμινένιο Γερμανικό καζάνι γεμάτο με αρνίσιο κρέας και πατάτες. Το είχαν αρπάξει από τον Ναύσταθμο και το κουβαλούσαν με τα πόδια να το πάνε στη Νεάπολη από τα Λεμονάδικα που ήταν το «ρεμετζο» της πετρολέτας. Το κρέας όμως μοσχοβολούσε δυνατά και σε λίγο  πεινασμένα, κοκκαλιάρικα κορμιά μαζεύτηκαν γύρω τους  και τους ακολουθούσαν με άγριες διαθέσεις. Ο καπετάνιος τότε είπε να το αφήσουν για να γλυτώσουν, αλλά ο πατέρας του Φίλιππα δεν ήθελε να το εγκαταλείψει, έλεγε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να το πάνε να το μοιράσουν στη γειτονιά. Στην τελική  επίθεση των πεινασμένων το καζάνι αναποδογύρισε χάμω, στα λασπωμένα χώματα και η μαχαιριά στα πλευρά του ήταν το τελευταίο που ένοιωσε σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο καπετάνιος την γλύτωσε τρέχοντας στις γραμμές του τραίνου προς την Αγ. Σοφιά.
Εκείνη τη μέρα είχε γίνει ο μεγάλος βομβαρδισμός του Ναυστάθμου από τα Εγγλέζικα αεροπλάνα και οι δυο ναυτικοί βρήκαν την ευκαιρία μέσ’ στον πανικό των Γερμανών που έτρεξαν στα καταφύγια και μπήκαν στην στρωμένη αλλά έρημη τραπεζαρία των αξιωματικών. Εκεί – λένε – ο καπετάνιος ο μαυραγορίτης που ήταν μούτρο ατρόμητο, φώναξε του ναύτη του να πιάσουν το τραπεζομάντιλο και να το κάνουν σάκο με όλα τα πιατικά και τα φλιτζάνια μέσα. Έτσι έγινε και αφού τον μετάφεραν στην πετρολέτα, ξαναγύρισαν στη κουζίνα για το αλουμινένιο καζάνι, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες του ναύτη του ο καπετάνιος επέμενε να λέει ότι ο Ναύσταθμος θα γκρεμιστεί τελείως από τις μπόμπες και όλα αυτά είναι κρίμα να πάνε τσάμπα! Έτσι και έκαναν με όλο αυτό τον χαλασμό γύρω τους από τα ανατριχιαστικά σφυρίγματα των αεροπλάνων που βουτούσαν και τις ανατινάξεις από τις βαριές μπόμπες. Άρπαξαν και το καζάνι με το κρέας και μπάρκαραν για τον Περαία βιαστικοί.  Μόλις άραξαν στα Λεμονάδικα πήγαν πρώτα τον μπόγο με τα πιατικά στο σπίτι του καπετάνιου κάτου στην Μικράς Ασίας, ξαναγύρισαν νύχτα πια για το καζάνι και μαζί πήραν όλα τους τα συμπράγκαλα από την πετρολέτα γιατί δεν είχαν σκοπό να ξαναγυρίσουν εκεί. Ο καπετάνιος έλεγε «ο πόλεμος τελείωσε»!  Όμως δεν έγινε έτσι και αργότερα το καλοκαίρι, τον έπιασαν οι Γερμανοί από ένα σπίτι στο Κερατσίνι όπου είχε καταφύγει. Ο καπετάνιος όμως είχε μαζεμένες πολλές χρυσές λίρες από τη μαύρη και «αγόρασε» την ζωή του από έναν λοχία της Βέρτμαχτ.
