portolanmap

Γράφει ο παπούλης

«Εξαίρετοι καλυβιστές  , έχω τη τιμή να σας παρουσιάσω εδώ το πρώτο
μέρος  ενός αφηγήματος επιπέδου σαπουνόπερας , τύπου εκδόσεων Ψυχογιός
,  σε νέα και αναθεωρημένη μορφή . Ένα μικρότερο μέρος  είχε
δημοσιευτεί προ έτους στο ταπεινό μου τσαρδί , όπου και έλαβε τη
κατάλληλη αντιμετώπιση : σάπιες ντομάτες .  Ορισμένοι παλαιότεροι  εδώ
στη καλύβα  θα μπορούν να αντιληφθούν αρκετά ηλίθια υπονοούμενα  και
ίσως μερικές εβαίσθητες ψυχές  δακρύσουν 😉  Οποιεσδήποτε αναφορές
ιστορικού περιεχομένου περιέχουν εκ προοιμίου αρκετές ανακρίβειες και
χρονικές μεταφορές – χάσματα . Ένας λόγος λοιπόν παραπάνω για να
δείξετε την απαιτούμενη επιείκεια . Να ευχαριστήσω από βάθους καρδίας
το καλυβάρχη γι αυτή τη φιλοξενία και να σας ευχηθώ καλό κουράγιο 🙂

Με το μάτι  καρφωμένο στο κούλε που δέσποζε στο λιμάνι της Τύνιδας  από τη γέφυρα της φρεγάτας του Yildirim , ο μαυριδερός και αεικίνητος  καπιτάν Χουσεΐν Παsha Ισιντόρογλου χάιδευε με το αριστερό του χέρι  το μυτερό του μούσι . Στο δεξί χέρι κρατούσε το κανοκυάλι που είχε πάρει λάφυρο από τα χέρια ενός Γάλλου πλοιάρχου , που είχε σκοτώσει ο ίδιος με τη σπάθα του πριν από πολλά χρόνια σε ένα ρεσάλτο.

Ζύγιζε  με προσοχή το καιρό . Γύρναγε πότε σε γραίγο και πότε σε γραιγολεβάντε  που είναι οι πιό δύσκολοι καιροί σαν θέλει κανείς να μπεί στο λιμάνι της Τύνιδας. Με όλους τους άλλους καιρούς ,  αν φτάσεις μέχρι τη μπούκα του κόλπου και καβατζάρεις , τα υπόλοιπα είναι παιχνίδι για αρχάριους. Με το γραίγο και ακόμα περισσότερο με το γραιγολεβάντε όμως  μπορείς να καβατζάρεις , αλλά ο καιρός μετά σε σπρώχνει  αλύπητα προς τη ξέρα   και προς τα βράχια του Χερρεντίν .  Έτσι ο καπιτάν Ισιντόρογλου  καθόνταν σε αναμμένα κάρβουνα. Ήταν η πρώτη φορά που είχε σαλπάρει με το Yildirim για κούρσος , μια φρεγάτα ναυπηγημένη στο Αλγέρι και αρματωμένη με τετράγωνα πανιά από Ολλανδούς τυχοδιώκτες , που πούλαγαν τη γνώση και την εμπειρία τους σε καθένα που είχε τα μέσα και την εξουσία για να επωφεληθεί.  Και ο Ισιντόρογλου διέθετε πιά και μέσα και πλούτο και επιρροή και εξουσία.

Αυτό που ακόμα δεν διέθετε ήταν η κατάλληλη εμπειρία με αυτά τα ταχύτατα πλεούμενα , τα σεϊτάν καΐκ , και  την ιδιότυπη δυτικόφερτη ιστιοστοιχία τους. Ευτυχώς είχε προνοήσει να πάρει πάλι μαζί του στο ταξίδι ναύκληρο το μονόφθαλμο  Jack Ward , ένα εγγλέζο λιποτάκτη του Βασιλικού Ναυτικού και παλιό μπουκανιέρο , ένα σκυλί μαύρο  της θάλασσας … καρά κιοπέκ, με κομμένο το ένα αυτί  …  που γνώριζε καλά το χειρισμό ενός τέτοιου ιδιότροπου μπάρκου. Τον παρατηρούσε με προσοχή σε όλη τη διάρκεια της πειρατικής εκστρατείας , κοντά τέσσερα φεγγάρια ,  και μάθαινε συνεχώς… ρώταγε … απορούσε ….. ξαναρώταγε …. Η ακόρεστα περίεργη για κάθε τι νέο φύση του , αλλά και η αποδεδειγμένη υπεροχή αυτού του τύπου ιστιοφόρου , τον έσπρωχναν να προσπαθεί συνεχώς να κατακτήσει  όλο και περισσότερη γνώση για το χειρισμό και τις ιδιαιτερότητες μιας φρεγάτας . Βρισκόμαστε στην αρχή του 17ου αιώνα , τότε ακριβώς  που οι πειρατές της Βόρειας Αφρικής άρχισαν να χρησιμοποιούν το νέο τύπο πλεούμενου , εγκαταλείπωντας πλέον τις  κωπήλατες γαλέρες και τα γαλλιόνια με τα τριγωνικά πανιά. Τα νέου σχήματος ιστία , εφεύρεση των Ολλανδών θαλασσοπόρων , προσέδιδαν μεγάλη ταχύτητα και ευελιξία , αλλά απαιτούσαν  τεχνολογία και τεχνογνωσία που μεταφέρθηκε από Άγγλους και Ολλανδούς εξωμότες  στους Αλγερίνους πειρατές ,  τη περίοδο που οι Κάτω Χώρες αγωνιζόντουσαν για την ανεξαρτησία τους απέναντι στον Αψβούργο Ισπανό Βασιλιά.

Το σλέπι του λιμάν πασά  – του λιμενάρχη – πλησίασε τη φρεγάτα από σοφράνο και ο Ισιντόρογλου Παsha έδωσε εντολή να ανεβάσουν στον ιστό τη παντιέρα του θριάμβου. Πράσινη στο χρώμα του Προφήτη με τρία λευκά γιαταγάνια να κυματίζει.. Ανέβηκε στη γέφυρα και ο Jack , ο άπιστος σκύλος , για να δώσει τις τελευταίες οδηγίες στο πλήρωμα και το τιμόνι.

Όλα πήγαν καλά και σε λίγο το Yildirim   πέρναγε κάτω από το κούλε που τους χαιρέτισε με πέντε κανονιές.  Ήταν μεγάλος ο θρίαμβος του Χουσεΐν Ισιντόρογλου  . Πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο στην αποβάθρα και ανέμιζε σημαίες του Ισλάμ . Αυτή τη φορά δεν τους ενδιέφερε τόσο  να δουν τους σκλάβους  , ούτε τα πλούτη που κουβάλαγε στο αμπάρι. Είχε φτάσει πιό πριν η είδηση ότι ο ευσεβής Παshας Ισιντόρογλου , έφερνε το πολυπόθητο λάφυρο , το ιερό λείψανο που επί αιώνες  άλλαζε χέρια πιστών και απίστων , που το βάραινε μακρά ιστορία και παράδοση από την εποχή των σταυροφοριών , που ήταν συνδεδεμένο με θαύματα  απίστευτα , δόξα απαράμιλλη και περιπέτειες ανείπωτες. Η δόξα της Ανατολής επέστρεφε επιτέλους στα χέρια των πιστών του Ισλάμ μετά από 400 χρόνια.

Και αυτός ήταν ο τροπαιούχος και ο νικητής , αυτός ο ασήμαντος , ο ελάχιστος δούλος του  Θεού  που σαράντα τόσα χρόνια πριν , στα δώδεκα του , τον είχε πάρει σκλάβο ο μέγας  μπεηλέρμπεης Χαϊρεντίν από το χωριουδάκι του στο Γκότζο…..

