Με τον Στέφανο Κασιμάτη συνήθως διαφωνώ – αν και τον διαβάζω συχνά, γιατί είναι από τους λίγους δημοσιογράφους που γνωρίζουν την τέχνη της γραφής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρώ ότι είναι πολύ σωστός και συνιστώ την… ανάγνωση του άρθρου.

kathimerini.gr – Eνας προστάτης για τους θεσμούς.

Tου Στεφανου Κασιματη
Με τον αμοραλισμό που τον χαρακτήριζε, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ φέρεται να είπε εντυπωσιασμένος από την πρώτη γνωριμία του με τον Ευάγγελο τον Βενιζέλο ότι «αυτός είναι ικανός να πείσει οποιονδήποτε, οπουδήποτε, για οτιδήποτε». Ετσι είναι, πράγματι – ώσπου, βέβαια, να τον πάρουν χαμπάρι. Διότι τότε ο άνθρωπος που πείθει οποιονδήποτε, οπουδήποτε και για οτιδήποτε δεν πείθει πια κανέναν – εκτός από όσους έρχονται με την προδιάθεση να πεισθούν, όπως άλλωστε έδειχναν τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις.Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ παρουσίασε προχθές τις θέσεις για τη «νέα Πολιτεία». Μία δέσμη προτάσεων, δηλαδή, για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, με τις οποίες πιστεύει ότι δίνεται η απάντηση στην κρίση αναξιοπιστίας της πολιτικής· και μάλιστα απάντηση που έχει «ηθική βάση», όπως τόνισε. Αν ήθελε να μας πείσει για την «ηθική βάση» των προθέσεών του, θα αρκούσε να ακολουθήσει τη συντομότερη οδό προς τον στόχο του και όχι να προτείνει μια δολιχοδρομία. Αλλά αν πράγματι ήθελε τη σύντομη οδό, θα μπορούσε να επιβληθεί στη φυσική ροπή του προς τον βερμπαλισμό και δεν θα χρειαζόταν να παρουσιάσει τις προτάσεις του μέσα από έναν καταιγισμό πομφολύγων.

Ολες οι προτάσεις του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ (πολλές των οποίων έχουν τη μορφή δήλωσης του σκοπού και όχι του μέσου με τον οποίο γίνεται δυνατή η επίτευξή του) τίθενται υπό την προϋπόθεση της «βαθιάς, ολικής αναθεώρησης του Συντάγματος», όπως είπε. Είναι αλήθεια, με την οποία συμφωνούν όλα τα αστικά κόμματα, ότι είναι απαραίτητη η αλλαγή του ισχύοντος Συντάγματος, που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό προσωπικό δημιούργημα του σημερινού αρχηγού του ΠΑΣΟΚ. Ως τότε όμως, υπάρχουν έτοιμες, επεξεργασμένες ιδέες από εγκυρότερους πολιτειολόγους. (Εγκυρότερους, υπό την έννοια ότι δεν άφησαν το πανεπιστήμιο και την επιστήμη τους για να περνούν την ώρα τους μιλώντας στο τηλέφωνο με δημοσιογράφους, συσκεπτόμενοι με κομματικούς υπαλλήλους και, γενικώς, ασχολούμενοι με το χασομέρι που λέγεται στην Ελλάδα πολιτική…)

Αναφέρομαι στις προτάσεις που ανέπτυξαν με άρθρο τους σε τούτη την εφημερίδα (11 Μαρτίου 2002) οι καθηγητές Ν. Αλιβιζάτος και Α. Μανιτάκης. Συνοπτικά: Μείωση του αριθμού των βουλευτών στους 200. Καθιέρωση ασυμβιβάστου υπουργού και βουλευτή. Αλλαγή της σύνθεσης της επιτροπής για τον έλεγχο του πολιτικού χρήματος, ώστε οι πολιτικοί να μην κατέχουν την πλειοψηφία. Περιορισμός αριθμού ειδικών συμβούλων και συνεργατών των υπουργών και των βουλευτών. Αυτά -τα ελάχιστα έστω- θα μπορούσαν να έχουν ήδη θεσπισθεί με νόμο και δεν θα χρειαζόταν να περιμένουμε την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Το ότι ο εύκολος στα λόγια Ευάγγελος ο Βενιζέλος ποτέ δεν υποστήριξε αυτά τα εφικτά μάς δίνει το μέτρο της ειλικρίνειας των προθέσεών του. Μας υποχρεώνει, επίσης, να θυμηθούμε ότι αυτός καλούσε τη Νέα Δημοκρατία να ζητήσει συγγνώμη από τον Ακη Τσοχατζόπουλο(!) και αυτός πρότεινε να καταψηφίσει το ΠΑΣΟΚ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ώστε να επισπευσθούν οι εκλογές, για να προτείνει έπειτα και να υπερψηφίσει το ίδιο πρόσωπο! («Συνταγματική εκτροπή» είχε χαρακτηρίσει το στρατήγημα ο μακαρίτης Δ. Τσάτσος σε συνέντευξη του.)

Η ιστορία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι ο θεσμός τον οποίο πρωτίστως υπηρετεί είναι η κομματοκρατία. Στη δημιουργία της συνέβαλε με τις αναμφισβήτητες ικανότητές του και για τη συντήρησή της προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Ακόμη και οι πρόσφατες προτάσεις του περιέχουν υπηρεσίες στους σκοπούς της. Η εισήγηση, λ.χ., της καθιέρωσης «Συνταγματικού Δικαστηρίου ή Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου» σε αυτό αποσκοπεί, καθώς, παντού όπου υπάρχει αυτός ο θεσμός, τα μέλη του διορίζονται καθ’ υπόδειξη των κομμάτων -αλλά αυτό ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ το αποσιωπά. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ με τον χείμαρρό του περί «νέας Πολιτείας» θέτει πολύ υψηλούς στόχους. Είναι ο έξυπνος τρόπος, όταν θέλει κανείς να αποφύγει το αμέσως εφικτό.