Της Anna-Silia
 
Έναν πόθο είχε το αγόρι στην μέχρι τότε ζωή του … Να αποκτήσει μια δικιά του μικρή φυσαρμόνικα . Μια “piccolo” , και να γεμίζει μ’ αυτήν την μοναχική άχαρη ζωή του . Γιατί ο 10χρονος μικρός , ήταν μόνος , χωρίς αδέρφια , χωρίς φίλους , χωρίς ένα δικό του σκύλο ή γατί , με μόνη συντροφιά το βουβό κλάμα της μάνας του , όταν ο πατέρας του έφευγε για την δουλειά .
Αλλά , ας τα πάρω με την σειρά :
Τελειώνοντας η δεκαετία του ’50 , κάπου στους βαλτότοπους της Βόρειας Ελλάδας . Ο πάτερ-φαμίλιας , παλιολλαδίτης , ενωμοτάρχης σε χωριό του κάμπου . Η οικογένεια , μικρή . Αυτός η μικροκαμωμένη γυναίκα του και το μικρό αγόρι . Δεν το πολυχώνευε το παιδί ο Αστυνόμος , κι ας ήταν γιος του , γιατί ήταν ευαίσθητο και με το παραμικρό , χαντακωνόταν  στον αχυρώνα του γείτονα και έκλαιγε με τις ώρες … Κι όταν βαρούσε την γυναίκα του , έκλεινε σφιχτά τα μάτια και με τα δυο χέρια τα αυτιά του και τρύπωνε μαζί της κάτω απ’ το τραπέζι και την αγκάλιαζε σαν να ήταν κανα-ηλίθιο κορίτσι και έτσι άρπαζε κι αυτός καμιά κλωτσιά αδέσποτη … Της μάνας του έμοιαζε , της “παλιοβουργάρας” όπως την ονομάτιζε , γιατί προερχόταν από την Ελληνική παροικία της Ανατολικής Ρωμυλίας , – “τί Έλληνες και κολοκύθια ;… Μούλοι ήσαν , μπερδεμένοι με τους Βουλγαρόγυφτους , αιώνες τώρα” – … ενώ αυτός ;… γνήσιος καθαρόαιμος Έλληνας απ’ τα Άγια χώματα της Παλιάς Ελλάδας –  …. Τί να κάνει όμως ;… ήταν και γιος του … παιδί του… και το πονούσε κι ας έγινε η αιτία αυτό το αγόρι , να παντρευτεί την μάνα του , που την είχε μόνο για “πήδημα” εκεί στις ερημιές και τα βαλτοτόπια της Μακεδονίας που τον “έρριξε” η Υπηρεσία , η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή … Η Υπηρεσία , που τον υποχρέωσε να την παντρευτεί όταν την γκάστρωσε,  για να μην την εκθέσει (την Υπηρεσία) . Κι αυτός , ευπειθής την παντρεύτηκε , αλλά καταδικάστηκε να μένει για χρόνια εκεί να προσπαθεί να συμμορφώσει τους μπασταρδεμένους  με Τούρκους , Ρώσους και Βούλγαρους , πρόσφυγες αλλά και ντόπιους κάτοικους των χωριών της περιοχής …Γιατί η Υπηρεσία τον … τιμώρησε για την “Βουργάρα” , με στασιμότητα και … ούτε που ήθελε να τα σκέφτεται αυτά … τον πονούσαν .
Την πρώτη φορά που το αγόρι γύρεψε φυσαρμόνικα , του άστραψε μια μπάτσα , την δεύτερη σήκωσε το χέρι , αλλά το κατέβασε γρήγορα και βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του μια βρισιά , κάτι σαν “αυτό μας έλειπε … γιος πούστης” , την τρίτη έδωσε την άδεια γιατί έτσι … τον βρήκαν στις καλές του “Πες της μάνας σου της θρησκευάμενης , να σου πάρει μία , από την εμποροζωοπανήγυρη της Αγια-Μαρίνας τον άλλο μήνα … Θα της δώσω τα λεφτά . Μόνο κοίτα , μην ακούσω τίποτα … άσματα κομμουνιστικά και τέτοια – όλα να τα περιμένει κανείς από σας τους κλαψιάρηδες – γιατί την βάψατε κι οι δύο” .