Όσο ακόμα διαρκούσαν οι χειρισμοί για να δέσει το Yildirim στη προκυμαία  και ενώ το συγκεντρωμένο πλήθος παραληρούσε και επευφημούσε μέσα σε έκσταση , ο Χουσεΐν  ακουμπισμένος στο παραπέτο της γέφυρας απολάμβανε σιωπηλός το θρίαμβο και την αποθέωση. Αναπολούσε μέσα του  τη πορεία που από το μικρό  και ασήμαντο ψαροχώρι στο Γκότζο μέχρι αυτή τη στιγμή του υπέρτατου ζενίθ . Γιατί γνώριζε καλά ότι η τωρινή του πειρατική λεία  θα τον οδηγούσε σε ακόμα υψηλότερα αξιώματα , ίσως και στο ανώτατο του μπέη της Τύνιδας.

Στην αντικρυνή προκυμαία βρισκόταν αραγμένο  το μεγάλο γαλλιόνι του  μπεηλέρμπεη του Αλγεριού  , του τοποτηρητή των συμφερόντων της Υψηλής Πύλης σε όλο το Μαχρέμπ ,  από Τρίπολη μέχρι τον Ατλαντικό .  Και το μπεηλίκι της Τύνιδας  , υποτελές στο Αλγέρι , χήρευε εδώ και μερικούς μήνες. Ο μέγας  μπεηλέρμπεης Χασάν είχε έρθει εδώ πριν ένα φεγγάρι για να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής και ο Χουσεΐν Ισιντόρογλου δεν θα άφηνε μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη .

Στη διαπάλη για τη τοπική εξουσία μέσα και γύρω από το σαράι  εμπλέκονταν πολλοί παράγοντες : οι ουλεμάδες , οι τοπικοί αριστοκράτες και οικονομικοί παράγοντες ,  οι διάφοροι πασάδες και καπεταναίοι , οι ευνούχοι και τα μέλη της γραφειοκρατίας . Αλλά ενδιαφέρον υπήρχε έκδηλο και στο Αλγέρι  και στη Πόλη. Ο Καπουδάν Πασάς , προωθούσε ήδη το δικό του υποψήφιο. Ο ευνούχος Ρασίντ το προστατευόμενο του Τζαφάρ …Ο Χουσεΐν ,  αναμφισβήτητα ο πιό άξιος για τη θέση , δεν διέθετε  όμως τα κατάλληλα πλεονεκτήματα και διασυνδέσεις : άνθρωπος της θάλασσας και της δράσης δεν είχε αρκετές και αξιόπιστες επαφές στον εσωτερικό εκείνο κύκλο διαπλεκομένων  , γραφειοκρατών  , θρησκευτικών και οικονομικών παραγόντων που τελικά θα επηρέαζαν αποφασιστικά για τη διαδοχή . Ήταν επίσης  από ταπεινή και αλλόπιστη καταγωγή , είχε πολλές επαφές με  χριστιανούς σατανάδες , πνεύμα ατίθασο , βίο άμεμπτο χωρίς εμπλοκές σε δολιχοδρομίες ,  ραδιουργίες και σκάνδαλα. Μοναδικό του πλεονέκτημα το μπαρουτοκαπνισμένο και θαλασσοδαρμένο ιστορικό του ,  ο εκούσιος ασπασμός του Ισλάμ και το γεγονός που τον προώθησε μέχρις εδώ : η σωτηρία της ζωής του μεγάλου Μπεηλέρμπεη Χαϊρεντίν πριν από εικοσιπέντε χρόνια περίπου σε μια ναυμαχία ανοιχτά της Σικελίας.

Αλλά τώρα έφτανε  η στιγμή όπου , κατά πως το είχε σχεδιάσει , όλα αυτά  δεν θα είχαν πλέον σημασία. Γιατί ο θρίαμβος του ο σημερινός , το πολύτιμο τρόπαιο που θα παρουσίαζε αργότερα στο Σαράι , του έδιναν  την ευκαιρία να παραμερίσει κάθε άλλο διεκδικητή , να  εξαφανίσει κάθε  απειλή και ραδιουργία και ελέω παραληρούντος λαού να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο.

Ξαφνικά φάνηκε το πλήθος να κόβεται στη μέση , σχεδόν με το μαχαίρι. Μια ίλη σιπαχήδων έφτασε στη προκυμαία  με τις λόγχες υψωμένες σχηματίζοντας ένα διάδρομο. Θα συνόδευε το Χουσεΐν και το τρόπαιο του ψηλά μέχρι το λόφο  όπου δέσποζε το Σαράι. Με τα άτια τους όρθωναν ένα περήφανο και απροσπέλαστο τείχος και πίσω από αυτό το πλήθος συνέχιζε να παραληρεί , να καλεί τον Αλλάχ , να  φωνάζει ευχές και προσευχές , κατάρες στους άπιστους  που τόσα χρόνια κρατούσαν στα βδελυρά τους χέρια το ιερό λείψανο.

Ξεμπάρκαρε μέσα σε ουρανομήκεις ιαχές και προπορεύτηκε ελάχιστα μέχρι οι έξη σκλάβοι να κατεβάσουν το χρυσοποίκιλτο κουβούκλιο  που μέσα του έκλεινε  το μέγα τρόπαιο. Ευθύς  το πλήθος των πιστών γονάτισε αναπέμπωντας ευχαριστίες στον Αλλάχ και το Προφήτη που έκαναν  και πάλι το θαύμα τους και στη συνέχεια η πομπή του θριάμβου ξεκίνησε  περιτριγυρισμένη από τους ιππείς και ακολουθούμενη από το μέγα πλήθος  με το μέγα πάθος  το μακρύ  και ανηφορικό δρόμο για το Σαράι.  Πίσω στο πλοίο απέμεινε το πλήρωμα να ξεφορτώνει σκλάβους και χρυσάφια , τόπια μετάξι και ασημικά και ό,τι άλλο είχε αποφέρει σαν κούρσος η εκστρατεία. Συνήθως το αγοραίο ενδιαφέρον για τη λεία κάθε εκστρατείας του Ισιντόρογλου ήταν έντονο , αλλά όχι σήμερα. Το σκλαβοπάζαρο και η αγορά τούτη τη ξεχωριστή μέρα θα έμεναν άδεια.

Καθώς ανέβαιναν αργά προς το λόφο ο Χουσεΐν διατηρούσε  ένα αργό και σχεδόν θεατρικό βηματισμό και σχηματίστηκε έτσι μια πομπή , κάτι μεταξύ παράτας και λιτανείας. Ο ίδιος έμενε σοβαρός και αμίλητος ,  με τη στιβαρή κορμοστασιά του μετρούσε τα βήματα , με τα μάτια στυλωμένα στο σαράι  αγνοούσε φωνές , ιαχές και επικλήσεις του πλήθους . Πίσω του ο αράπης Μεχμέτ , ο μπαϊρακτάρης του ,  κυμάτιζε το πράσινο σύμβολο με τα τρία γιαταγάνια , τη προσωπική του επισείουσα  που την έτρεμαν οι άπιστοι σε όλη τη Μεσόγειο και παραπίσω οι σκλάβοι με το ιερό κουβούκλιο ίδρωναν στον ανήφορο. Σε όλη τη διάρκεια της πορείας αναπολούσε το πολυτάραχο βίο του :

Από οικογένεια Μυτιληνιών με παράδοση στο εμπόριο και τη ναυτιλία που εξορίστηκε όταν οι Γενοβέζοι πήραν το νησί… και αφού περιπλανήθηκαν κατέληξαν πάμπτωχοι υπό τη προστασία των Ιπποτών στη Μάλτα το δέκατο πέμπτο αιώνα… Εκεί εγκαταστάθηκαν τελικά στο  Γκότζο και ασχολήθηκαν με την αλιεία και το μικρεμπόριο , γενιές τέσσερεις μέχρι και το πατέρα του τον Ισίδωρο .