Η ιστορία έγινε γνωστή μετά την απελευθέρωση όταν ο καπετάνιος πήγε και βρήκε τον μπάρμπα μου τον Θοδωράκη και του ζήτησε «προστασία». Του χάρισε μάλιστα από το πλιάτσικο εκείνης της μέρας,  μερικά Γερμανικά φλιτζάνια, πιάτα και αλουμινένιους κάδους, δίσκους και άλλα με τον αγκυλωτό σταυρό από κάτω χαραγμένο σαν «δωρειά». Μερικά από αυτά είναι στη ντουλάπα μου ακόμη σήμερα. Το γιατί δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ο μπάρμπας μου τότε, το 45 ήταν λιγάκι ανακατεμένος με τον ΕΛΑΣ και αυτό ήταν και η αιτία που τα έσπασε γερά με τον πατέρα μου. Ο μόνιμος καυγάς τους δεκαετίες αργότερα ήταν η «επιπολαιότητα» του Θοδωράκη κατά το απόφθεγμα του δικού μου. Για την γνώμη μου η πραγματική αιτία ήταν η «ανυπακοή» του  μικρότερου αδερφού, κάτι ασυγχώρητο για την εποχή αλλά κυρίως για τον αυταρχικό χαραχτήρα του γέρου μου. Η γνώμη του ήταν νόμος σχεδόν τότε στη γειτονιά αλλά και για αρκετά χρόνια μετά, έως ότου αρχίσουν οι πολυκατοικίες και καταπίνουν τα όμορφα προσφυγικά με τα κόκκινα  κεραμίδια και τις ανθισμένες αυλές, με τα γιασεμιά και τις λεμονιές.. Οι νέοι «άποικοι» των διαμερισμάτων  δεν χαμπάριαζαν από γεροντικές έννοιες..
Ο Θοδωράκης που ήτανε και κοντογείτονας του καπετάνιου, πήγε και έπιασε τον ομαδάρχη του αντάρτικου της Παλιάς Κοκκινιάς που είχε το πρόσταγμα για την περιοχή της Μικράς Ασίας και του ζήτησε σαν χάρη να αφήσουν τον καπετάνιο ήσυχο. Η αλήθεια ήταν – όπως λέγανε – ότι ο μαυραγορίτης δεν πρόδωσε ποτέ, δεν έκανε κακό φανερό. Μερικές φορές βοήθησε κιόλας ορφανά με λίγα ρούχα ή φαΐ, αλλά ήταν σταμπαρισμένος σαν συνεργάτης και το τέλος του ήταν γραμμένο. Οι αντάρτες που ήξεραν για το μπαγιόκο που είχε μαζεμένο ο μαυραγορίτης, δέχτηκαν να γίνει μια συνάντηση να τα «πούνε» στα πευκάκια του Αγ. Φίλιππα, στο λοφάκι με την παλιά δεξαμενή που δίπλα του σήμερα είναι το γήπεδο του Ιωνικού. Το «ραντεβού» ήταν για τον Νοέμβρη του 45, αλλά ο μαυραγορίτης δεν πήγε ποτέ εκεί. Άφησε γυναίκα και γιο 5 χρονώ τότε και χάθηκε. Κανείς δεν έμαθε πως και τι αλλά πολλά χρόνια αργότερα, γύρω στο 55 μάθαμε ότι έστειλε τα λεφτά για τα εισιτήρια της φαμίλιας του να πάνε να τον βρουν στο Κεμπέκ του Καναδά. Είχε – λένε – στήσει φούρνο εκεί και πήγαινε πολύ καλά.
Παραπάνω από ένα χρόνο ο Φίλιππας ζούσε στο σπίτι με τη μάννα του. Σαν το κουνάβι έβγαινε λίγο – λίγο για να αγοράσει λίγο ψωμί και ελιές μια και η χήρα ήταν σχεδόν κατάκοιτη.. Η μάννα μου, η κυρά Δέσποινα και άλλες, βοηθούσαν όσο μπορούσαν στα κρυφά μια και το σπιτικό του «προδότη» ήταν απαγορευμένος τόπος. Αλλά η γειτονιά τον αγαπούσε τον Φίλιππα. Τον λυπόταν για το κατάντημά του. Είχε χάσει πια εκείνο το γέλιο που ξεσήκωνε τον γυναικείο κόσμο και ποτέ δεν έπιασε ξανά την κιθάρα να πει έστω και ένα τραγούδι. Μια υπόγεια συχώρεση σερνόταν σε όλα τα σοκάκια και ανείπωτη κυκλοφορούσε ανάμεσα στη προσφυγιά.