Κι έτσι και έγινε και το αγόρι βρέθηκε μεσοκαλόκαιρο με μια πανέμορφη γυαλιστερή φυσαρμόνικα piccolo …
 
********************************************************
Ο χωροφύλαξ Χαρίτων Μορέας  , ήταν όλο και όλο το υφιστάμενο προσωπικό του Αστυνομικού Σταθμού . Ομορφάντρας , ψηλός …του πήγαινε και η στολή , παντελώς αγράμματος και μπεκιάρης . Όμορφος και ανύπαντρος , αλλά από προξενιά … νέκρα … τίποτα , κι αυτό γιατί τα κουτσομπολιά του χωριού , αλλά και όλης της γύρω περιοχής , τον αναφέραν σαν … χαντούμη … τραυματία πολέμου … (λέγανε πως μια χειροβομβίδα στην φάση του Αντάρτικου , του είχε φάει τα αχαμνά)  και γι αυτό η Πολιτεία τον αντάμοιψε (για παρηγοριά) με το να τον χρίσει χωροφύλακα  από βοσκός που ήταν .
Ο Χαρίτων , ήταν και θεόκουτος , αλλά έκανε πάντα ό,τι του ορμήνευε ο Αστυνόμος , για να περνάει καλά και να έχει το κεφάλι του ήσυχο . Ούτε πως αγαπούσε τον ήχο της φυσαρμόνικας και ήξερε και πέντε-έξι σκοπούς , του είχε πει ποτέ , γιατί ο “Καπετάνιος”   , έλεγε πως οι άντρες που παίζουν μουσική είναι κάτι σαν … ντιγκιντάγκες … και ο Χαρίτων , μπορεί να του είχε “θερίσει” η βρωμοχειροβομβίδα τα αχαμνά , αλλά … ντιγκιντάγκας δεν ήταν , ούτε θα γινόταν ποτέ  …
Ο μουνουχισμένος  χωροφύλακας , έβλεπε το μικρό αγόρι , να πηγαινοέρχεται για θελήματα δεξιά κι αριστερά με την μικρή φυσαρμόνικα κρεμασμένη με ένα σπάγκο στο λαιμό του και του μάτωνε η καρδιά , γιατί το συμπαθούσε το αγόρι που ήταν ευγενικό και τον αποκαλούσε “κύριε Χαρίτων” χωρίς από μέσα του να τον διαολοστέλνει , όπως κάνανε (ήταν σίγουρος) όλοι οι υπόλοιποι . Κι έτσι , μια μέρα , που ο Αστυνόμος κατέβηκε στην πόλη για να φέρει … τα “μισθά” και θα έλειπε όλη την μέρα , βρήκε την ευκαιρία και έπιασε κουβέντα με τον μικρό  :
– Ωραία η φυσαρμόνικα σου καπετανόπουλο .
– Είναι piccolo (μικρή) … από την Ιταλία . Μου την αγόρασε η μάνα μου απ’ το πανηγύρι της Αγια-Μαρίνας πέρα απ’ το κανάλι … ξέρεις …
– Ξέρω … Εσύ όμως ξέρεις να παίζεις κάτι μ’ αυτήν ;
– Όχι … Θα βρω όμως κάποιον να μου μάθει .
– Ποιόν ;
– Δεν ξέρω … κάποιον …
– Θέλεις να σου μάθω εγώ ;
– Ξέρεις ; …. (τα μάτια του αγοριού φωτίστηκαν)
– Ξέρω … κάτι λίγα … Όμως δεν θα πεις τίποτα του πατέρα σου . Ό, τι και να γίνει δεν θα με μαρτυρήσεις ποτέ .
– Σύμφωνοι .
