Λίγο μετά που έπεσε η χούντα, είχαμε δημοψήφισμα για το βασιλιά. Τον Κοκό, ντε! Εγώ νεαρός τότε, είχα πιάσει δουλειά στα μεταλλεία, προϊστάμενος – και ήμουνα από τους 2-3 που είχαν αυτοκίνητο σε ολόκληρη την περιοχή. Έναν σκαραβαίο, Θεός σχωρέστον…

Είχαν έρθει κάτι παιδιά από Αθήνα και μας έφεραν εκείνα τα σηματάκια με το σκούφο της Δημοκρατίας και κάτι αφίσες, δεν τις θυμάμαι καλά… Κυκλοφορούσα με το σηματάκι στο πέτο και το σκαραβαίο στολισμένο με τις αφίσες.

Στο μεταξύ είχε γίνει και το ΠΑΣΟΚ και λέγαμε μεταξύ μας να κινηθούμε – η περιοχή ήταν μαύρη και τότε και τώρα και εξ απ’ ανέκαθεν, που λένε… Πήρα κι εγώ σβάρνα τα χωριά, έμπαινα στα σπίτια, προπαγάνδιζα για τη Δημοκρατία, περισσότερο για να σπάσει το κλίμα, δηλαδή… Μπαίνω και στο σπίτι του κυρ- Νίκου, αρχίζουμε την κουβέντα, δημοκρατικός ήτανε – και ξαφνικά μπαίνει στο καθιστικό η Ελένη.

Ρε παιδιά, τα έχασα τόσο πολύ μόλις την είδα που αν με ρωτούσε κάποιος εκείνη την ώρα τι ψηφίζω στο δημοψήφισμα, μπορεί και ν’ απαντούσα ελιά ελιά και Κώτσο βασιλιά! Στα δεκαοχτώ, μια κούκλα, τι να σας λέω, την ξέρετε την Ελένη, φανταστείτε τότε…

Από εκείνη τη μέρα ανέλαβα το χωριό της, κατ’ αποκοπήν και φυσικά όλη την ώρα τριγύριζα κοντά στο σπίτι της. Ξεπεράσαμε και το πρόβλημα ότι ο πεθερός μου δεν ήθελε για γαμπρό κομμουνιστή, παρόλο που με συμπαθούσε – κι όλα πήραν το δρόμο τους…