Όταν έμαθαν οι ελασίτες οτι ο Φίλιππας ζούσε και ξαναγύρισε, οι μέρες του ήταν μετρημένες. Ο ελασίτης που ανέλαβε τον φόνο, μπήκε τη νύχτα από την πόρτα του σοκακιού και πυροβόλησε τον Φίλιππα στο πρόσωπο. Η μάννα του άρχισε να στριγγλίζει δυνατά  και η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. Εκείνη τη νύχτα έκανε πολύ κρύο και ο γέρος μου έλειπε. Ήταν στη ταβέρνα για το καθημερινό κατοστάρι. Ο ελασίτης κατατρομαγμένος από τις στριγκλιές των ανθρώπων της γειτονιάς, έτρεξε και στα τυφλά χώθηκε στο σπίτι μας από την ανοιχτή εξώπορτα της κουζίνας. Την πόρτα την ξέχασε η μάννα μου καθώς βγήκε στην αυλή να μάθει. Η κοιλιά της ήταν ήδη στη γης..  και δυο γειτόνισσες την έσυραν αμέσως πίσω στο ψηλό σιδερένιο κρεβάτι. Της είπαν ότι θα γυρίσουν να της πουν τι συμβαίνει και έφυγαν τρέχοντας πίσω στο σοκάκι του σκοτωμένου.
Τα προσφυγικά εκείνα ήταν πετρόχτιστα, υπερυψωμένα με 5 σκαλιά για τις πλημμύρες του Αιγάλεω μια και ήταν στον κατήφορο. Το πάτωμα της κουζίνας ήταν από πλακάκια, αλλά του μοναδικού δεματίου ήταν ξύλινο με τάβλες και από κάτου το κενό ήταν ένα χαμηλό υπόγειο, που δεν χωρούσε ορθό άντρα, μόνο η μάννα μου έστεκε εκεί και την κορόιδευαν όλοι. Όλα τα σπίτια εκείνα ήταν όμοια και άλλοι το είχαν για αποθήκη που μπορούσε κανείς να μπει μόνο από μια τετράγωνη καταπακτή σε μια γωνιά του πατώματος. Η καταπακτή άνοιγε και φαινόταν μια ξύλινη ελαφριά σκάλα. Το πάτωμα του υπόγειου ήταν χωμάτινο. Εμείς δεν το χρησιμοποιούσαμε. Πάνω στην καταπακτή είχαμε βάλει την μεγάλη και βαριά ντουλάπα του σπιτιού με όλα τα ρούχα μας και για μένα θυμάμαι ήταν το μέγα μυστήριο για το οποίο όλο και ρωτούσα τη μάννα μου τι είχε κει μέσα. Εκείνη δεν έχανε την ευκαιρία να μου λέει όλο και διάφορες παράξενες ιστορίες για συμπράγκαλα που τάχα είχαν καλά φυλαγμένα, με αποτέλεσμα να μου ανάβει όλο και περισσότερο τη φαντασία… Δεν μπορούσα όμως να μπω εκεί κάτου. Η ντουλάπα ήταν πολύ βαριά για τα μέτρα μου. Πολύ αργότερα κατέβηκα επιτέλους και το μόνο «πολύτιμο» ήταν μια παλιά σκουριασμένη ξυλόσομπα και ένα παλιοπουκάμισο καταφαγωμένο από τους ποντικούς.
