Αυτό τον καιρό δεν έχω τη χάρη να φτιάχνω όμορφα ποστ. Και σήμερα ήθελα ένα, για τον Δημήτρη Μητροπάνο. Βρήκα ένα υπέροχο κείμενο στη μπλογκόσφαιρα – και το μοιράζομαι μαζί σας.

www.provato.gr ΚΗΙΧΕΜΤΑ: Η ημέρα που πέθανε ο Δημήτρης Μητροπάνος.

Ξεκινάω να γράφω και έχουν περάσει λιγότερα από 60 δευτερόλεπτα από την στιγμή που έμαθα για την Θάνατο του Έλληνα λαϊκού τραγουδιστή που αγαπάω όσο κανέναν άλλο, του Δημήτρη Μητροπάνου.

Τα τραγούδια του, η φωνή , η στάση του, το σώμα του όταν τραγουδούσε, ο τρόπος του να ερμηνεύει, τελικά ο ίδιος, είχαν μεγάλη και σημαντική, προσωπικά συναισθηματική παρουσία στην ζωή μου. Θα θυμηθώ μερικά περιστατικά, με τον αυθορμητισμό και την συγκίνηση που αισθάνομαι… Είναι ο τρόπος μου να τον τιμήσω αλλά και να τον ευχαριστήσω.

1997. Καλοκαίρι. Βρίσκομαι σε μία ας την πούμε πολύ απαιτητική περίοδο της ζωής μου. Σε ηλικία 24 χρονών έχω πρώτη φορά πιάσει σπίτι, για να τα βγάλω πέρα δουλεύω σε δύο δουλειές… πιέζομαι πολύ. Κοιμάμαι ελάχιστες ώρες, δεν τρώω καλά, για να κάνω οικονομία (βλακωδώς, δεν ήταν πια και τόσο άσχημα τα πράγματα ώστε να χρειάζεται να περιορίζομαι και στο φαγητό), δεν έχω φίλους και παρέες να μιλήσω, να ξεσπάσω, να στηριχθώ. Το ηθικό μου βρίσκεται στα τάρταρα.

Επιπλέον είμαι και σε περίοδο μεγάλης κρίσης με την αγάπη μου. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, αρχίζουμε και αγαπιόμαστε πολύ και φοβόμαστε. Υπάρχει η αγάπη αλλά δεν την βλέπουμε οι ανόητοι – κάνουμε να μιλήσουμε ολόκληρες μέρες – και περνούν βδομάδες χωρίς να ειδωθούμε. Μεγάλη έλλειψη αγάπης, που μου κοστίζει. Για μήνες.

Βράδυ αργά, σχεδόν ξημερώματα. Έχω γυρίσει από την νυχτερινή δουλειά σε ένα bar στο Τουρκολίμανο και είμαι σαν απότιστο φυτό από την κούραση. Ευτυχώς την επόμενη είναι Σάββατο, δεν δουλεύω στην πρωϊνή απασχόληση, θα μπορέσω να κοιμηθώ. Όμως… πως να ησυχάσω; Aισθάνομαι τόσο βαριά μοναξιά λες και είμαι ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στην γη. Έχω μία θλίψη βαθιά και πικρή και είμαι σίγουρος, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, καμία παρηγορία, ότι δεν θα χαρώ ποτέ, θα είμαι για όλη μου την ζωή μόνος, κουρασμένος, απελπισμένος. Το μυαλό μου έχει νικηθεί κατά κράτος από την λύπη και μου εγγυάται σχεδόν, ότι ποτέ, ποτέ δεν θα αλλάξει τίποτε, ποτέ δεν θα ξεκουραστώ ούτε θα γελάσω, ποτέ δεν θα φτιάξουν τα πράγματα…

Είμαι ξαπλωμένος στο μονό κρεβάτι. Δίπλα μου στο κομοδίνο ένα ηλεκτρονικό ρολόι-ραδιόφωνο Sony (τι να απέγινε άραγε; πρόλαβα και το αγάπησα) που το έχω ανοιχτό στον Antenna. Και ξαφνικά παίζει αυτό το τραγούδι…

Δεν το πιάνω από την αρχή, δεν το έχω ξανακούσει. Με τραβά η φωνή του Μητροπάνου και όταν δίνω προσοχή και ακούω το ρεφρέν, ενώ δεν με αφορά, ενώ δεν έχει να κάνει καθόλου με την δική μου δυσκολία ούτε με την φάση μου και την ζωή μου… λειτουργεί σαν το χάδι της μητέρας που όταν είσαι μικράκι στεναχωρημένο σου λέει «είναι εντάξει, κλάψε, δεν πειράζει, κλάψε». Η λύπη σκάει εκεί στο μικρό ισόγειο δωματιάκι στου Μακρυγιάννη και ξεσπάω σε δάκρυα. Όση ώρα παίζει το τραγούδι αλλά και για πολύ πολύ μετά. Πρώτη φορά μετά από πολλά πολλά χρόνια. Ό,τι χρειαζόμουν περισσότερο εκείνη την στιγμή. Ένα βαθύ, παιδικό ξέσπασμα.