….Από μάνα μαλτέζα την Ιρέν , ξεπεσμένη αρχόντισσα που αγάπησε παράφορα το αετίσιο βλέμμα και τη καλοχτισμένη κορμοστασιά του Ισίδωρου. Ένα μικρό σκάνδαλο ξέσπασε όταν το ζευγάρι κλέφτηκε και η Ειρήνη  εγκαταστάθηκε στο Γκότζο . Ο γάμος τους δεν έμελλε να ευλογηθεί από καμμία εκκλησία. ….Η φαμίλια του Ισίδωρου τηρούσε ως ένα βαθμό τα ήθη και τα έθιμα της ορθοδοξίας , δακτυλοδεικτούμενη και περιφρονημένη στο μικρό νησί , αλλά τα έβγαζε πέρα με τη σκληρή δουλειά και την εξυπνάδα και όπου χρειαζόταν με τη φυσική ρώμη που διέκρινε το σόι. Έτσι είχαν  κατακτήσει ένα ιδιότυπο σεβασμό και την αναγκαστική ανοχή των  κατοίκων. Στις δουλειές και τις δοσοληψίες τους ήσαν άψογοι και όποτε χρειάστηκε μπάρκαραν και πολέμησαν  γενναία τους αγαρηνούς με το στόλο του Μεγάλου Μάγιστρου. …. Και η Ιρέν , καθολική ,  ξεπεσμένη όπως είπαμε αριστοκράτισσα , από οικογένεια μεγάλη του νησιού , βρέθηκε εκούσια και αφιερωμένη στο χαμόσπιτο του Γκότζο να αναλάβει το νοικοκυριό και τη φροντίδα του Ισίδωρου και να του αραδιάσει επτά στη σειρά παιδιά.

Αγαπημένο ζευγάρι μέχρι τέλους αλλά άτυχο. Με την επιδημία της πανούκλας που θέρισε το σύμπλεγμα των δύο νησιών , λίγο πριν τα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα , ο μαύρος χάρος θέρισε με το δρεπάνι του τα έξη από τα παιδιά , δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια και απέμεινε μόνο το στερνοπούλι τους που σαν από θαύμα γλύτωσε , ίσως επειδή ήταν ακόμα βρέφος , και το ονόμασαν Αλέξανδρο με προτροπή της μάνας , γιατί τότε Πάπας ήταν ο Αλέξανδρος ο Ε’ .

Ο ίδιος ο Ισίδωρος τη γλύτωσε φτηνά από  τη πανούκλα. Δυό βδομάδες παιδευόταν με την Ιρέν στο προσκεφάλι του σκύλα και στο ρωγοβύζι το βρέφος , όλοι νομίζαν ότι θα παραδώσει , αλλά εκείνος συνήλθε  για να γίνει “μόρτης” . Ένας τίτλος σεβαστός από όλους που όμως  τον υποχρέωνε σε ένα  βαρύ καθήκον : έχωντας αποκτήσει ανοσία , σε κάθε εκδήλωση της επιδημίας αναλάμβανε να φροντίζει τους ετοιμοθάνατους , να καθαρίζει τα σπίτια από τους νεκρούς ,  να καίει τις σορούς  και τα ρούχα τους  και να απολυμαίνει με σπίρτο και φωτιά τα σπίτια που έπληξε η πανούκλα……

.. Πέρασαν τα χρόνια και το στερνοπούλι μεγάλωνε . Με μοναδική αφοσίωση η Ιρέν φρόντιζε το παιδί που της είχε απομείνει και ο πατέρας Ισίδωρος το μάθαινε από μικρό τη ναυτική τέχνη και τη πατρώα γλώσσα. Έτσι ο μικρός Αλέξανδρος μεγάλωσε και έδεσε το κορμί του. Η μαύρη χαίτη του ανέμιζε όταν ανέβαινε στο κατάρτι σαν  φλάμπουρο προμηνύωντας ίσως το μέλλον του.  Στα δώδεκα του μπορούσε άνετα να κυβερνήσει το οικογενειακό σκαρί , μιλούσε ρωμέικα , μαλτέζικα , αράπικα και ιταλικά , έπαιζε το μαχαίρι στα δάχτυλα και με το αετίσιο μάτι του ξεχώριζε εύκολα τα καράβια , τις σημαίες και την αξία των εμπορευμάτων.

Καθημερινά με το πατέρα του στο πλεούμενο  είχε μάθει καλά όλα τα νερά και τους καιρούς. Είχε φτάσει μέχρι τη Κορσική και μέχρι τη Σαρδηνία , είχε φέρει γύρο τη Σικελία , είχε αντικρύσει τις Τυρρηνικές ακτές και γνώριζε όλα τα μικρά νησιά , τα απάνεμα λιμάνια , τα σημάδια του καιρού. Γιατί ο Ισίδωρος το ψάρεμα το είχε  μόνο ως δεύτερη  και περιστασιακή ασχολία.  Το εμπόριο και το κοντραμπάντο ήταν το στοιχείο του και η πηγή των εσόδων του . Μη φανταστεί κανείς πλούτη και χρυσάφια : με τη ψυχή στο στόμα , με το κίνδυνο των πειρατών , κόντρα στη μανιασμένη θάλασσα , με το ένα μάτι στη πλάτη για τους φορατζήδες και τους πράκτορες του Μεγάλου Μάγιστρου έβγαινε ιδρωμένο το μεροκάματο.

Όταν ο μικρός έκλεισε τα δώδεκα του χρόνια ξεκινούσε μια νέα εκστρατεία της χριστιανοσύνης  . Ο Πάπας , οι δόγηδες , ο βασιλιάς της Νάπολης και  αυτός της Ισπανίας μαζί με τους ιππότες της Μάλτας  σκάρωσαν μια νέα συμμαχία με στόχο να ανακτήσουν τον έλεγχο της Δυτικής Μεσογείου από τους Οθωμανούς και τους πειρατές. Για την Ανατολική Μεσόγειο  , τον Αίμο , τη Μέση Ανατολή , τη Ρούμελη και το Μωριά ούτε λόγος . Μετά το τέλος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννη στη Ρόδο μόνο η Κρήτη απέμενε κυκλωμένη στα χέρια των Ενετών.

Ο πατέρας Ισίδωρος μπαρκάρησε στα 4 γαλλιόνια  που διέθεσε ο Μάγιστρος  στο ναύαρχο Αντρέα Ντόρια. Φεύγωντας ο μόρτης μίλησε για λίγο  με το γιό του , αγκάλιασε την Ιρέν την άτυπη συμβία του που είχε αναλυθεί σε λυγμούς…. Δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ …

Ο Χαϊρεντίν παγίδεψε το χριστιανικό στόλο έξω από τις ακτές της Ηπείρου. Τα πλοία των ιπποτών   χύμηξαν στη φωτιά , γιατί ήταν παροιμιώδες το θάρρος ,  η πίστη και η αφοσίωση μέχρι αυτοθυσίας των ιπποτών στο σταυρό. Από τους γενναίους ιππότες με επικεφαλής το Ζώρζ ντε Μολέ , τους σερτζέντους , τους στρατιώτες και τα πληρώματα δεν επέζησε κανείς….

Όσο ο Χουσεΐν αναπολούσε όλα αυτά τα γεγονότα της ζωής του ανάμεσα στο πλήθος που παραληρούσε  η πομπή πλησίαζε στο Σαράι. Ο αράπης Μεχμέτ ανέμιζε το πράσινο λάβαρο φωνάζοντας Αλλάχου άκμπαρ , οι σιπαχήδες κράδαιναν τις λόγχες τους που έλαμπαν στον απογευματινό ήλιο και οι έξη σκλάβοι αγκομαχούσαν στην ανηφόρα μεταφέρωντας το  βαρύ κουβούκλιο.

