Του Νίκου Τζένου

Παρά το γεγονός ότι στον τόπο μου είχα για πολλά χρόνια την ιδιότητα του «επισήμου» (κατά το «πρωτόκολλο» συνεχίζω να την έχω), ουδέποτε ανέβηκα σε εξέδρα. Γενικώς δεν συμπαθώ τα απογυμνωμένα από κάθε ουσία και περιεχόμενο πατριωτικά «ταραντατζούμ» ,τους διαγκωνισμούς για μια καλύτερη θέση στην εξέδρα, τους μικροκαβγάδες μεταξύ γονέων για το ποιανού το «καμάρι» θα είναι ο σημαιοφόρος, τη μαζική ρατσιστική υστερία στην περίπτωση που ο σημαιοφόρος είναι ένα παιδί αλβανικής καταγωγής.

Από αυτή την άποψη δεν έχω κάποιο προσωπικό λόγο να υπερασπιστώ την «τάξη»,  την «ευρυθμία» και τους πολιτικούς που έγιναν στόχος των «αγανακτισμένων» στο Ηράκλειο, στην Πάτρα, την Κοζάνη, Λάρισα κλπ. Θεωρώ όμως ότι έχω ένα πολιτικό λόγο να το κάνω, που συνδέεται ευθέως με την προστασία του κοινοβουλευτισμού και των δημοκρατικών θεσμών.

Τα γεγονότα της Ρόδου κατά τον εορτασμό –επέτειο της ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου στην  Ελλάδα που προηγήθηκαν (πριν ένα μήνα περίπου) οφείλουν να προβληματίσουν τον κάθε σκεπτόμενο πολίτη.  Τι έγινε εκεί;

Ομάδα από 250 «αγανακτισμένους» όρμησε στην εξέδρα και έτρεψε σε άτακτη φυγή τους κακούς πολιτικούς.  Όλοι αιρετοί. Περιφερειάρχης, δήμαρχοι, βουλευτές. Οι μόνοι που έμειναν απτόητοι ήταν οι στρατηγοί και οι παπάδες. Αφού οι αγανακτισμένοι εκτέλεσαν το επαναστατικό τους καθήκον συνεχίστηκε η παρέλαση. Οι μαθητές της Ρόδου παρέλασαν ενώπιον των «υγειών δυνάμεων του έθνους» απαλλαγμένοι από την παρουσία των κακών πολιτικών. Ο λαός της Ρόδου παρέμεινε και αποδέχτηκε ως «φυσική του ηγεσία» ένστολους και ρασοφόρους.

Για ένα κομμάτι της Ελληνικής αριστεράς αυτό που συνέβη στη Ρόδο  και στη συνέχεια σε όλη την Ελλάδα, είναι αναγκαία μορφή αντίστασης, έκφραση Ριζοσπαστισμού των μαζών και άλλα παρόμοια ηχηρά. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα χυδαίο άλλοθι αγωνιστικότητας , μία ψευδαίσθηση πολιτικής παρέμβασης και όχι μόνο αυτό. Είναι η πρωταρχική έκφραση του φασιστικού φαινομένου όπως το ανέλυσε ο μεγάλος θεωρητικός της αριστεράς Antonio Gramsci,  που εκδηλώθηκε στην Ιταλία τη δεκαετία 1920-1930.

Η Ελληνική αριστερά αγνοεί (ή ξεχνά) ότι ο φασισμός και ο Ναζισμός ήταν μαζικά κινήματα αγανακτισμένων που ως πρώτο στόχο είχαν το «Σάπιο Κοινοβουλευτισμό» και τους εκφραστές του. Εκείνους δηλαδή που στα πλαίσια του «αντιπροσωπευτικού συστήματος» εκλέγει ο λαός για να τον εκπροσωπήσουν.

Προφανώς κάποιοι από τους Ηγέτες της αριστεράς, που μπήκαν από μικροί στα «βάσανα» της πολιτικής, δεν «προκάμανε» να διαβάσουν  και  αδυνατούν να κατανοήσουν ότι οι παρελάσεις των αγανακτισμένων είναι το φίδι που βγήκε από το αυγό που εκκολάφτηκε στην «πάνω πλατεία» το προηγούμενο καλοκαίρι.

Για όσους επιμένουν να θεωρούν την εκδίωξη των πολιτικών από τις παρελάσεις (και όχι μόνο)  ως έκφραση αριστεροσύνης, θυμίζω ότι:

Αφού ο Ναζισμός ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς του με τον «Σάπιο Κοινοβουλευτισμό» και τους εκφραστές του, αφού απαξίωσε και αποθωράκισε τον κοινοβουλευτισμό, είχε πλέον την άνεση να στείλει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κομμουνιστές , σοσιαλιστές, δημοκράτες, αλλά και 8000 προτεστάντες κληρικούς που όψιμα αποφάσισαν να εναντιωθούν στο Ναζισμό.

 

Ο Νίκος Τζένος είναι δικηγόρος, πρώην Δημοτικός Σύμβουλος και Αντιδήμαρχος του Δήμου Καλαβρύτων και  μέλος του Πανελλαδικού Συμβουλίου των Οικολόγων Πρασίνων.