young-Bolshevik-Stalin

Ποιος θυμάται ακόμη τους φτερωτούς στίχους, που αναδίνοντας οσμή λιβανιού και αίματος υμνούσαν πριν από τρία τέταρτα του αιώνα την υπεράνθρωπη ιδιοφυία του Ιωσήφ Στάλιν; Ένας ποιητής, αποτρελαμένος από το ξέφρενο κυνήγι επιθέτων, καταβεβλημένος από την αδυναμία του να βρει εικόνες άξιες του προτύπου του, αναφωνούσε:

Οι πεζογράφοι δεν ξέρουν πια με τι να σε συγκρίνουν

Οι ποιητές δεν έχουν πια αρκετά μαργαριτάρια για να σε στολίσουν.

Πράγματι, με τι να συγκρίνει κανείς τον ασύγκριτο; Μερικοί ξέφευγαν από αυτή την αξεπέραστη δυσκολία ανυψώνοντας τον Γενικό Γραμματέα στη θέση του Δημιουργού του Σύμπαντος:

Ω εσύ Στάλιν, μεγάλε ηγέτη των λαών,

Εσύ που γέννησες τον άνθρωπο,

Εσύ που γονιμοποιείς τη γη,

Εσύ που ξανανιώνεις τους αιώνες,

Εσύ που πλέκεις τα μαλλιά της άνοιξης…

Κάποιος άλλος στιχουργός γονάτιζε μπροστά σ’ αυτό το θεό παντοκράτορα όλου του σύμπαντος:

Τα άστρα της αυγής υπακούουν στη θέλησή σου.

Το ανυπέρβλητο πνεύμα σου ανυψώνεται στους ουρανούς,

Η διορατική δύναμή σου εξιχνιάζει τα βάθη του ουρανού.

Δύσκολο να γραφτεί κάτι καλύτερο, αλλά τίποτα δεν είναι αδύνατο όταν υπάρχει σοσιαλιστική άμιλλα και έτσι με την ώθηση της κολακείας ένας τέταρτος στιχοπλόκος, σε μια τελευταία προσπάθεια, ανύψωνε αυτόν τον καινούριο αφέντη του κόσμου πέρα ακόμη και από τους γαλαξίες:

Στάλιν είσαι ψηλότερος

Και από τις υψηλές ουράνιες σφαίρες,

Και μόνο οι σκέψεις σου

Είναι ψηλότερες από σένα…

Το πνεύμα σου, Στάλιν, είναι φωτεινότερο από τον ήλιο.

Κάποιος Προκόφιεφ, συνονόματος του συνθέτη, αναφωνούσε:

Στάλιν… και δεν προσθέτω τίποτα.. Τα πάντα περιλαμβάνονται σ’ αυτό το τόσο απέραντο όνομα. Τα πάντα: το κόμμα, η πατρίδα, η αγάπη, η αθανασία. Τα πάντα.

Στο 7ο συνέδριο των Σοβιέτ του 1936, ο προλεταριακός συγγραφέας Αβντένκο εκστασιαζόταν σε μια λυρική δέηση:

Καλλιεργώ μέσα μου την αγάπη, την αφοσίωση, την τιμιότητα, την απάρνηση, τον ηρωισμό, την ανιδιοτέλεια: όλα αυτά χάρη σε σένα, μεγάλε δάσκαλε Στάλιν (…) Αγαπώ τη γυναίκα μου με μια αγάπη νέα (…) Θα ζήσω εκατό χρόνια (…) όλα αυτά χάρη σε σένα, μεγάλε δάσκαλε Στάλιν (…) Μπορώ να πετάξω στο φεγγάρι, να ταξιδέψω στην Αρκτική, να κάνω μια μεγάλη ανακάλυψη, να εφεύρω μια νέα μηχανή (…) όλα αυτά χάρη σ’ εσένα, μεγάλε δάσκαλε Στάλιν.

Πηγή: Jean-Jacques Marie, Στάλιν, εκδ. Οδυσσέας.