Είχαν φτάσει στη περιοχή με τις επαύλεις των  αρχόντων και των καπετανέων . Όμορφα κτίρια με χαγιάτια , εσωτερικούς κήπους και αίθρια , στολισμένα με επιγραφές για τη δόξα του Αλλάχ και αραβουργήματα και από τις δύο μεριές του δρόμου. Η πομπή σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του Ισιντόρογλου Παshά που δέσποζε σε μια μικρή πλατεία. Από την εμπασιά βγήκαν οι υπηρέτες και οι μπιστικοί του καπετάνιου ζητωκραυγάζωντας και αμέσως μετά ο δρόμος γέμισε φως.

Στα σκαλοπάτια εμφανίστηκε εκείνη. Με ένα αραχνοΰφαντο σάλι να σκεπάζει το πρόσωπο της κρατούσε μια χρυσή κούπα με νερό για να το προσφέρει στο  νικητή αλλά κουρασμένο  Χουσεΐν…  Ήταν η Λαίδη… !

Όπως εκείνη προχωρούσε  προς τη κεφαλή της πομπής το πλήθος , σιωπηλό τώρα , παραμέριζε  θαυμάζωντας  την αρχοντική κορμοστασιά , το αγέρωχο περπάτημα ,  το ξανθό θύσανο που ξεχώριζε λίγο μέσα από το σάλι. Όλοι τη γνώριζαν , όλοι τη ποθούσαν , οι περισσότεροι μέσα τους τη καταριόνταν. Εκείνη , μιά άπιστη που είχε  κατακτήσει τη καρδιά του μεγάλου πολεμιστή , που τον είχε μαγέψει με τα κάλλη και  τη λαλιά της  ,  όταν πριν από πολλά χρόνια τη πήρε σκλάβα από ένα  εγγλέζικο καράβι που πήγαινε στη Νάπολη .

Εκείνη η σκύλα που δεν απαρνήθηκε  και ακόμα επιμένει να κρατά τη θρησκεία της , που  τον ξελόγιασε το Χουσεΐν και από σκλάβα του  έγινε η αφέντρα  , η μπας χανούμ . Εκείνη όμως που κανείς δε μπορούσε να τη κατηγορήσει , να τη κακολογήσει  ανοιχτά γιατί το σπαθί του Παshά , το είχαν ξαναδεί στο παρελθόν ,  δεν θα είχε έλεος.

Η Λαίδη πλησίασε στα ακροδάχτυλα το Χουσεΐν που  την αγνάντευε σα μαγεμένος  όσο εκείνη ερχόταν ,  έσκυψε και τον προσκύνησε και μετά τον φίλησε στο μάγουλο ψιθυρίζοντας του το καλωσόρισμα :

” Ευχαριστώ το Θεό που σε έφερε πάλι κοντά μου και θριαμβευτή ” του είπε και του πρόσφερε με τα ατλαζένια χέρια της τη κούπα.

Ο Χουσεΐν ήπιε , σκούπισε το μυτερό του γένι , έσκυψε στο αυτί της και της είπε σιγανά αλλά επιτακτικά :

” Πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσουμε , να με συμβουλέψεις ,  τις επόμενες μέρες παίζεται στο τραπέζι το μπεηλίκι ή το κεφάλι μου .. θα έρθω αργότερα όταν γυρίσω από το Σαράι  στον οντά σου “

Γιατί το ήξερε καλά : η ευκαιρία ήταν μεγάλη , αλλά η απόφαση δεν θα παιρνόταν πάνω στο αποκορύφωμα του θριάμβου . Η θέση του ήταν πολύ ισχυρή πλέον , ο λαός ήταν μαζί του , αλλά οι εσωτερικές ισορροπίες καθώς και το θέλημα της Υψηλής Πύλης δεν είχαν ακόμα οριστικοποιηθεί . Και η συμβουλή της πολύπειρης και πανέξυπνης Λαίδης θα ήταν γι αυτόν βάλσαμο και καταφυγή , όπως και η θερμή αγκαλιά της….

Από μια πάροδο εμφανίστηκε διασχίζωντας το σιωπηλό πλήθος ο σεΐζαράπης του Παshά   κρατώντας από το χαλινάρι το γυαλιστερό κατάμαυρο φαρί του Ισιντόρογλου . Ένα περήφανο αράπικο άτι που του είχαν χαρίσει πριν λίγα χρόνια στη Τζέρμπα οι βεδουίνοι του Μεντενίν . Τον είχαν σαν θεό τους γιατί με τις ορμήνειες , τη βοήθεια και τα γιατροσόφια του  ο Παshάς τους είχε γλυτώσει από μια επιδημία πανούκλας που συχνά χτυπούσε εκείνα τα χρόνια. Εκείνος , ρίχνωντας μια τελευταία ματιά όλο νόημα στη μπας χανούμ , καβαλλίκεψε με ένα σάλτο  και πριν ξεκινήσει πάλι η πομπή , έριξε ακόμα μια ματιά , αυτή τη φορά σαρώνοντας με το γερακίσιο μάτι του  ένα γύρω . Γιατί πρέπει εδώ να ομολογήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της πομπής το δοξασμένο δούλο του Αλλάχ , το δόλιο  Χουσεΐν τον έζωναν και άλλου είδους ανησυχίες  , πέρα από το ζήτημα της διαδοχής στο μπεηλίκι ..

Ήξερε ότι πολλοί και ισχυροί παράγοντες ζήλευαν το κατόρθωμα του , να  ανακτήσει για λογαριασμό του Σουλτάνου και όλου του Ισλάμ το ιερό αυτό κειμήλιο . Το κειμήλιο που είχε χαθεί από την εποχή της τρίτης σταυροφορίας και επί 400 χρόνια το μόλυναν με τα βρώμικα χέρια τους οι άπιστοι. Το ιερό λείψανο που συμβόλιζε  την υπεροχή  της μίας και μοναδικής πίστης στα μάτια  των φωτισμένων αρχόντων , του πιό προοδευτικού μέρους του κλήρου αλλά και  του λαού . Το σύμβολο  που έδινε ουσία και υπόσταση στο πολιτισμό , τις επιστήμες  και  τις τέχνες. Το άγιο κειμήλιο που  αναζητούσαν και κανοναρχούσαν στις δεήσεις τους όλοι οι πιστοί από την Ιβηρική και τη Μαυριτανία μέχρι  τα βάθη της  Ασίας  και τις εσχατιές του Σουδάν . Μόνο οι μορφωμένοι μπορούσαν να κατανοήσουν την αξία του , αλλά  ( όπως γίνεται πάντα ) ακόμα και ο τελευταίος φελλάχος λάτρευε  το χαμένο κειμήλιο με την ίδια απαράμιλλη ζέση.

Ήξερε  επομένως ο θαλασσοδαρμένος πειρατής , ο πιστός δούλος του πολυχρονεμένου μας Σουλτάνου , ότι υπήρχαν αρκετοί στη Τύνιδα , ικανοί και ισχυροί , που θα ήθελαν να βρεθούν στη δική του θέση και ακόμα περισσότερο να βάλουν στο χέρι το κουβούκλιο με το λείψανο και φοβόταν ότι , όσο θα πλησίαζαν στο Σαράι ,  θα ήταν πιό εύκολο να του στήσουν ενέδρα. Δεν εμπιστευόταν τους σιπαχήδες γιατί οι περισσότεροι από αυτούς  ήταν όργανα  του ευνούχου Ρασίντ  χωρίς μπέσα και πραγματική πολεμική εμπειρία. Ως φρουρά του παλατιού και του εκάστοτε Μπέη έκαναν τα  εύκολα σχετικά καθήκοντα  του σωματοφύλακα , του  χωροφύλακα  , κατέστελαν στάσεις και μικροεξεγέρσεις , λάμβαναν μέρος στις παράτες και τις τελετές , βοηθούσαν στη συλλογή των φόρων και μετείχαν σε κάθε επόμενη ίντριγκα που έστηνε ο Ρασίντ σε αγαστή συνεργασία με τους ουλεμάδες. Όσο θα πλησίαζαν στο Σαράι  ο λαός που τον λάτρευε  θα έμενε  όλο και πιό μακριά ,  πίσω  από το τείχος και τη πύλη του μπούργκου που οδηγούσε  στο παλάτι. . Αλλά ο πιστός δούλος του Προφήτη δεν είχε επιβιώσει μέχρι τώρα  μόνο με τη παλληκαριά του ή την εύνοια του Θεού και της τύχης : η προνοητικότητα  ,  η πρόβλεψη , η πονηριά και η αξιοποίηση πληροφοριών και σχέσεων  ήταν  τα προτερήματα του εκείνα  που , πέρα από την εύνοια του Αλλάχ , είχαν συμβάλλει και αυτά  έστω και κατ’ ελάχιστο  στο να έχει διατηρήσει μέχρι τώρα το κεφάλι του στους ώμους…. Αυτό που διέκρινε με το γερακίσιο του βλέμμα , έστω και φευγαλέα , τον καθησύχασε : Μέσα από το πλήθος ξεχώρισαν και πλησίασαν αρκετοί από το τσούρμο του με τον άπιστο σκύλο επικεφαλής , ενώ στις παρόδους πρόλαβε να ξαμώσει τα  μπλέ σαρίκια των βεδουίνων της Γκάφσα , ένα σώμα ανίκητων  πολεμιστών  που ειδοποιημένοι  έσπευδαν να προστατέψουν διακριτικά  τον άνθρωπο που τους είχε οδηγήσει κάποτε σε νίκες και θριάμβους