… … … … …

Πριν από 6 μήνες. Συζητάμε με την αγάπη μου πως θα περάσουμε το Σαββατόβραδό. Δεν θυμάμαι ποιος από τους δύο, προτείνει να πάμε να δούμε και να ακούσουμε τον Μητροπάνο. Τραγουδά μαζί με τον Κότσιρα και τον Μπάση. Είναι μαζί μας δύο φίλοι. Το κέντρο είναι γεμάτο κόσμο, σερβιτόροι πηγαινοέρχονται, η παρέα μας βολεύεται όρθια κάπου κοντά στην είσοδο. Βλέπουμε τον Μπάση, βγαίνει ο Κότσιρας, όλα καλά… και μετά εμφανίζεται στην πίστα ο Μητροπάνος. Το κέντρο μεταμορφώνεται. Οι θαμώνες από αντιπαθητικοί Ελληνάρες γίνονται σεβαστικοί εραστές της τέχνης. Η αίθουσα από κουλτουριάρικο μπουζούκι γίνεται αρχαίο θέατρο. Ο Δημήτρης μας πιάνει από το λαιμό και δεν μας αφήνει στιγμή – χωρίς να δείχνει ότι κάνει την παραμικρή προσπάθεια να μας πείσει για τίποτε. Σχεδόν σαν να μην είμαστε εκεί – λες και ξέρει ότι ο καλύτερος τρόπος να σεβαστείς τον άνθρωπο που έχει έλθει να σε ακούσει είναι να τον αγνοήσεις ώστε να μπορέσεις να του δώσεις το καλύτερο που έχεις…

Τον κοιτάζουμε όλοι γοητευμένοι, αμίλητοι, σεβαστικοί. Φυσικά, δεν τολμά κανείς να ανέβει να χορέψει όσο τραγουδά ο αρχιερέας. Δύο στιγμές θυμάμαι από τη βραδιά: Το πως αντέδρασε ο κόσμος όταν χόρεψε μερικές στροφές από ένα ζεϊμπέκικο. Και την πιο αξέχαστη, ίσως, εμπειρία που έχω ζήσει ποτέ σε live καλλιτέχνη. Την μυστικιστική ενέργεια που πλημμύρισε το μαγαζί όταν μας αποχαιρέτησε και έκλεισε το πρόγραμμά του με αυτό:

… … … … … … … …

Γνώρισα τον πατέρα μου όταν ήμουν 28 χρονών. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έμαθα γι’ αυτόν ήταν ότι του άρεσε πολύ ο Μητροπάνος. Η «σύμπτωση» να αγαπάμε περισσότερο από κάθε άλλον τον ίδιο τραγουδιστή με είχε συγκινήσει πολύ. Όσο και αν ο Μητροπάνος είναι όλης της Ελλάδας σχεδόν ο εκλεκτός, την είχα θεωρήσει μεγάλο θρίαμβο των γονιδίων. Δικαίως, όχι;

Κάτι άλλο, που μου είπαν, «μυστικά», άνθρωποι του περιβάλλοντος του πατέρα μου είναι ότι τραγουδούσε εξαιρετικά μερικά από τα τραγούδια του εθνικού μας Δημήτρη. Ήθελα να τον ακούσω, και μία βραδιά που ήμασταν οι δύο μας σε ένα μπουγατσάδικο του το ζήτησα. Αλλά ακόμα δεν είχε ο μπαμπάς μου το θάρρος να μου κάνει την χάρη – ήταν πολύ λίγος καιρός που είχαμε γνωριστεί. Κοκκίνησε, ντράπηκε, με ρώτησε ποιος μου το είπε και είπε ότι θα το κάνει κάποια άλλη φορά…

Ώσπου ένα βράδυ λίγο καιρό μετά, σε μία επίσκεψη για το Σαββατοκύριακο στην πόλη, ο πατέρας μου, λίγο μεθυσμένος και χαλαρός μου έκανε το χατήρι και είπε ένα Μητροπανικό τραγούδι. Το τραγούδησε τόσο καλά όσο έλεγαν οι φήμες. Και καλύτερα. Από τα γύρω τραπέζια της ψησταριάς στην λαϊκή συνοικία της Σαλονίκης οι πελάτες σταμάτησαν να μιλάνε, κοιτούσαν εμάς, άκουγαν τον μπαμπά μου. Το τραγούδι που είχε διαλέξει να πει είναι το πιο αγαπημένο μου από όλα τα τραγούδια του – και αν κάνω λάθος και δεν ήταν τότε, φυσικά έχει γίνει τώρα. Αλλά θα το κρατήσω για μένα το ποιο.

Όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο ως πατέρα στα 28 σου, ή όταν γνωρίζεις το παιδί σου στα 47 δεν είναι εύκολο και απλό να μπεις στην ζωή του και να τον βάλεις στην δική σου. Θα σε γλυτώσω τις λεπτομέρειες, κουραστικές και περιττές, αλλά στην διαδικασία να γνωριστούμε και να δημιουργήσουμε σχέση με τον μπαμπά μου περάσαμε ένα διάστημα που δεν είχαμε επαφή. Για αρκετούς μήνες, σχεδόν χρόνο. Εκεί μπορεί και να κινδυνέψαμε να μην ειδωθούμε και μιλήσουμε ποτέ ξανά… Την γλυτώσαμε ευτυχώς. Πάντως για όσο διάστημα ήμασταν χωρίς επικοινωνία, για να τον αισθάνομαι κοντά μου, άκουγα συνεχώς ένα cd με τα καλύτερα του Μητροπάνου. Και φανταζόμουν ότι τα τραγουδά ο πατέρας μου.

Ευχαριστώ Δημήτρη.

… … … … … … …. … …

και μία τελευταία σκέψη – η πατρίδα μας αλλάζει. Φεύγουν οι άνθρωποι που την έκαναν αυτό που είναι – όπως εξάλλου είναι φυσιολογικό. Θέλετε να προσπαθήσουμε η απουσία τους να μην γίνει έλλειψη όλων των ωραίων; Θέλετε να προσπαθήσουμε να γίνουμε «καλύτεροί» τους; Προλαβαίνουμε ακόμα