*

Για να μη νομίζετε όμως ότι αυτά συνέβαιναν μόνο στη Σοβιετία, δείτε το παρακάτω, ενός διάσημου Έλληνα ποιητή, γραμμένο στα 1945:

Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης
Γιάννη Ρίτσου

Ήρθες απ’ του Νταχάου τα συρματοπλέγματα
ήρθες απ’ τη δεκάχρονη σκλαβιά
όπως έρχεται ο ήλιος απ’ την πόρτα της νύχτας.
Ήρθες μ’ ένα χοντρό στρατιωτικό χιτώνιο
απλός φαντάρος της παγκόσμιας λευτεριάς
εσύ αρχηγός δίχως παράτες και γαλόνια και παράσημα
μόνο με το παιδιάστικο χαμόγελο σου ανίσκιωτο
σαν ένα γαρούφαλλο στην κουμπότρυπα του πόνου μας
μονάχα με τον ήλιο της ψυχής σου κρεμασμένον
σα φυλαχτό στον κόρφο του λαού μας.
Ήρθες χωρίς παράτες με τα σκονισμένα σου μαλλιά
καθώς κ’ Εκείνος μπήκε στα Ιεροσόλυμα με σκονισμένα ματόκλαδα
δίχως σημαίες και δίχως τύμπανα πάνου σ’ ένα άσπρο γαϊδουράκι
κρατώντας μες στο φωτεινό του χέρι ένα κλαδάκι πικροδάφνη.
Οι σύντροφοι σου δεν ξέρανε τίποτα
ψάχναν ακόμη τα τηλεγραφήματα τους να σε βρουν
ψάχναν τα χελιδόνια μας μες στις καμένες πολιτείες του πολέμου
ανάμεσα στα εξοχικά τοπία όπου σκουριάζουν σκελετοί των σιδερόδρομων
ανάμεσα στα καπνισμένα χαλάσματα και στις ξεδοντιασμένες γέφυρες
ψάχναν να βρουν τη μυγδαλιά τους μες στα μάτια σου.
Οι σύντροφοι σου ακόμα δεν ξέρανε τίποτα
μα ένας αγέρας φύσηξε σαν απ’ τη θάλασσα
πλατάγισαν απάνου στα τραπέζια οι «Ριζοσπάστες»
έτσι που πλαταγίζουνε τα πεύκα της ακρογιαλιάς όταν τα ξεφυλλίζει ο μπάτης
απάνου στα βιβλία των φοιτητών ζυγιάστηκε ένα κόκκινο πουλί
απάνου στην Καισαριανή σαλέψανε τα κυπαρίσσια
στο Σκοπευτήριο εκεί τα κυπαρίσσια ετούτα που άκουσαν
να τραγουδάνε του Ζαλόγγου το Χορό οι διακόσιοι Ακροναυπλιώτες
πάνου στο μαύρο τσεμπέρι μιας γριάς συντρόφισσας της Θεσσαλίας
έπαιξε η γραμμωτή αντηλιά μαλαματένιες έγνοιες
οι αγρότες άφησαν για μια στιγμή τ’ αλέτρια τους και μονομιάς μυρίσαν τον ορίζοντα
σα να ξεκλείδωνε ένας άγγελος μες στο γαλάζιο μια καινούργια πόρτα
οι φυλακισμένοι σήκωσαν τα κεφάλια τους
και χαιρετήσανε την πεταλούδα της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο κάγκελο του παράθυρου
οι σύντροφοι ξεδίπλωσαν φανερά μες στα τραμ την εφημερίδα τους
σα να ξεδίπλωναν το μέτρο της αντρείας για να μετρήσουνε τον κόσμο
κι ο μπάρμπα – Γιώργος χτύπησε το χαρτονένιο του τσαρούχι στο πανί του Μόλα
σάμπως να οσμίστηκε κάποιο μαντάτο «ωρέ ζαγάρια» στον αγέρα.