Ο Χουσεΐν έγνεψε , ο μπαϊρακτάρης σήκωσε το πράσινο  λάβαρο .. Το πλήθος άρχισε πάλι τα ζήτω και τις κραυγές , η Λαίδη επέστρεψε στο σπίτι και η πορεία συνεχίστηκε προς το παλάτι.. Στην ανηφορική διαδρομή αγκομαχούσαν οι βαστάζοι πίσω από το άλογο του Παshά που τρόχαζε περήφανα και η σκέψη του άρχισε πάλι να ταξιδεύει σε εκείνο το απόμακρο παρελθόν , πριν από τέσσερεις δεκαετίες …..

…. τότε που τα μαύρα μαντάτα για το χαμό του πατέρα του έφτασαν στο ταπεινό τους  καλύβι . Τότε που  ένας σερτζέντος  ήρθε να  μιλήσει στην Ιρέν  για το γενναίο  Ισίδωρο  και την αυτοθυσία των Ιπποτών που μπορεί να χάθηκαν , αλλά έσωσαν τη τιμή της χριστιανοσύνης . Ο μικρός Αλέξανδρος , ήδη  αρκετά σκληραγωγημένος στη θάλασσα και τη φτώχεια  , είδε τη μητέρα του να καταρρέει , εκείνος όμως δεν λύγισε. Στο μυαλό του δέσποζε η εικόνα του πατέρα του να του λέει εκείνα τα τελευταία του λόγια :
» Να θυμάσαι πάντα ποιός είσαι και από ποιά γενιά κρατάς …Μη ξεχάσεις όσα σου έμαθα για τη θάλασσα  και τους ανθρώπους…»

Η δύστυχη ξεπεσμένη αρχόντισσα που είχε χάσει το μοναδικό της στήριγμα  έπεσε σε μελαγχολία ,  οι συγγενείς  απέναντι στη Βαλέττα  δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τη τύχη της , ούτε για το εξώγαμο μικρό και εκείνη έσβησε από το καημό της  μέσα σε λίγες μέρες.. Τον επόμενο μήνα  έξω στα ανοικτά εμφανίστηκαν πανιά και  ακούστηκαν κανονιές , ο Αλέξανδρος  βρισκόταν μέσα στη βάρκα και ψάρευε  για τον επιούσιο όταν μια  πειρατική φούστα επιχείρησε να τον πλευρίσει  Ο μικρός για πολλή ώρα κατάφερνε να αποφύγει με ελιγμούς τους πειρατές χειριζόμενος με μαεστρία το πανί και εκμεταλλευόμενος το καιρό και τα νερά . Όταν εκείνοι βαρέθηκαν το  παιχνίδι  τίναξαν τη βαρκούλα με μια  κανονιά…. τότε ο καπετάνιος  , κάποιος ντονμές Σινάν διέταξε να ανεβάσουν το μικρό στο κατάστρωμα και να τον φέρουν μπροστά του.  Θαύμασε το παράστημα , το θάρρος και τη ναυτική τέχνη του σχεδόν αμούστακου παλληκαριού και του  μίλησε αρχικά   σε μια γλώσσα ακατάληπτη ,  αφού βρήκαν μια κοινή γλώσσα  στα ιταλικά  τον ρώτησε από πού είναι  και πού έμαθε  να κουμαντάρει   σε τέτοια ηλικία… Όταν ο μικρός του απάντησε ότι μένει εκεί απέναντι στο Γκότζο αλλά  η γενιά του είναι από τη Μυτιλήνη ο καπετάν Σινάν  συνοφρυώθηκε , χάιδεψε το μούσι του  , έξυσε  το σκουφί του και μετά τον έστειλε αλυσσοδεμένο στο αμπάρι ….  την άλλη μέρα τον παρέδωσε αυτοπροσώπως πεσκέσι στο γαλλιόνι του Καπουδάν Πασά , του Άνθους της Πίστης ,  του μεγάλου Χιζίρ  , του Χαϊρεντίν  Μπαρμπαρόσσα…..

Η πορεία προς το μπούργκο και το Σαράι έφθανε  στο τέλος της  όταν ο Χουσεΐν πρόλαβε να διακρίνει  σε μια γωνία μερικούς πράκτορες του Ρασίντ . . Οι σιπαχήδες σταμάτησαν στη διασταύρωση  και έστριψαν τα άλογα  προς το πλήθος , ένα πλήθος λιγώτερο εκδηλωτικό με αλλαγμένη σύνθεση , αφού πλέον βρισκόμαστε στη περιοχή με  τα μέγαρα των αρχόντων . Από μια στέγη είδε τη δούλα του  Σεΐχη  Αλ Καφάρ , μια  πανέμορφη ναπολιτάνα , να του κάνει απεγνωσμένα σήματα με ένα μαντήλι. Είχε αφήσει το πανέμορφο πρόσωπο και το χυμώδες μπούστο της εκτεθειμένο  για να την αναγνωρίσει και κάτι του φώναζε … μάλλον στα Ιταλικά … αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει  μέσα στις φωνές και τη φασαρία του δρόμου. Με τη σκλάβα αυτή ο Παshάς Ισιντόρογλου είχε μια σύντομη αλλά  γεμάτη πάθος περιπέτεια όταν τη μετέφερε – λάφυρο – με τη φούστα του πριν από δέκα χρόνια . Μη έχωντας ακόμα τότε την επιρροή και το κύρος που τώρα απολάμβανε , είχε  αναγκαστεί  , παρά τη θέλησή του , να τη πουλήσει στο σκλαβοπάζαρο . Θα ήθελε πολύ να τη κρατήσει στο δικό του μικρό χαρέμι , ένα χαρέμι που στη πορεία  αυξήθηκε όπως ήταν φυσικό , ξέρωντας ότι  εκείνη ( η Λαίδη ) θα έδειχνε όπως πάντα κατανόηση  , τηρώντας την αξιοπρεπή εκείνη στάση που υπαγόρευε η καταγωγή της . Μια στάση που τήρησε και τηρούσε απαρέγκλιτα μέχρι τώρα. Άλλωστε ο Χουσεΐν  αυτή τη στάση της εκτιμούσε  πολύ , σχεδόν στον ίδιο βαθμό  που εκτιμούσε τη μαγειρική της και διατηρούσε τη Λαίδη στη θέση της μπας χανούμ επί μια εικοσαετία . Μπορεί  με αυτή του την εμμονή να έμπαινε στο μάτι των αρχόντων και των ουλεμάδων αλλά αν συνδυάσουμε και τις επιδόσεις της αχόρταγης και αδίστακτης Λαίδης στον έρωτα και τη διπλωματία , το μειονέκτημα αυτό άξιζε το κόπο και με το παραπάνω….

