Ξυπνάω μ’ ένα ακαθόριστο συναίσθημα ανησυχίας και επικείμενης καταστροφής. Πηγαίνω προς την κουζίνα για να φτιάξω καφέ και οσμίζομαι σα λαγωνικό τον αέρα. Συνεχίζω, προς το μοναχικό δωμάτιο στο πίσω μπαλκόνι. Ανοίγω την πόρτα και οι χειρότεροι φόβοι μου επιβεβαιώνονται: Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φοράει ένα φανελάκι κι ένα αποφασισμένο χαμόγελο. «Τι κάνεις εδώ;» Το χαμόγελο γίνεται πλατύ: «Σε πεθύμησα και ήρθα να σε δω. Δε χαίρεσαι;»

Τι να χαίρομαι; Λίγα μέτρα παραπέρα κοιμάται η γυναίκα μου, για να μην κάνουμε λόγο για τα μωρά. «Πάω να κάνω καφέ» λέω όσο πιο ψύχραιμα μπορώ «ντύσου κι εξαφανίσου!»

Ψήνω καφέ και ψήνομαι εσωτερικώς. Δεν περνάει πολλή ώρα και έρχεται ένα παιδί στην κουζίνα, να πιει νερό. Πίνει και φεύγει. Καταφθάνει και η σύζυγος, με αγκαλιάζει. Έχω εμπιστοσύνη στη μύτη της, δεν της ξεφεύγει τίποτα. Με αφήνει και κατευθύνεται ίσια προς την κλειστή πόρτα. Αισθάνομαι το πάτωμα να τρεκλίζει, που λέει και ο Ιχνηλάτης. Ακολουθώ, μιας και δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω.

Σουρεαλιστικός διάλογος: «Εδώ παίζουν τα παιδιά μου» / «Ήθελα να σε γνωρίσω…» / «Έξω γρήγορα!» / «Πάμε στο μπαλκόνι»

Πάμε, που να μη σώναμε. Η σύζυγος αποφεύγει ακόμα και να με κοιτάξει. Η συζήτηση συνεχίζεται και πηγαίνει σταθερά προς εκτροπή: λίγο θέλουν η μια να δοκιμάσει να πετάξει την άλλη στο δρόμο, από τον όγδοο όροφο. Βάζω το περίστροφο στον κρόταφο και απευθύνω τραγικά το «έχε για καημένε κόσμε!» Πυροβολώ και ξυπνάω – ιδρωμένος. Ουφ! Δεν ξανατρώω τόσο αρνί…

Advertisements