2846_food4a

Του Κωνσταντίνου Ζούλα

Βρισκόμαστε στη Μύκονο, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Θα ’ταν Ιούλιος και με μια μεγάλη παρέα είχαμε πάει σε μια ταβέρνα στην Ανω Μερά που φημιζόταν για τη γουρουνοπούλα της. Εξίσου μεγάλη –12 άτομα– ήταν μια παρέα Γερμανών η οποία επίσης μόλις είχε φτάσει. Από τη θέση δε όπου έτυχε να καθήσω είχα πολύ καλή επόπτευση των τουριστών, εξ ου και θυμάμαι με λεπτομέρειες όσα επακολούθησαν.Παραγγείλαμε σχεδόν ταυτόχρονα. Κάποιος εκ των Γερμανών που κουτσομιλούσε αγγλικά προσπαθούσε με τη βοήθεια του ταβερνιάρη να μεταφράσει τον κατάλογο στους συνδαιτυμόνες του. Γρήγορα κατάλαβα ότι οι Γερμανοί δεν είχαν πάει εκεί συστημένοι για να φάνε το γουρουνάκι – Κύριος οίδε πώς βρέθηκαν στην ενδοχώρα της Μυκόνου. Ενας παρήγγειλε ψάρι, άλλοι μπιφτέκια, άλλοι μπριζόλες, ένας παστίτσιο, άλλος μουσακά, δεχόμενοι βέβαια και την προτροπή του ιδιοκτήτη να δοκιμάσουν και το χοιρινό, που τους το πρότεινε για τη μέση.

Η δική μας παρέα παρήγγειλε α λα ελληνικά. Ο Ηλίας πήρε τον κατάλογο και αναφωνούσε τα εδέσματα και οι υπόλοιποι, ως είθισται, πετάγονταν για να εκφράσουν τις… εκτιμήσεις τους ως προς το πόσες μερίδες χρειάζονταν για τη συνολική πείνα μας: «Δύο χωριάτικες και μια παντζάρια», έλεγε ένας. «Δύο πατάτες», ο άλλος. «Οχι ρε, τρεις πατάτες», διόρθωνε ο τρίτος. «Δύο τζατζίκια», ξανάλεγε ο πρώτος. «Μια ταραμό», πεταγόταν ο διπλανός του. «Δύο ταραμό» πλειοδοτούσε ο απέναντι «και μια χόρτα» προσέθετε μία από τις κοπέλες της παρέας. «Δύο χόρτα», απαντούσε η φίλη της, που καθόταν από την άλλη μεριά και δεν θα έφτανε τα χόρτα. Μην τα πολυλογώ –τα ξέρετε, άλλωστε– η παρέα μας παρήγγειλε και τρία κιλά γουρουνοπούλα στη μέση, ενώ ενδώσαμε στην προτροπή του Ηλία να δοκιμάσουμε και τα «πολύ καλά παϊδάκια». Δύο κιλά παραγγείλαμε, δυόμισι, θα σας γελάσω – τα παϊδάκια τρώγονται σαν φρούτο…

Τα πιάτα άρχισαν να έρχονται και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα έκπληκτα μάτια των Γερμανών. Διότι δεν ήταν μόνο ότι η παραγγελία μας ήταν υπερτριπλάσια της δικής τους. Τους «κερδίζαμε» ακόμη και στις μπίρες, ενώ εμείς πίναμε και κρασί.

Η ώρα του λογαριασμού είναι η αιτία που δεν θα ξεχάσω ποτέ την ιστορία. Ο ταβερνιάρης προσπαθούσε να καταλάβει τι του έλεγαν οι Γερμανοί, οι οποίοι ξαφνικά φαίνονταν εξοργισμένοι. Σε κάποια στιγμή, εν απογνώσει μάς ρώτησε «αν μιλάει κανείς γερμανικά». Ο αδερφός μου, που ανέλαβε χρέη διερμηνέα, γύρισε στο τραπέζι μας και μας εξήγησε τι είχε συμβεί. Οι Γερμανοί απαιτούσαν από τον ταβερνιάρη να τους εκδώσει 12 διαφορετικούς λογαριασμούς για να πληρώσουν ακριβοδίκαια ό,τι είχε φάει ο καθένας. Μάλιστα, ο πιο οργισμένος προσπαθούσε να εξηγήσει στον αδερφό μου ότι δεν έχουν φάει όλοι φέτα, χόρτα ή τζατζίκι και ότι αυτό που ήθελαν από τον ιδιοκτήτη ήταν να τους επιμερίσει εκείνος το ποσό. Δηλαδή οι δύο που, ας πούμε, είχαν μοιραστεί μια χωριάτικη να μη χρεωθούν την ταραμοσαλάτα που είχαν φάει οι απέναντι και τανάπαλιν. Το δε κλου ήταν το γουρουνάκι. Οι Γερμανοί αρνούνταν να το πληρώσουν, με το επιχείρημα ότι δεν το είχαν παραγγείλει και θεωρούσαν ότι είναι δώρο του μαγαζιού.

Είναι μήνες τώρα που κάθε τόσο θυμάμαι αυτό το περιστατικό. Μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που βλέπω την κ. Μέρκελ να μας νουθετεί. Είναι –πώς να το πω– σαν να έζησα μπροστά μου, και να το συνειδητοποίησα χρόνια αργότερα, τους λόγους που εμείς οι Νότιοι είναι αδύνατον να γίνουμε Βόρειοι, όπως και οι Βόρειοι ακόμη και να καταλάβουν πώς σκεφτόμαστε οι Νότιοι. Οσο υπερβολική, βέβαια, εξακολουθεί και σήμερα να φαντάζει σε μας η αξίωση των Γερμανών να πληρώσουν κατά κεφαλήν ό,τι έφαγαν, άλλο τόσο οφείλουμε πια να παραδεχθούμε πόσο ακραία ήταν και η νοοτροπία μας να μετατρέπουμε όλα τα τραπέζια μας σε γαμπριάτικα, για να συνειδητοποιήσουμε, μόλις προσφάτως, πόσο αλήθεια τελικά είχε και η παροιμία ότι «στο τέλος κουρεύουν το γαμπρό». Σκεφτόμαι, ωστόσο, πως ό,τι και να γίνει στην Ευρώπη, όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να αλλάξουν. Πόσω μάλλον να καταλάβουν οι Γερμανοί τον καβγά «τιμής» που ξέσπασε στο δικό μας τραπέζι μόλις έληξε ο δικός τους. Διότι ενώ εκείνοι τσακώνονταν, ο Ηλίας είχε πάει στη ζούλα στην κουζίνα και πλήρωσε όλο το δικό μας τσιμπούσι γιατί την προηγουμένη είχε γεννήσει μια… ξαδέλφη του.

kathimerini.gr – Οταν εμείς τρώγαμε, οι Γερμανοί κοιτούσαν.

Advertisement