Οι πράκτορες του Ρασίντ , που τώρα ξεφύτρωναν από παντού , όρμησαν σιωπηλοί ανάμεσα από τις γραμμές των σιπαχήδων , που έμεναν απαθείς , προς το κουβούκλιο . Αλλά ο  μπαρουτοκαπνισμένος καπετάνιος , ο γιός της  ξεπεσμένης αρχόντισσας  από τη Βαλέττα  και του Μυτιληνιού  ψαρά  , δεν θα μπορούσε να χάσει τη ψυχραιμία και τη τακτική του δεινότητα.  Διέταξε κοφτά τον άπιστο λοστρόμο Τζάκ να πάρει τους μισούς άνδρες και να πάει πρώτα στο σπίτι του … να πάρει τη Λαίδη , το θησαυρό που συγκέντρωνε τόσα χρόνια και  ένα κιβώτιο με  σημαντικά έγγραφα  και  να πάνε στο λιμάνι … να φορτώσουν  , να σαλπάρουν για το ακρωτήρι Μπον και να τον περιμένουν σε δύο  μέρες κοντά στην Κελίμπια , στη νεκρόπολη του Κερκουάν το μεσονύκτι με τη νέα σελήνη…. αν δεν ερχόταν  να σαλπάρουν μετά για Τζέρμπα …  Όλα αυτά ειπώθηκαν επιτακτικά μέσα σε δευτερόλεπτα , ενώ συγχρόνως ο Παshάς επισκοπούσε με το γερακίσιο του μάτι τη κατάσταση … Ο γέρο Τζάκ  , αν και θα το ήθελε πολύ , ήξερε ότι δεν  υπήρχε ούτε τρόπος ούτε χρόνος να προβάλλει αντιρρήσεις . Μετά από τόσα χρόνια στη δούλεψη του γνώριζε καλά εκείνο το σκοτεινό βλέμμα , τη ζοφερή χροιά της φωνής , το στακάτο ρυθμό των λέξεων , όπως τότε στα ανοιχτά του Κάπρι  , πριν από  δυό δεκαετίες .  Εκεί όπου  αυτού και της Λαίδης τους χάρισε τη ζωή , ενώ έστελνε στο θάνατο  όλους τους αξιωματικούς και τους άρχοντες που  επέβαιναν στο πλοίο. Ανάμεσά τους και τους συγγενείς της τότε νεαρής Λαίδης που την συνόδευαν δώρο στο βασιλιά της Νάπολης . Μόνο ο λοστρόμος τότε προσπάθησε να την υπερασπιστεί και αυτό δεν ξέφυγε από τη προσοχή του πειρατή που αναγνώριζε τη γενναιότητα και την αυτοθυσία ,μπορεί ο Τζάκ να έχασε εκεί το αυτί του αλλά εξασφάλισε τη τιμή και τη ζωή του….

Ο άπιστος σκύλος μάζεψε μερικούς άνδρες από το πλήρωμα και έτρεξε  να εκτελέσει τις διαταγές  του Ισιντόρογλου , ενώ οι υπόλοιποι άνδρες συσπειρώθηκαν γύρω από το καπετάνιο τους  με τα γιαταγάνια στο χέρι… Στη πρώτη έφοδο των  ανθρώπων του Ρασίντ  φάνηκε αμέσως  ότι το εγχείρημα τους ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία. Οι έμπειροι άνδρες του Ισιντόρογλου και ο  ίδιος έσφαξαν αρκετούς με ελάχιστες απώλειες…. το πλήθος έφευγε τρομοκρατημένο όταν  από ένα πύργο του μπούργκου υψώθηκε  ένα κίτρινο μπαϊράκι. Ο Παshάς κατάλαβε αμέσως και έδωσε εντολή στο μπαϊρακτάρη του Μεχμέτ  να ανεμίσει τη σημαία τρείς φορές…. Ενώ οι σιπαχήδες με κατεβασμένες τις λόγχες με τη φούντα έστρεφαν τα άλογα τους προς το Χουσεΐν και τους λιγοστούς άνδρες του  και  παράλληλα οι άνδρες του Ρασίντ επιχειρούσαν μια δεύτερη έφοδο , από τα στενά ξεχύθηκαν οι βεδουίνοι και ο τόπος γέμισε με  καμήλες , μπλέ σαρίκια  και  φοβερές ιαχές .  Η μάχη που επακολούθησε  ήταν σύντομη , θα χαρακτηριζόταν καλύτερα ως σφαγή γιατί μέσα σε λίγα λεπτά οι σιπαχήδες έπεσαν μέχρις ενός  και ελάχιστοι από τους ζαπτιέδες του Ρασίντ  γλύτωσαν  τρέχωντας προς το μπούργκο…

Ο Παshάς  ήξερε ότι δεν θα είχε πολύ χρόνο στη διάθεση του πριν οι βρωμεροί συνωμότες επιστρέψουν με πολλαπλάσιες δυνάμεις και έδωσε γρήγορα διαταγές … το κουβούκλιο φορτώθηκε στις  καμήλες , μαζί και οι λίγοι άντρες του και  ολόκληρο το σώμα κινήθηκε προς τη νοτιοανατολική πύλη που έφερε περήφανα το όνομα του Ιμάμη Αλ Αρφάτ . Τη πύλη αυτή φύλαγαν παραδοσιακά  μονάδες βεδουίνων και όχι  στρατεύματα Οθωμανών  επειδή  ο Ιμάμης ήταν αυτός που πριν πολλούς αιώνες μεταλαμπάδευσε τη μία και μοναδική πίστη στη φυλή της ερήμου.  Ήταν η μόνη έξοδος  της πόλης που θα ήταν ασφαλής  για  τη διαφυγή τους…. Μετά από μια γρήγορη πορεία στα στενά , σπρώχνοντας και αναποδογυρίζωντας ό,τι εύρισκαν μπροστά τους έφθασαν κοντά στη πύλη , στη συνοικία Ελ Χάφσια και τα σουκ . Από εκεί μπόρεσε να διακρίνει τη φρεγάτα του Yildirim να καβατζάρει  τη μύτη στο Χερρεντίν με όλη την ιστιοφορία ξεδιπλωμένη … Ένιωσε ανακούφιση που ο γέρο Τζάκ τα είχε καταφέρει και έστειλε  αναγνώριση στη πύλη του Ιμάμη … οι βεδουίνοι τα κανόνισαν μεταξύ τους , ένα συνθηματικό γαύγισμα ακούστηκε  και  κινήθηκαν γρήγορα περνώντας τη πύλη προς την ανοικτή ύπαιθρο , παράλληλα προς τις νότιες ακτές της λιμνοθάλασσας …. Ο ήλιος θα έπεφτε σύντομα και είχαν μακρά πορεία μπροστά τους μέχρι το ακρωτήρι  Μπον….  Ο πονηρός πειρατής  , όσο ακόμα υπήρχε φως ,  έδωσε εντολή και το σώμα  τράβηξε νότια προς το Χαμμαμέτ  για να παραπλανήσει τους πιθανούς του διώκτες γιατί το ήξερε πλέον καλά ότι  το μπεηλίκι γι αυτόν είχε χαθεί οριστικά …. θα τον κυνηγούσαν  χωρίς έλεος … ακόμα και εκείνοι που υπολόγιζε στη πόλη ως φίλους ,  αλλά και οι άρχοντες , οι ευνούχοι , οι αντιπρόσωποι της Υψηλής Πύλης , ο Γάλλος πρέσβης , Ακόμα και ο ίδιος ο μπεηλέρμπεης Χασάν από το Αλγέρι , ο γιός του μακαριστού σωτήρα και ευεργέτη του ,  δεν θα  μπορούσε να τον στηρίξει μετά από τη συνωμοσία που έστησε ο πανίσχυρος  ευνούχος .