– Όρκίσου
– Μα την … ζωή της μάνας μου …
– Έγινε … Τί θέλεις να σου μάθω πρώτα ;
– Κάτι που να λέει για … “μάνα” μέσα …..
– Α , ξέρω ένα πολύ όμορφο … Κάτι με ξένες πόλεις , που δεν τις ξέρω , αλλά μιλάει για μια μανούλα που περιμένει το παιδί της … Άκου …

 
****************************************************
Ο Αστυνόμος , όταν πρωτάκουσε τον σκοπό από την φυσαρμόνικα του αγοριού να βγαίνει από τον αχυρώνα , … σαν να αρέστηκε … σαν μια απόλαυση , μια ζεστασιά να χύθηκε μέσα του … (η ομορφιά , πάντα γλυκαίνει και μαλακώνει τα “αγρίμια” μέσα μας) . “Α, τον … μούργο (σκέφτηκε) τί όμορφα που την λαλάει την φυσαρμόνικα … Τελικά , μπορεί να είναι και χαζομάρες αυτά που λένε για τους οργανοπαίχτες” ….
Γρήγορα όμως , του … γύρισε το μάτι ανάποδα , με το που θυμήθηκε το τραγούδι που κρυβόταν πίσω απ’ τον χαρούμενο σκοπό . Το είχε ακούσει μαζί με άλλα παρόμοια τραγούδια για πρώτη φορά στα 18 του στο στρατόπεδο του Άη-Στράτη και θυμόταν και τον Διοικητή του να του μουρμουρίζει “Αχ , τα παλιοζαγάρια … τα κουμμούνια … μέχρι και τα τραγούδια τους τα φτιάνουν ζωηρά και και όμορφα , για να πλανεύουν τον κόσμο και νά’ ρχονται στις τάξεις τους , να τους στρατεύουν … Να προσέχεις γιέ μου . Να κλείνεις τα αυτιά σου σαν τον … τέλος πάντων … σαν έναν απ’ τους τιμημένους προγόνους μας …- δεν θυμάμαι επί του παρόντος , το όνομά του – , σ’αυτού του είδους τις Σειρήνες” .
Του σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο , με το που έννοιωσε τι είδους σκοπό , έπαιζε ο γιος του με την φυσαρμόνικα . Πήρε μια δυο ανάσες , μπας και φρενάρει την οργή , μη και κάνει κάποιο κακό , ανηφόρισε τρέχοντας σχεδόν προς τον Αστυνομικό Σταθμό και με μια κλωτσιά άνοιξε την πόρτα του και όρθιος μέσα στο γραφείο :
– Χαρίτων !!!… παρουσιάσου !
Ήταν απογευματάκι … Μεσοκαλόκαιρο … Ζέστη αφόρητη … σκόνη … Ο Χαρίτων , είχε γύρει σε ένα ράντζο στην πίσω αυλή και ονειρευόταν πως παρευρίσκονταν σαν τιμώμενο πρόσωπο , σε μια σεμνή τελετή , όπου η βασίλισσα Φρειδερίκη κρατώντας ένα τεράστιο μπλε γιαταγάνι θα … ευνούχιζε τον Ιωσήφ Στάλιν … Την ώρα που σήκωνε ψηλά το φοβερό γιαταγάνι … το “Χαρίτωωωωων” του καπετάνιου , ξέσκισε σε χίλια κομμάτια το όνειρο …
– Διαταγές , καπετάνιε …
– Ακου  Χαρίτων καλά . Ο γιος μου κάθεται ψηλά στον αχυρώνα του Στέργιου του “Κόκκινου” και λαλάει στην φυσαρμόνικα τραγούδια κουμμουνιστικά … που ανάθεμα με  , που θα μου πάει αυτός που του τά’ μαθε … έτσι και τον πιάσω , θα τον … μουνουχίσω στη μέση της πλατείας και θα του τα δώσω να τα φάει … άκου … Θα πας τώρα και θα τον μάσεις να τον φέρεις εδώ και θα τον κλειδώσεις στο κρατητήριο με την κατηγορία της αντικαθεστωτικής συμπεριφοράς , παρά τις συστάσεις  … εμού του ιδίου … που του έγιναν . Σε όποιον ρωτάει και την μάνα του προπάντων , θα λες “Διαταγή ανωτέρου” … Άκουσες ;… στο κρατητήριο … Δυο μέρες τουλάχιστον … χωρίς φαγητό , χωρίς νερό … άντε λίγο νερό δίνε του το βράδυ όμως αργά , μην το πάρει πρέφα κανείς … Και η φυσαρμόνικα κατάσχεται . Θα την πάρεις και θα την πετάξεις στη Μπέλιτσα … Εγώ θα λείπω δυο μέρες στην πόλη . Όταν θα γυρίσω θα τον αποφυλακίσουμε … Τράβα ωρέ  … τί με κοιτάς σαν χάνος ;… ούτε φαγητό …
Ο Χαρίτων την ώρα που άνοιγε την εξώθυρα του Σταθμού , κοντοστάθηκε :
– Να του δώκω και … αλμυρές σαρδέλες Καπετάνιε ;
– Τί λες βρε αλαφροκαύκαλε ;… τί σαρδέλες μου τσαμπουνάς ; όχι φαΐ είπα .
– Μα … είναι οι αρμυρές σαρδέλες της … ανάκρισης , φαΐ ;
– Άϊ χάσου βλαμμένε … Τράβα κάνε όπως σου λέω …
– … Όχι … είπα …μήπως …
————————————————–
*******************************************
Έτσι και έγινε . Για τρεις ολόκληρες σχεδόν ημέρες , το αγόρι έμεινε στο κρατητήριο παρέα με τον χωροφύλακα Χαρίτωνα . Φυσικά και νερό και γαλέττες απ’ τις δικές του του έδινε του μικρού και τα βράδια αργά , πολύ αργά , έκλεινε το όργανο της τάξης , φώτα , πόρτες και παντζούρια και καθόταν στο πάτωμα του κρατητήριου με τον μικρό πολιτικό κρατούμενο και του μάθαινε πως να φυσάει και να χτυπάει τις νότες στην μικρή φυσαρμόνικα … Όλα όμως αυτά , κρυφά απ’ τον κόσμο … Ούτε η μάνα του μικρού που ξεροστάλιαζε έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό και φλόμωσε στο κλάμα έμαθε τίποτα , αλλά ούτε και κανείς άλλος … Ίσα – ίσα , που όλοι ζάρωναν μουδιασμένοι στα σπίτια τους με την σκέψη “Αν για ανυπακοή κρατάει το παιδί του στην στενή , βάλε με νου σου τι θα κάνει με κάποιον σαν εμάς ” …
Το αγόρι “αποφυλακίστηκε” μετά τρεις ημέρες , όταν επέστρεψε από την πόλη ο Αστυνόμος-πατέρας του … Τίποτα άγριο ή φανταχτερό δεν συνόδεψε την “αποφυλάκιση” του … Ούτε καυγάς , ούτε λόγια , ούτε σχόλιο … Μετρημένα πράματα …
Και φυσικά … η φυσαρμόνικα , ΔΕΝ πετάχτηκε στα λασπόνερα της Μπέλιτσας … Την κράτησε ο Χαρίτωνας επάνω του και μετά από πολλά χρόνια , όταν ακόμα και το αγόρι (που είχε μεγαλώσει πια) την είχε σχεδόν ξεχάσει , ο … ευνούχος χωροφύλακας της πάλαι ποτέ Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής , κατέβηκε στην πολύβουη πρωτεύουσα ,  όπου ζούσε πια ο φυσικός της κάτοχος , έψαξε , τον βρήκε και … του την παρέδωσε …
Υπάρχει ακόμα .
****************************************
Από εδώ:

“ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΝΕΜΟΡΦΩΘΗΝ” ………. (il ragazzo e il piccolo) | Anna-Silia.