http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4789649

Τι πρέπει να ξέρουμε και τι χρειάζεται να αλλάξουμε ώστε, κάποια στιγμή, να «γιατρευτεί» ο διάχυτος φανατισμός

Περιμένοντας τον Μεσσία

Του Παύλου Τσίμα                         ehume_polemo

«Είναι μόλις 20 ετών!». Τον παράξενο τίτλο στα «ΝΕΑ» της περασμένης Δευτέρας τον δικαιολογούσε η φωτογραφία που τον συνόδευε. Ενός από τους συλληφθέντες για τη ληστεία στην Κοζάνη. Είχαν μια τόσο έντονη παιδικότητα τα χαρακτηριστικά του προσώπου κι ήταν τόσο παράταιρα με το υπόλοιπο σκηνικό – το αλεξίσφαιρο, τις χειροπέδες και, προπάντων, τις εκχυμώσεις κάτω από το μάτι, δίπλα στο αυτί – ώστε ο τίτλος  να ταυτίζεται με την πρώτη αντίδραση κάθε αναγνώστη.

Δεν είναι θέμα ηλικίας, βέβαια. Ολοι το ξέρουμε πως, ίσα-ίσα, αυτή είναι η ηλικία της φωτιάς. Κι ο Γαβρίλο Πρίντσιπ δεν είχε κλείσει καν τα 20 όταν πυροβολούσε τον Φερδινάνδο – γι’ αυτό και δεν καταδικάστηκε σε θάνατο από το δικαστήριο. Θεωρήθηκε ανήλικος.

Αλλά είμαστε πολύ μακριά από το Σαράγεβο του 1914. Εδώ, η ηλικία των δραστών άνοιξε άλλες συζητήσεις, γύρω από διαφορετικά ερωτήματα. Τι να είναι αυτό που σπρώχνει την τάξη του 2008 σε τόσο άγριες, αιματηρές τελετές ενηλικίωσης; αναρωτήθηκαν πολλοί, ψάχνοντας στα αποκαΐδια της σχολάζουσας κληρονομιάς εκείνου του φλογισμένου Δεκέμβρη που έμεινε ορφανός, χωρίς καμιά πνευματική ή πολιτική δύναμη να καταφέρει να συνομιλήσει μαζί του. Τι να είναι αυτό – αναρωτήθηκαν πολλοί – που κάνει τόσους εκπροσώπους μιας χαϊδεμένης γενιάς να φέρονται ως κανίβαλοι, ανταποδίδοντας τα ίσα σε μια γενιά που της φέρθηκε ως βαμπίρ;

Η συζήτηση έμεινε μισή, όπως όλες οι συζητήσεις. Μα την άλλη ημέρα, την Τρίτη, πάλι στην πρώτη σελίδα των «ΝΕΩΝ», ο καθηγητής Μουτσόπουλος έσπρωξε αλλού την προσοχή των συνδαιτυμόνων του δημόσιου λόγου. Δεν αρκεί να καταδικάζουμε, υποστήριξε δικαίως. Πρέπει να πασχίσουμε να καταλάβουμε, αν όχι τις αιτίες που γεννούν την τρομοκρατία, τουλάχιστον το περιβάλλον που την καθιστά εφικτή. Και αυτό το περιβάλλον το ονόμασε «υπόκωφη βία». Που προκύπτει από μια ενδημική και ξεδιάντροπη επιβολή του ισχυρού στον αδύνατο και του ατομικού στο συλλογικό.

Αναρωτιέμαι: Είναι η «υπόκωφη βία»; Ή είναι μήπως μια διάχυτη «κοινοτοπία του κακού», που υφαίνεται πυκνά τα τελευταία χρόνια γύρω μας, διαποτίζει τα πάντα, κάνει το αδιανόητο να μοιάζει φυσιολογική κοινωνική συμπεριφορά και κάνει κανονικούς ανθρώπους ικανούς να διαπράττουν το τερατώδες, σε απλές, μικρές, καθημερινές δόσεις ή σε μεγάλες εκρήξεις – σαν μια βόμβα στο Mall ή σαν το μαχαίρωμα ενός Πακιστανού μια νύχτα στην ερημιά;

 

«Το κακό δεν είναι ποτέ ριζοσπαστικό, είναι απλώς ακραίο. Δεν έχει βάθος ούτε δαιμονικές διαστάσεις». Στη Χάνα Αρεντ ανήκουν αυτές οι φράσεις – όταν πρώτη περιέγραψε μια άλλου τύπου «κοινοτοπία του κακού». Οταν παρακολουθούσε τη δίκη ενός Ναζί που είχε διαπράξει φρικτά εγκλήματα πολέμου και έκπληκτη διαπίστωνε πως δεν ήταν τέρας, μα ένα μετριότατο ανθρωπάκι. Είναι οι φράσεις που μου είχε θυμίσει η παρέλαση των μοιραίων της 17Ν. Η φωτογραφία του αγοριού μού θύμισε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Πάνθηρας στο υπόγειο», όπου ο Αμος Οζ μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στην Ιερουσαλήμ, για τη δική του ιντιφάντα, όταν πετούσε πέτρες στους βρετανούς στρατιώτες, για τον φανατισμό του και για το πώς έπαψε να είναι φανατικός.

Επιστρέφω, λοιπόν, στο άρθρο του καθηγητή Μουτσόπουλου. Πρέπει πράγματι να καταλάβουμε ποια μηχανή παράγει τόσο μεγάλες ποσότητες φανατισμού στην Ελλάδα σήμερα. Ο φανατισμός είναι αρχαία αρρώστια. Αλλά πώς βρεθήκαμε κυκλωμένοι από τόσους βίαιους φανατικούς, στα μίντια, στα επιτελεία των κομμάτων, στις «γιάφκες» των βορείων προαστίων ή στα «αίμα, τιμή» μποντιμπιλντεράδικα της δυτικής όχθης;

«Πώς γιατρεύεις έναν φανατικό;», αναρωτιόταν ο Οζ. Και απαντούσε με μια ιστορία της γιαγιάς του.

«Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Μεσσίας εμφανίστηκε κάποτε επί της γης και μια μέρα θα επιστρέψει. Οι Εβραίοι πιστεύουν ότι ο Μεσσίας δεν ήρθε ακόμη. Και γι’ αυτή τη διαφωνία αιώνες τώρα μισούνται και σφάζονται. Αλλά γιατί δεν περιμένουν να δουν; Αν ο Μεσσίας έρθει και πει «γεια σας, χαίρομαι που σας ξαναβλέπω», οι Χριστιανοί θα πανηγυρίσουν πως είχαν δίκιο. Αν έρθει και πει «τι κάνετε, χαίρω για την γνωριμία», θα ζητήσουν συγγνώμη για το λάθος τους από τους Εβραίους. Ως τότε, παιδί μου, ζήσε και άσε τους άλλους να ζουν».

Θα ήθελα να μπορούσα να επαναλάβω την ιστορία στο αυτί του παιδιού με το Καλάσνικοφ και τις εκχυμώσεις.