Τώρα το έβλεπε καθαρά :  ο ευνούχος θα ισχυριστεί ότι από την αρχή ο πειρατής σχεδίαζε να μη παραδώσει το ιερό κειμήλιο και να το ιδιοποιηθεί για να εκβιάσει το  τίτλο του μπέη …. θα ισχυριζόταν ότι πρώτος  ο Χουσεΐν επιτέθηκε στους πράκτορες  και τους σιπαχήδες προκειμένου να κλέψει το άγιο λείψανο …. αν είχε νικηθεί εκεί  μπροστά στο μπούργο θα του είχαν ήδη πάρει το κεφάλι …. αν πάλι κατόρθωνε να γλυτώσει  η υπόθεση διαδοχής  θα είχε χαθεί ενώ θα τον κυνηγούσαν  και θα τον έπιαναν σύντομα ,  έτσι έλπιζε ο αχρείος Ρασίντ…. Αλλά τα είχαν λογαριάσει λάθος ..

Ο ήλιος είχε πέσει πίσω από τα υψώματα του Μεντέζ ελ Μπάμπ και το σκοτάδι  απλώθηκε στον ασέληνο ουρανό , όταν ο Ισιντόρογλου Παshάς έδωσε την εντολή για αλλαγή πορείας …. η μικρή φάλαγγα  έστριψε βορειοανατολικά …. έλπιζε ότι αυτό θα παραπλανούσε τους διώκτες του.. Όσο  το σώμα των βεδουίνων  κινούνταν γοργά  μέσα στο σκοτάδι προς το ακρωτήρι  , αφήνωντας πίσω τις κατοικημένες περιοχές και τις  καλλιέργειες με τις ελιές , τα μποστάνια και τα σιτηρά , ο Παshάς  είχε μπει σε βαθύ συλλογισμό.  Δεν παρέλειπε ωστόσο  να δίνει εντολές όσο η πορεία συνεχιζόταν προς το οροπέδιο. Είχε ήδη , με το εύστροφο μυαλό του και τη καλή γνώση του εδάφους , καταστρώσει το σχέδιο .  Ολονύκτια πορεία ανατολικά προς τη κατεύθυνση της Ελ Μίλντα  μακρυά από οικισμούς … με το πρώτο φως απόκρυψη και παραμονή στις χαράδρες του Ελ Κουάτταρα … με το δειλινό πορεία βορειοανατολικά προς το δάσος Σίς Νταρ μέχρι το επόμενο πρωϊνό . Στάση και απόκρυψη στο δάσος και το βράδυ πορεία προς Κελίμπια και τη νεκρόπολη όπου θα περίμενε ο εγγλέζος σκύλος με τη  φρεγάτα και τη Λαίδη.

Σε τακτά χρονικά διαστήματα έστελνε μπροστά αναγνωρίσεις και άφηνε πίσω του μικρές οπισθοφυλακές για να βεβαιώνεται ότι η πορεία είναι ασφαλής … δεν παρέλειπε κάθε ώρα να διατάσσει στάση  και ξεκούραση ώστε να προλαβαίνουν να επιστρέψουν οι αναγνωρίσεις και  οι οπισθοφυλακές εφαρμόζωντας όσα του είχε διδάξει η εμπειρία του αλλά και η μελέτη του έπους του Αλ Νιζαμί για τον Σικάντερ …άλλωστε πώς να ξεχάσει το όνομα που του δόθηκε από το πατέρα του εκεί στο Γκότζο  , ένα όνομα που έφερε μέχρι  και τα δεκατρία του χρόνια …. τότε που ο μεγάλος μπεηλέρμπεης Χαϊρεντίν τον υποχρέωσε να ασπαστεί το Ισλάμ με το όνομα Χουσεΐν . Όχι βέβαια πως το έφερε βαρέως , αφού ποτέ δεν είχε βαπτιστεί χριστιανός : στο Γκότζο δεν υπήρχε  ορθόδοξη εκκλησία , ούτε ορθόδοξη κοινότητα και ιερέας ενώ ούτε οι συγγενείς της Ιρέν  θα δεχόντουσαν το παιδί να γευτεί την όστια . Ούτε βέβαια στην οικογένεια τηρούσαν κάποιο σαφές θρήσκευμα , κάποια λατρεία , εκτός από αυτήν που έτρεφε η μάνα για τον άντρα και το βλαστάρι της…. Έτσι αποδείχθηκε πολύ εύκολο το βήμα της μετάβασης από ένα καθεστώς ημιπαγανισμού με  χριστιανικές επιδράσεις στο πολύ πιό αυστηρό του προφήτη και του ενός και μοναδικού Αλλάχ…

… γιατί όπως αναθυμάται τώρα ο Ισιντόρογλου  , όταν ο Σινάν τον παρουσίασε ως δώρο στο φοβερό Μπαρμπαρόσα , εκείνος γέλασε τρανταχτά και επιτίμησε το καπετάνιο του πως δεν μπορούσε να κάνει ζάφτι ένα παιδαρέλι :

» Σε ντρόπιασε ορέ Σινάν τούτο το μαλτέζικο τσογλάνι μπροστά σε όλο το στόλο ..! »

Αλλά ο Σινάν πάντα ετοιμόλογος του απάντησε :

» Ήταν θέλημα του Αλλάχ Παshά μου…  γιατί  ο μικρός  που σου φέρνω έχει και αυτός καταγωγή από  το νησί σου »

Από εκείνη τη μέρα ο μπεηλέρμπεης και Καπουδάν Παshάς τον πήρε υπό τη προσωπική του προστασία και ναύτη στο γαλλιόνι του . Ο μικρός μάθαινε γρήγορα , μεγάλωνε ακόμα πιό γρήγορα και τα βράδυα συχνά ο Χαϊρεντίν  του διηγόταν ιστορίες από το μακρυνό νησί τους , το μυθικό εκείνο που ο μικρός ναύτης δεν είχε ποτέ γνωρίσει : τοπωνύμια , ονόματα οικογενειών, κάστρα ,  εκκλησιές και τζαμιά . Του αφηγούνταν πώς  έφυγε από εκεί … πώς  πολέμησε τους ιππότες του Αγ. Ιωάννη …πώς έσωσε από το γκισντάνι τον αδελφό του τον Αρούζ … τους πολέμους με το Κάρολο , τους Ενετούς , το Πάπα  και τις ναυμαχίες του  , τις νίκες και τις ήττες , τους συμβιβασμούς . Και ο μικρός άκουγε και μάθαινε … υπηρετούσε το γέρο πειρατή με ευσυνειδησία , στο πρόσωπό του έβλεπε τον αντικαταστάτη του πρόωρα χαμένου πατέρα. Αλλά και ο  Μπαρμπαρόσα διέκρινε την εξυπνάδα , την επιδεξιότητα και τη γενναιότητα του νεαρού , καταλάβαινε τις μεγάλες δυνατότητες αυτού του παιδιού και φρόντισε να τον ενθαρρύνει  και να τον βοηθήσει…

… έμαθε τα όπλα και τη τακτική στα ρεσάλτα , τις αποβάσεις και τις πολιορκίες …. έμαθε καλά τα αράπικα και τα τούρκικα …. έμαθε πότε να τηρεί επιφυλάξεις και πότε να ορμά σαν λιοντάρι …. πώς να μην αφήνει ίχνη και να χρησιμοποιεί το ανάγλυφο της ακτογραμμής για απόκρυψη ….  έμαθε να σέβεται τους γενναίους αντιπάλους , να μην έχει εμπιστοσύνη στη γραφειοκρατία του Σουλτάνου και των μπέηδων , να αποστρέφεται το χριστιανικό παπαδαριό και να μην εμπιστεύεται  τους ευρωπαίους διπλωμάτες … έμαθε να διαβάζει  τα κείμενα του Προφήτη και των μεγάλων  δασκάλων του Ισλάμ αλλά και βιβλία για τις επιστήμες  …. μελέτησε τους χάρτες των πορτολάνων , τους αστερισμούς και τη χρήση  όλων των οργάνων της ναυσιπλοΐας και τα εφάρμοσε πολλές φορές στη πράξη.