Ο φονιάς μπήκε στο σπίτι πριν γυρίσει η γκαστρωμένη και λαχανιασμένη μάννα μου. Με το που άκουσε τις φωνές από τις γειτόνισσες, χώθηκε στη ντουλάπα μας και όταν η μάνα μου έμεινε στο κρεβάτι μοναχή, άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας και όρμηξε στη μάνα μου να προλάβει να της κλείσει το στόμα να μην ουρλιάξει. Όπως ξανάπα, το «μαυροτσούκαλο» ήταν πολύ ευκίνητη, και παρόλο που η κοιλιά της δεν την βοηθούσε σάλταρε στο πλάι και τον απόφυγε, κυλίστηκε στο πάτωμα, και όταν σηκώθηκε  έτρεξε στη κουζίνα και άρπαξε την σατήρα που έκοβε ο γέρος τα κόκαλα. Το βαρύ τσεκούρι υψώθηκε μπρος τον φονιά που σταμάτησε αμέσως. Της έκανε νόημα να σωπάσει βγάζοντας το όπλο. Της ψιθύρισε ότι σκότωσε πριν λίγο τον Φίλιππα και δεν ήθελε και πολύ να της ρίξει.  Η μάνα δεν ήταν και κανένα ζώο.. Είχε δει πολλά και ήξερε ότι ο φονιάς δεν θα δίσταζε να ρίξει πάλι. Κατέβασε τη σατήρα και του είπε ότι δεν θα φωνάξει, αλλά πρέπει να φύγει αμέσως γιατί ο γέρος μου θαρχόταν από στιγμή σε στιγμή μια και τα νέα θα μαθεύονταν σύντομα. Ο άνθρωπος αρνήθηκε και της είπε ότι πρέπει να περιμένουν να περάσει λίγη ώρα να αδειάσει το στενό.
Μισή ώρα αγωνίας πέρασα και ‘γω μαζί με τη μάνα μου, ακούγοντας τους χτύπους της τρομαγμένης της καρδιάς, όταν ο πατέρας μου μπήκε στο σπίτι. Εκεί φάνηκε και η παροιμιώδης ψυχραιμία του. Χωρίς να τρομάξει καθόλου – έτσι μου έλεγαν – είπε στον φονιά ότι στον δρόμο είχαν φανεί οι χωροφύλακες κιόλας και πρέπει να τον κρύψουν. Τράβηξαν οι δυο τους την βαριά ντουλάπα στο πλάι έως ότου φανεί η καταπακτή και ο ελασίτης χάθηκε στο σκοτάδι του υπόγειου. Πριν μπει τους έδειξε με νόημα το όπλο και τους είπε ότι ο ΕΛΑΣ γνωρίζει τα πάντα. Η όλη ιστορία έληξε την αυγή πια, όταν όλοι είχαν πέσει κατάκοποι από το ξενύχτι. Ο φυγάς βγήκε σβέλτα και χάθηκε για το Σχιστό μεριά.  Μερικοί είχαν «προσαχθεί» στην ασφάλεια για ανάκριση και δυο από αυτούς βγήκαν μετά από μήνες. Ευτυχώς σε μας δεν ήλθαν. Ο πατέρας, άναψε ένα σέρτικο,  βγήκε στην αυλή και είπε στον ενωμοτάρχη ότι η γυναίκα του είναι ετοιμόγεννη και δεν βγήκε καθόλου από την κάμαρα, αρκετοί από γύρω το επιβεβαίωσαν μια και δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε και τέρμα.
Η μάννα μου όταν μου είπε την ιστορία, τότε με την «δήλωση», μου περιέγραψε τον φονιά σαν ένα ψηλό κοκκινοτρίχη με αραιή κοντή γενειάδα. Είχε λέει προφορά βαριά, σαν χωρικός και τα χέρια του ήταν μεγάλα και τριχωτά. Όμως η τάση της μάνας μου για «μυθιστόρημα» ήταν πολύ γνωστή και πολλά από την περιγραφή ίσως είναι του μυαλού της.
Ο πατέρας μου ΠΟΤΕ δεν μου είπε κουβέντα για το ζήτημα. Μόνο κουνούσε το κεφάλι του όταν ακουγόταν για πολλοστή φορά η ιστορία του σκοτωμού και του φονιά. Μέχρι που πέθανε είχε τύψεις. Θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για τον θάνατο του Φίλιππα. Έλεγε σιγανά πότε-πότε, ότι αν δεν πήγαινε τότε να τα πει αυτός στον πατέρα του Φίλιππα, θα πήγαινε άλλος και δεν θα είχε αυτός να σέρνει αυτό το βάρος σε όλη του ζωή..
ZEPPOS