Του Βαγγέλη Σπινθάκη

Την δεκαετία του ’50 είχαν περάσει μόλις 10 χρόνια από το τέλος της κατοχής στην Κρήτη, στην περιοχή της Μεσσαράς. Παιδί εγώ, ανάμεσα στις πολλές κουβέντες των μεγάλων που άκουγα ήταν και οι εξής.

«τον σκότωσαν οι Γερμανοί για αντίποινα»

«κάψαν τα Σαχτούρια, μάζεψαν τσι χωριανούς στην εκκλησά τση Κρύα Βρύσης και τσι κάψανε ζωντανούς»

«ένας γερμανός πήγε να δείρει τον Μπίλιο, αλλά αυτός του παίζει μια, τονε σκοτώνει,  του παίρνει το όπλο και ανεβαίνει στον Ψηλορείτη με τσ’ αντάρτες»

«από ‘παέ ξέφυγε ο καπετάν Πετρακογιώργης από την ενέδρα τω γερμανώ»

«στον Αη Παύλο στέλναν οι εγγλέζοι όπλα για τσ’ αντάρτες»

« από κειά πέρασε ο στρατηγός Κράιπε που συλλάβανε οι εγγλέζοι και τον στείλαν στην Μέση Ανατολή»

«και μου λέει ο γερμανός πως όταν θα νικήσουνε τον πόλεμο, θα μας στειρώσουνε όλους τους άντρες κρητικούς και οι κρητικές θα γεννούνε μόνο μαζί μας»

Αργότερα άρχισα να καταλαβαίνω και κάποιες άλλες κουβέντες που άκουγα.

«αν είχανε πέψει στην Κρήτη την κρητική μεραρχία, δεν θα μπορούσαν οι γερμανοί να πατήσουν το νησί».
»γιάντα μωρέ δεν μας εδώκανε όπλα, παρά τα χανε φυλαμένα στσ’ αποθήκες;»

«μας αφήκανε με τσι γκράδες και τσι γκασμάδες να πολεμούμενε τσι γερμανούς, πόσο να αντέξουμε μαθές;»

Όλες αυτές οι κουβέντες έμειναν βαθιά χαραγμένες στο μυαλό μου.

Πολύ υστερότερα, όταν άρχισα να διαβάζω την ιστορία της Μάχης της Κρήτης και της Αντίστασης, έβαλα και εγώ ερωτήματα.

Ποιοί άφησαν ένα λαό ανοργάνωτο και άοπλο να τα βάλει με την ισχυρότερη πολεμική μηχανή της εποχής;

Η Κρήτη τότε ήταν εναντίον του Μεταξά και του βασιλιά. Είτε με την φοβέρα (απειλές), είτε με το φιλότιμο η κυβέρνηση Μεταξά είχε πείσει τους κρητικούς να παραδώσουν τα όπλα, τάχα για να βοηθήσουν στο μέτωπο εναντίον των ιταλών. Όταν η  Κρήτη όμως χρειάστηκε τα όπλα της, δεν της τα έδωσαν πίσω. Ούτε βιάστηκαν καθόλου να φέρουν πίσω την 5η μεραρχία Κρητών που, τρέχοντας από τα βουνά της Ηπείρου μετά την οπισθοχώρηση, είχε φτάσει κιόλας ένα βήμα κοντά, στην Πελοπόννησο. Προφανώς ο βασιλιάς και οι Εγγλέζοι τις παραμονές της εισβολής φοβόταν περισσότερο τους οπλισμένους κρητικούς παρά τους επιτιθέμενους γερμανούς!

Πώς εξηγείται άραγε τόσο μένος των γερμανών που άρχισαν αμέσως τις εκτελέσεις στην Κρήτη;

Θυμίζω ότι στην Κρήτη του 1941 για πρώτη φορά στην ιστορία του  2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ομάδες πολιτών στράφηκαν μαζικά εναντίον τακτικού στρατού ο οποίος είχε ως τότε τσακίσει όλους τους αντιπάλους του. Ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι παρτιζάνοι στην Ευρώπη. Στα μάτια των γερμανών οι κρητικοί δεν ήταν απλώς εχθροί, ούτε αιχμάλωτοι πολέμου, δεν ήταν καν άνθρωποι. Το μόνο που άξιζε στους πρώτους παρτιζάνους της Ευρώπης λοιπόν ήταν ο θάνατος, χωρίς καμιά διαδικασία και το κάψιμο των σπιτιών τους. Κάνδανος, Κοντομαρί, Ανώγεια και άλλα χωριά ακολούθησαν την σκληρή αυτή μοίρα. Και όμως μια απλή συγκρότηση κρητικής πολιτοφυλακής, αν είχαν όλοι αυτοί οι κρητικοί ένα διακριτικό, ένα πηλήκιο, ένα απλό περιβραχιόνιο, θα γλύτωναν από τα αντίποινα! Ούτε ο βασιλιάς, ούτε οι εγγλέζοι το σκέφτηκαν αυτό…

Εβδομήντα χρόνια μετά ακόμη προσπαθώ να καταλάβω πως ένιωσε ο κρητικός εκείνο το πρωί της 20ης Μαίου 1941, όταν είδε να πέφτουν αλεξιπτωτιστές στο χωριό του, στο σπίτι του, στην αυλή του, στο λιόφυτό του, στο αμπέλι του. Τι να ένιωσε τότε ο κρητικός και η κρητικιά και άρχισαν να κυνηγούν «ουρανίτες» όπως βάφτισαν αμέσως τους αλεξιπτωτιστές;

Θυμάμαι την συνέντευξη ενός ηρακλειώτη που πολέμησε τότε.

«Καθόμαστενε μια παρέα σε ένα ύψωμα και είδαμε τα πρώτα αρεόπλανα που μολέρνανε τσι πρώτους αλεξιπτωτιστές. Και των νε λέω «θάρθετε μωρέ να πάμενε κάτω;» μου λένε «δεν έχουμενε όπλα, δεν έχουμε πράμα…» και τως λέω «δεν έχετε γκράδες, τσιφτέδες, πάρετε ό,τι έχετε και πάμενε, μα δεν υπάρχει καλύτερη ώρα να ποθάνεις, από τούτηνε τη στιγμή που πάνε να αιχμαλωτίσουνε την πατρίδα μας».

Ευ. Σπινθάκης

*

Στη φωτογραφία, στιγμιότυπο πριν από τη σφαγή (εκτελέσεις) στο Κοντομαρί Χανίων.

Advertisements