Πολλοί από το περιβάλλον του Χαϊρεντίν δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη πατρική σχέση  που αναπτυσσόταν μεταξύ του μπεηλέρμπεη και του νεαρού μαθητευόμενου για λόγους που ο καθένας μπορεί εύκολα να καταλάβει . Ελάχιστοι  , ανάμεσά τους και ο Σινάν ,  μπορούσαν να καταλάβουν και να αποδεχθούν το συναισθηματικό κίνητρο του Μπαρμπαρόσα που είχε να κάνει   με τη κοινή καταγωγή και την απώλεια του πατέρα σε σχετικά μικρή ηλικία. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να θέσει το ζήτημα στο μπεηλέρμπεη γιατί  έτρεμαν τις εκρήξεις οργής του που συχνά  εξελίσσονταν σε επεισόδια υπέρμετρης βίας . Αν και δούλος του Σουλτάνου ο Χαϊρεντίν  ήταν αδιαφιλονίκητος αφέντης στο στόλο , το στρατό και τους υπηκόους του από το πιό ασήμαντο χωρικό και ψαρά  μέχρι το πιό ισχυρό από τους άρχοντες και τους πολέμαρχους του . Οι μόνοι που διατηρούσαν μια κάποια άνεση κινήσεων και  συμπεριφορών ήταν οι ευνούχοι και οι ουλεμάδες , αλλά πάντα στα περιθώρια που τους επέτρεπε η πληθωρική παρουσία του , το κύρος και η δόξα του , η άριστη και έγκαιρη πληροφόρησή του , η μεταβαλλόμενη διάθεσή του …

Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών ο μικρός Χουσεΐν όταν ο στόλος έπλεε στα ανοικτά της Μαγιόρκας , κατακαλόκαιρο , σε μια από τις συχνές επιδρομές του μπεηλέρμπεη προς τις Ιβηρικές ακτές που συνδυάζονταν με στοχευμένες επιχειρήσεις διάσωσης των Μορίσκων.  Η λύσσα των απίστων του βασιλιά της Καστίλλης  της Αραγωνίας  και της Λεόν είχε πάλι ξεσπάσει στους εναπομείναντες  μουσουλμάνους της νότιας Ισπανίας και οι καλόγεροι βάφτιζαν  υποχρεωτικά ακόμα και μωρά παιδιά  με το σταυρό στο ένα χέρι και το σπαθί στο άλλο .

Καβατζάρηζαν το νοτιοδυτικό ακρωτήρι Σαν Τέλμο του μεγάλου νησιού  για να πάρουν  πορεία προς τις βορειοαφρικανικές ακτές όταν ένα ξαφνικό μπουρίνι σκόρπισε το στόλο  … μερικά από τα βαρυφορτωμένα με πρόσφυγες  πλοία προσάραξαν σε ένα κοντινό ύφαλο στη Ντραγκονέρα  , ενώ άλλα απομακρύνθηκαν πολύ  προς το Βορρά..  έτσι απέμειναν στο πεδίο μόνο τα δύο γαλλιόνια , η ναυαρχίδα και το γαλλιόνι του Σινάν που προπορεύονταν ….. Από τη μύτη του Ελ Τόρο  πρόβαλλαν τότε από το νοτιά πέντε  φούστες και δύο γαλλιόνια  των  απίστων που ναυλοχούσαν ως φρουρά στη Πάλμα για να εκμεταλλευτούν την απρόσμενη ευκαιρία  , διαπιστώνοντας ότι  μπορούσαν να απομονώσουν το μπεηλέρμπεη . Διέκριναν στο μεσιανό ιστό  του γαλλιονιού το πράσινο μπαϊράκι , την επισείουσα του ναυάρχου με το σαν διαβήτη διπλό σπαθί Τζουλφικάρ και το αστέρι σφραγίδα του Σολομώντα  , το  σύμβολο – φόβητρο του μεγάλου Χιζίρ … ο νοτιάς φούσκωνε τα πανιά των απίστων  και τους προσέδιδε μεγάλη ταχύτητα …

Στη  σύντομη μάχη που επακολούθησε οι δύο πειρατές βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση , ειδικά  το γαλλιόνι του ναυάρχου περικυκλώθηκε από τις φούστες  και μετά από σύντομο κανονίδι οι άπιστοι επιχείρησαν ρεσάλτο … ανάμεσα σε καπνούς , κραυγές και ιαχές οι ατρόμητοι πειρατές του Μπαρμπαρόσα στάθηκαν ακλόνητοι …  η σκληρή μάχη συνεχιζόταν για αρκετή ώρα πάνω στα καταστρώματα , τα ρέλια και τα υποφράγματα  όταν  ένα άπιστο σκυλί ύψωσε τη πιστόλα του προς το ναύαρχο. Ο μικρός Χουσεΐν που μαχόταν δίπλα του  όρμηξε μπροστά για να δεχθεί εκούσιος  το πυροβολισμό στον αριστερό ώμο και πέφτωντας πάνω σε κάτι σκοινιά λιποθύμησε…

Ευτυχώς για τη ναυαρχίδα και το Μπαρμπαρόσα ο Σινάν με ένα  εξαιρετικής μαεστρίας ελιγμό  είχε αποφύγει τα δύο χριστιανικά γαλλιόνια  και  έπεσε δίπλα στο μακελειό διαλύοντας τις δύο φούστες  που  είχαν προσδεθεί στη ναυαρχίδα από σταβέντο ….. μέχρι να στρίψουν τα δύο εχθρικά γαλλιόνια ,  από τη μύτη του Σαν Τέλμο εμφανίστηκαν ενισχύσεις και σύντομα η μάχη έλαβε νικηφόρο τέλος ….  οι γιατροί έπεσαν πάνω στο πληγωμένο παλληκαράκι με εντολή του Χαϊρεντίν να τον σώσουν  για να μην τους κρεμάσει στο κατάρτι και τελικά τα κατάφεραν… από εκείνη τη μάχη ο Χουσεΐν , ο μικρός Μυτιληνιός που έσωσε το μεγάλο Καπουδάν Παshά , έφερε περήφανα στον αριστερό του ώμο το σημάδι , ανάμεσα σε αρκετές άλλες ουλές που σημάδεψαν με τα χρόνια το  γεροδεμένο του  μαυριδερό κορμί…..

Αυτά σκεφτόταν και ξανάφερνε στη μνήμη του κατά τη διάρκεια της νυκτερινής πορείας των βεδουίνων ο Χουσεΐν  Ισιντόρογλου , ένα όνομα πλήρες που μετά τη σωτηρία του ο Καπουδάν του επέτρεπε να φέρει .  Όταν  άρχισε πιά να αχνοφέγγει  έφτασαν στις χαράδρες  του Ελ Κουάτταρα και  εγκαταστάθηκαν στις σπηλιές  μακρυά από κάθε  αδιάκριτο μάτι … η οπισθοφυλακή που επέστρεψε  τους ενημέρωσε ότι  κανείς διώκτης δεν ακολουθούσε , φαίνεται ότι η παραπλάνηση  είχε επιτύχει και ότι ο Τζαφέρ  πορευόταν νότια προς Χαμμαμέτ και Γκάφσα . Ο Παshάς έδωσε εντολές στο Μεχμέτ αράπη να μοιράσει  σκοπιές ,να εξασφαλίσει  τη φύλαξη του ιερού λειψάνου  και αποσύρθηκε στη σπηλιά του για ένα βαθύ και ανήσυχο ύπνο …  Με τη δύση του ηλίου , που τώρα κατάκαιγε το έρημο οροπέδιο ,  η πορεία θα ξεκινούσε πάλι για το δάσος του Σίς Νταρ…..

( συνεχίζεται )