applebaum_1-111110_jpg_630x428_crop_q85

Ο Σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών V. Molotov, στο κέντρο,  φτάνοντας στο Βερολίνο για να συναντήσει τον  Αδόλφο  Hitler, στις 12  Νοεμβρίου, 1940. Εμπρός αριστερά είναι ο Γερμανός  Αρχιστράτηγος  W. Keitel και ο Υπουργός Εξωτερικών  J. von Ribbentrop.

 Μετάφραση: Γιάννης Μαστοράκης*

Κάποτε, σε μια προσπάθεια να εξηγήσει την ιστορία της χώρας του σε τρίτους, ο Πολωνός ποιητής Czesław Miłosz περιέγραφε τις συνέπειες του πολέμου, της κατοχής και του Ολοκαυτώματος επί της ηθικής  την οποία επεδείκνυαν στην καθημερινή τους ζωή οι συμπατριώτες του. Η μαζική βία, εξηγούσε, είναι πολύ πιθανόν να αμβλύνει την αίσθηση του φυσικού δικαίου του μέσου ανθρώπου. Υπό κανονικές συνθήκες διαβίωσης, εάν κάποιος άνθρωπος  πέσει πάνω σε ένα πτώμα στη μέση του δρόμου, θα σπεύσει να καλέσει αμέσως την αστυνομία, ενώ ένα πλήθος ανθρώπων θα μαζευτούν,  προκειμένου να ρωτήσουν και να σχολιάσουν το  γεγονός αυτό. Όμως σε ανώμαλες συνθήκες ο καθένας ξέρει ότι πρέπει να αποφεύγει τη σκοτεινή σωρό που κείται στις λάσπες και τις φορτικές ερωτήσεις στις  οποίες θα πρέπει να απαντήσει…

Οι δολοφονίες έγιναν μια υπόθεση ρουτίνας τον καιρό του πολέμου, έγραφε ο  Miłosz και μάλιστα εθεωρούντο ως κάτι το νόμιμο, εάν επετελούντο για το συμφέρον της αντίστασης. Στο όνομα του πατριωτισμού, νεαρά αγόρια από νομοταγείς οικογένειες της μεσαίες τάξης έγιναν αδίστακτοι εγκληματίες,  για τα οποία  «η δολοφονία ενός ανθρώπου δεν συνιστούσε κανένα μεγάλο ηθικό πρόβλημα.» Οι κλοπές, επίσης,  έγιναν κάτι το πολύ σύνηθες, όπως το ψεύδος και οι μηχανορραφίες. Οι άνθρωποι έμαθαν να κοιμούνται εν τω μέσω ήχων, οι οποίοι άλλοτε θα ξυπνούσαν ολόκληρες γειτονιές (οι ριπές των πολυβόλων, οι κραυγές των ανθρώπων που βρίσκονταν σε  απόγνωση, οι επιδρομές της αστυνομίας κατά τις οποίες κάποιοι γείτονές σου εσύροντο μακριά).

Για όλους αυτούς τους λόγους, συνέχιζε  ο Miłosz, «ένας άνθρωπος της Ανατολής δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά τους Αμερικανούς [ή τους άλλους Δυτικούς]». Επειδή αυτοί δεν είχαν ζήσει  ανάλογες εμπειρίες, δεν μπορούσαν να αντιληφθούν με τον ίδιο τρόπο όσα τους έλεγαν, ούτε μπορούσαν να φανταστούν επακριβώς τι είχε συμβεί. «Αυτή η αδυναμία της φαντασίας  τους, κατέληγε ο ποιητής, ήταν κάτι το εντυπωσιακό».

Αλλά αυτά τα πικρά λόγια του Miłosz, δυστυχώς απεδείχθησαν πολύ επιεική.  Σχεδόν 60 χρόνια αργότερα,  φαίνεται ότι ο χρόνος δεν υπήρξε εισέτι αρκετός, προκειμένου η κατάσταση αυτή να βελτιωθεί . Ο  Timothy Snyder, ένας ιστορικός του Γέιλ, του οποίου οι προηγούμενες εργασίες εκτείνονταν από τη Βιέννη των Αψβούργων στο Κίεβο του Στάλιν, πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα.  Στο βιβλίο του με τον τίτλο Bloodlands, το οποίο αποτελεί μια γενναία και  αυθεντική   ιστορία των μαζικών εκτελέσεων του 20ου αιώνα, υποστηρίζει ότι μας λείπει ακόμα η πραγματική γνώση για το τι συνέβη στο ανατολικό ήμισυ της Ευρώπης τον 20ο αιώνα.  Και έχει δίκιο: Αν είμαστε Αμερικανοί, θα πιστεύαμε ότι  «ο πόλεμος» ήταν κάτι που ξεκίνησε με το Περλ Χάρμπορ το 1941 και έληξε με την ατομική βόμβα το 1945. Αν είμαστε Βρετανοί, θα θυμόμαστε τον Πόλεμο Αστραπή του 1940,  (και μάλιστα είναι αυτός ο πόλεμος τα θύματα του οποίου ετιμήθησαν πολύ έντονα εφέτος) και την απελευθέρωση του Belsen.  Αν είμαστε Γάλλοι, θα θυμόμαστε το κεθεστώς του Vichy και την Αντίσταση. Αν είμαστε Ολλανδοί, θα θυμόμαστε την Άννα Φρανκ. