Το υπνοδωμάτιο του Μπέργκμαν σήμερα

Ελπίζω να μου συγχωρήσουν οι αναγνώστες της καλύβας το σημερινό μου ξεστράτισμα από τη συνήθη θεματολογία της. Διάβασα στη Lifo  http://www.lifo.gr/mag/columns/4696#comments  τούτο το κείμενο, και με τις πρώτες γραμμές ζήλεψα που δεν είχα καταφέρει να γράψω με τον τρόπο που το κάνει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, για ένα θέμα που είναι από εκείνα που συνεχώς στριφογυρίζουν μέσα στο κεφάλι μου και αναζητούν μια έξοδο. Αισθάνθηκα ότι τα μικρά και μεγάλα στοιχειά που κατοικούν στο κεφάλι μου έχουν κλώνους και στα μυαλά πολλών άλλων ανθρώπων.  Ακόμα και μεγάλων όπως ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Respect.

«Χόρευε ώσπου τ’ αστέρια να γκρεμιστούν μαζί με τα δοκάρια της σκεπής…»
Σε ένα παλιό κινητό μου, στις Επαφές, στο όνομα «Μαμά» είχα attached μια φωτογραφία από το «World of Interiors». Ήταν το στρωμένο κρεβάτι του Μπέργκμαν στο νησί Φαρό, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μια γκρίζα πλεχτή κουβέρτα σε ένα δωμάτιο με ξύλινο πάτωμα και ταπετσαρία. Ελάχιστα έπιπλα. Όχι πίνακες. Το πλάγιο θαμπό φως του Βορρά. Η ακινησία που βασιλεύει στα δωμάτια των ηλικιωμένων -η τάξη, ο αργός χρόνος, το τικ τακ του ρολογιού, τα σωματίδια σκόνης στις αχτίδες του ήλιου- όλα αυτά που μοιάζουν με προετοιμασία αναχώρησης. Μια γλυκιά και φριχτή γαλήνη.
Όταν χτύπαγε το τηλέφωνο από τη μάνα μου (που ζει μόνη στο νησί – πολύ πιο εύκρατο και πυκνοκατοικημένο από το Φαρό), εμφανιζόταν η γκρίζα κουβέρτα του Μπέργκμαν, στρωμένη στρατιωτικά, καθαρή – και έμπαινα κατευθείαν στη μάλλον έρημη ζωή της, που οι στροφές της πόλης με είχαν κάνει να ξεχάσω. Αυτό πρόσθετε λίγο στην κατανόησή μου για κάτι που μου ήταν ξένο (τον ώριμο βίο) – μέχρι που με μια κατραπακιά δεν μου ήταν ξένο πια.
Τα τελευταία χρόνια κάτι μέσα μου έχει αποκολληθεί και φύγει. Σαν να υπάρχει μια τρύπα στην καρδιά, να λείπουν τα μισά μου έντερα – δεν ξέρω ακριβώς. Ώσπου το πήρα απόφαση. Μάλλον αυτό είναι η συνθήκη της ωριμότητας: να συνεχίζεις να ζεις μισός, χωρίς όλους και όλα αυτά που πέθαναν και τ’ αγαπούσες. Σε μια σπασμένη πραγματικότητα. Σαστισμένος και ψύχραιμος ταυτοχρόνως.
Υπάρχει μια σκηνή στο «Φάννυ και Αλέξανδρος» που εκφράζει αυτό το αίσθημα με όρους μεταφυσικής: η γηραιά ηθοποιός που ουσιαστικά διοικεί τον οίκο Έκνταλ, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, πιάνει το χέρι του νεκρού γιου της και συνομιλεί μαζί του. Γράφω από μνήμης τον μονόλογό της:
«Α, Όσκαρ, έτσι είναι τα πράγματα. Τη μια στιγμή είσαι παιδί και την άλλη γέρος. Πού πήγαν όλα τα χρόνια ανάμεσα, που νομίζαμε ότι είναι και τα πιο σημαντικά; Πάντα, βέβαια, παίζουμε ρόλους, στο θέατρο και στη ζωή – μα, από όλους τους ρόλους που έπαιξα, αυτός που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ο ρόλος της μαμάς. Όταν σε είχα στην κοιλιά μου, δεκάρα δεν έδινα για το θέατρο. Ώσπου έπαιξα τον ρόλο της γιαγιάς και μετά της χήρας και τελικά του ανθρώπου που θάβει το παιδί του. Αυτός ο ρόλος ήταν ομολογουμένως ο πιο δύσκολος. Ήταν σαν να έσπασε η πραγματικότητα και να μην ξανακόλλησε ποτέ. Αλλά έτσι, ήταν σαν να μη χρειαζόταν πια να νοιάζεσαι αν ο κόσμος έχει νόημα ή όχι».
Βέβαια, το θέμα δεν είναι τα μικρά και μεγάλα πένθη της ωριμότητας. Ούτε η ήσυχη απελπισία της κυρίας Έκνταλ. Ούτε καν η πρόγευση θανάτου που υπάρχει σε κάθε εικόνα του δίωρου ντοκιμαντέρ για τα τελευταία χρόνια του Μπέργκμαν στο Φαρό. Το θέμα είναι ότι όλα αυτά εκβάλλουν στο τελικό φως της τελευταίας σκηνής. Τη γιορτή των Έκνταλ για τη γέννηση δύο παιδιών στην οικογένεια. Την αποδοχή της ανθρώπινης συνθήκης και τον ύμνο στη χαρά.
Αν κάτι εννοεί η σημερινή μου πολυλογία είναι αυτή η διαπίστωση: ότι τουλάχιστον ορισμένα λαμπρά πνεύματα κάνουν τον πόνο τους χαρά. Τον λίγο χρόνο που μένει, γιορτή. Την έλλειψη του νοήματος, κίνητρο για δημιουργία άλλων κόσμων, φαντασίας και ομορφιάς. Στο ψυχρό, μοναχικό δωμάτιο του Φαρό με την γκρίζα κουβέρτα ο Μπέργκμαν αποφάσισε το «Τέλος» στο δριμύ, ζοφώδες έργο του να είναι γραμμένο με λευκά τριαντάφυλλα και παιδικά γέλια.
Αυτό σημαίνει να μεγαλώνεις με την ψυχραιμία που είπα πριν (αν και σαστισμένος). Να ξέρεις ότι οποιαδήποτε στιγμή χτυπάει το κακό απροειδοποίητα και η άβυσσος ανοίγει κάτω από τα πόδια σου – και κανείς δεν γλιτώνει: είμαστε όλοι με διανυκτέρευση από το στρατόπεδο του θανάτου, ακόμα και τα μωρά που μόλις άνοιξαν τα μάτια τους. Όμως, όταν υπάρχει κρασί στο τραπέζι μας, ας το πιούμε. Όταν ακουστεί μουσική, ας τραγουδήσουμε. Η χαρά είναι κάτι απλούστατο, σαν το ρόδο του Σιλέσιου: «Ας είμαστε ευτυχισμένοι όσο είμαστε ευτυχισμένοι!». Ή, όπως λέει, ο Όντεν (Στην «Ηχώ του Θανάτου» που, όχι τυχαία, το έβαλε ως προμετωπίδα ο Χίτσενς στην αυτοβιογραφία του):

Στρεβλοί σαν το ανοιχτήρι του φελλού

είναι οι πόθοι της καρδιάς

Καλύτερο για τον άνθρωπο να μη γεννιέται

Το δεύτερο καλύτερο είναι το επίσημο το βήμα

του χορού. Χόρευε όσο μπορείς

Χόρευε, χόρευε, είν’ εύκολη η φιγούρα

Η μελωδία είναι κολλητική και δίχως τέλος

Χόρευε ώσπου τ’ αστέρια να γκρεμιστούν μαζί

με τα δοκάρια της σκεπής

Χόρευε, χόρευε, χόρευε ωσότου πια

να σωριαστείς

Τελεία.