«Κάποιος στέκει στην πόρτα». Ένας φαντάρος».
Κι όπως το παιδί πάνου από τα κλειστά του βλέφαρα
νιώθει να κρέμεται σαν άστρο το χαμόγελο της μάνας του
κι όπως ο ποιητής που σεργιανάει στην εξοχή το απόβραδο
κι όλος ο κόσμος μες στον ίσκιο του τραβάει ανάλαφρος μπροστά του
νιώθει πίσω απ’ τη ράχη του το απέραντο καλοκαιριάτικο φεγγάρι δίχως να το βλέπει
έτσι το νιώσαν πριν σε δουν οι σύντροφοι
πως ήσουν συ που στεκόσουν στην πόρτα απ’ όξω
με το χοντρό στρατιωτικό σου αμπέχωνο με τις μεγάλες τσέπες σου
ολόγιομες απ’ την καρδιά μας.
Και βούιξαν μες στους δρόμους της Αθήνας μας τα παραρτήματα του Ριζοσπάστη
οι τυπογράφοι ανέβηκαν να χουφτώσουν το χέρι σου με δάκτυλα μουντζουρωμένα
ο μπάρμπα – Σιάντος σάρωσε με το μουστάκι του την τελευταία σκιά απ’ το κούτελο σου
οι συντάκτες βουτήξανε την πέννα τους μες στην ψυχή τους
άνοιξαν οι καρδιές και τα πορτοπαράθυρα στις συνοικίες
ένα δάσος γροθιές τραντάχτηκε συθέμελα
στο δρόμο αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν τα μέλη του Κόμματος
οι προλετάριοι τινάζαν τα όνειρα τους στον αγέρα σαν σημαίες με σφυροδρέπανα
κ’ οι γριούλες με δυο αχτίνες βάγια στέκονταν μπροστά στης Δραπετσώνας το περβάζι.
Και γιόρτασε το φως σου ακέριος τούτος δω ο λαός.
Πού ‘παιζε τη ζωή του ολημερίς κορώνα-γράμματα για το χατήρι της πεντάμορφης της Λευτεριάς
πού ‘παιζε με το Χάρο καρπαζιές τέσσερους χρόνους μπρος στα μάτια του ήλιου
ετούτος δω ο λαός που δούλεψε την ψυχή του σαν το σίδερο μες στη φωτιά
όπως εδούλεψε ο κουτσός θεός έναν καιρό του αδάμαστου Αχιλλέα την ασπίδα.
Απόψε γιόρτασε το φως σου η Ρωμιοσύνη
το δείλι φόρεσε την κόκκινη γραβάτα του
η Ακρόπολη φόρεσε το κόκκινο φουστάνι της
ο γήλιος έβγαλε την τραγιάσκα του και σκούπισε τον ίδρωτά του
και μια μικρή συντρόφισσα σκαρφάλωσε στα κεραμίδια της χαράς μας
κ’ έβαλε την εικόνα σου στην πιο αψηλή καμινάδα της ελπίδας.
Αργά τη νύχτα
σαν κατακάθησε η βουή των δρόμων
ακούσαμε το βήμα σου με τις χοντρές αρβύλες
απάνου σ’ όλα τα λιθάρια απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλη την Ελλάδα μας
διαβάσαμε για χιλιοστή φορά το γράμμα σου μες στην καρδιά μας
κ’ ενώ γλιστρούσε ο γαλαξίας απ’ τα παράθυρα
μες στα κελιά των φυλακών σκυμμένοι οι δημοκράτες
σου γράφαν με ανοιχτά κι αδέξια γράμματα
πάνου σ’ ένα χοντρό λαδωμένο στρατσόχαρτο:

«Αρχηγέ μας
καλώς μας ήρθες απ’ τα πέρατα του πόνου και της δόξας
στη ματωμένη μας πατρίδα καλώς ήρθες.
Απ’ δω μέσα σύντροφε σου σφίγγουμε το χέρι
κι από δω μέσα σύντροφε σου δίνουμε τον όρκο μας
να πολεμάμε για το φως και για το δίκιο
καθώς πολέμησες και συ λεύτερος πίσω απ’ τα κάγκελα καθώς μας έμαθες εσύ να πολεμάμε
με το σπαθί της λευτεριάς ακονισμένο στην καρδιά σου
ακονισμένο στην καρδιά σου πούναι και καρδιά μας»
……………………………………………………………………….
Τόσα χρόνια σ’ ακολούθαγε η ψυχή μας
όπως ακολουθάει ο ίσκιος τον άνθρωπο που τραβάει κατά τον ήλιο
όπως και συ ακολούθαγες τον πιο βαθύ ρυθμό της γης και του ήλιου.
Τόσα χρόνια μοιραστήκαμε το καρβέλι του πόνου σου
απάνου στο γυμνό τραπέζι της εξορίας όπου έφεγγε του λόγου σου ο λύχνος
μοιραστήκαμε το κελί σου της Κέρκυρας
όταν πρόσμενε η Ελλάδα μαζί με τη μάννα σου πιασμένες απ’ το χέρι μπρος στα κάγκελα
να σ αφήσουν κρυφά μες στη φούχτα σου ένα μικρό χαρτάκι με λίγο χώμα καλοκαιριάτικο
με λίγη δροσιά απ’ τα μάτια τους με δυο πράσινα φύλλα απ’ της αυγής το δυόσμο
με δυο φρέσκα αστέρια μόλις κομμένα απ’ το κλωνάρι της αγάπης μας.
Μοιραστήκαμε το στενό κρεβάτι της αγρύπνιας
το λίγο αγέρα του Τμήματος Μεταγωγών
γυμνάζοντας τα πνεμόνια μας για τη μεγάλη ανάσα της οικουμένης
δοκιμάζοντας τα σπλάχνα στη λαχτάρα της μεγάλης απόφασης
σαν τα φτερύγια των δελφινιών πίσω από το πολεμικό καράβι.
Μαζί σου ξεφυλλίσαμε ξανά το «Δωδεκάλογο του Γύφτου»
μαζί σου περπατήσαμε ξανά τον κόσμο όλο
και ξεφυλλίσαμε σελίδα τη σελίδα όλο τον ουρανό τη γη τη θάλασσα
ξεφυλλίσαμε το ποτάμι της Αλαμάνας και τα χάλκινα βουνά της Μακεδονίας
σαν ένα θαυμαστό βιβλίο με του ήλιου τ’ απομνημονεύματα
που τόγραψε ένας άγγελος ρωμιός με το τριπλό καλέμι
του Αισχύλου του Φεραίου του Μακρυγιάννη.
Πάνου στα βράχια των ξερόνησων που έσπαγε ο πυρετός της θάλασσας
κ’ οι γλάροι ανεμοδέρναν τα τεφτέρια τους πάνου από τη νερένια μοναξιά της
σαλπίζοντας την τόλμη τους μέσα στην πράσινη αστραπή της θύελλας
κάτου στα υπόγεια των φυλακών πάνου στους μουχλιασμένους τοίχους
μες στα μπουντρούμια και στα ογρά απομονωτήρια
ενώ από πάνου με χοντρά καρφιά κάρφωναν τη σιωπή τα βήματα του δεσμοφύλακα
πάνου στα βράχια και τις πόρτες και τους τοίχους
σκάλισαν οι φυλακισμένοι μας σύντροφοι με τα νύχια τους
φαρδύ-πλατύ το κόκκινο όνομα σου μες στο κάδρο ενός μεγάλου σφυροδρέπανου
σάμπως τρικάταρτο καράβι λευτεριάς μέσα σε υδραϊίκο λιμάνι
δίπλα σε μια λαϊκή καρδιά που την τρυπάει το τόξο
δίπλα στο «αχ-βαχ» της πέρφανης και πικραμένης Ρωμιοσύνης
πάνου από τις υπογραφές των μελλοθάνατων
σα μια σφραγίδα φως απάνου στο σταχτί κατεβατό του νέου μαρτυραλόγιου
Όταν τις νύχτες το φεγγάρι περπάταγε σαν τη γάτα στα κεραμίδια τη λύπη μας
είτανε το δικό σου χέρι που άναβε μονομιάς το φως κ’ έβαζε το ρολόι μας στη σωστή του ώρα
όταν το φεγγάρι αγκιστρωνότανε στα γένια των ανταρτών μας
είτανε το δικό σου μάτι που αγρυπνούσε πάνου από την τριγωνική εγκοπή
είτανε το δικό σου δάχτυλο σφηνωμένο στην σκανδάλη του δίκιου
όταν τις νύχτες οι μητέρες μετρούσαν τα παιδιά τους και βρίσκαν πως τους λείπει το ένα
είτανε συ που τους έλειπες μακριά-μακριά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
όταν τ’ αγόρια μας καθάριζαν τα ντουφέκια τους στα προαύλια της δόξας
είτανε συ που δεν έλειπες κοντά-κοντά μαζί τους στην ψυχή και στον αγώνα.
Αστέρι-αστέρι οι Ελασίτες μας γράψαν στον ουρανό τα λόγια σου
αστέρι-αστέρι γράψανε το λόγια σου στην πράξη
αστέρι-αστέρι φούντωσε η άνοιξη της Αντίστασης
μέσα στην πράξη και στο λόγο σου που διάλεξες απ’ το μεδούλι του λαού μας
Κι ως τόπες σύντροφε έτσι κ’ έγινε –
ο κάθε βράχος κάθε ρεματιά κάθε χωριό ταμπούρι
καλύβα με καλύβα η κάθε πόλη με το σπίτι
ο κάθε δρόμος με το δρόμο η κάθε πέτρα με την άλλη πέτρα
χέρι με χέρι και καρδιά με την καρδιά
ορθά μπαϊράκια λευτεριάς του αγώνα καραούλια.
……………………………………………………………………….
Τώρα μας ήρθες σύντροφε όπως φτάνει ο ήλιος απ’ την πόρτα της νύχτας
να φυτέψεις στο χώμα και στα στήθια μας τους σπόρους των άστρων που σύναξες
απ’ όλες τις νύχτες να περπατήσεις τους μπαρουτοκαπνισμένους δρόμους της Αθήνας
που ακόμα εχτές τους δρασκελούσε η Λευτεριά
λάμποντας το ντουνιά ως την άκρη με την «τρομερή κόψη» της σπάθας της.
Τώρα μας ήρθες σύντροφε μ’ ένα χοντρό στρατιωτικό χιτώνιο
απλός φαντάρος της παγκόσμιας λευτεριάς
δίχως παράτες και γαλόνια και παράσημα
μόνο με κείνο το χαμόγελο που κρέμασε με τα ίδια της τα χέρια η Λευτεριά στα χείλη σου
μόνο με το χαμόγελο σου το βαθύ στα χείλη της βαθειάς πληγής μας
μόνο με τη μεγάλη σου καρδιά γιομάτη απ την καρδιά μας
και πάνου στο σεμνό σου στήθος μοναχό παράσημο
δεμένο απόνα γαλανόλευκο λουρίδι
το κόκκινο χαμόγελο όλου του λαού μας
ο κόκκινος όρκος του.
Ήρθες.
Και κάπου εκεί στην Κοκκινιά σ’ ένα καλύβι ασβεστωμένο
που η μάντρα του δέκα βολές γαζώθηκε απ’ το ντουφεκίδι
που η πόρτα του δέκα βολές βάφτηκε μ’ αίμα απ την κορυφή ως τα νύχια
και κάπου εκεί σ’ ένα καμένο σπίτι στα Καλάβρυτα που απόμειναν στους μαύρους τοίχους του όλο-όλο τρία γράμματα
αυτά μονάχα-. Κ.Κ.Ε.
σαν το μονόγραμμα της λεβεντιάς σαν τρία κόκκινα άστρα
τρεις παπαρούνες της δικιάς μας άνοιξης
και κάπου εκεί σ’ ένα καλύβι σιωπηλό της αντρειωμένης Ρούμελης
σ’ ένα καλύβι του Μωριά σ’ άλλο της Ήπειρος
ένας λεβέντης λέει: «νιώθω τα μπράτσα μου πιο δυνατά»
ένα κορίτσι λέει: «νιώθω το γαίμα μου πιο κόκκινο»
ένα παιδάκι λέει: «νιώθω δυο σπιθαμές ψηλότερος»
μια χήρα μάννα μες στα μαύρα σκύβει πάνου απ’ τα ορφανά της
και λέει σφουγγίζοντας τα μάτια της: «ήρθε ο πατέρας σας παιδιά μου»
κι η Λευτεριά σου λέει: «καλώς το παιδί μου»
κ’ εγώ σου στέλνω τούτο το τραγούδι απ’ την ψυχή ολονώνε μας
για να σου πει το «καλωσόρισες» αδέλφι της ψυχής μας.

Αθήνα. Μάης 1945, Γιάννης Ρίτσος

Πηγή: http://anasintaxi.awardspace.com/156.htm

(Να επισκεφτείτε τη σελίδα, έχει κι άλλα ορέα ποιήματα για τον Ζαχαριάδη)

Μπόνους: πως βρέθηκε το χαμένο ποίημα (το αποπάνω, ντε!) + μια ανάλυσή του.

http://faidonalkinoos.blogspot.gr/2011/03/1945.html

*

Στη φωτογραφία, ο Στάλιν νέος. Όταν ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί αυτά που επιφύλασσε το μέλλον.

Advertisements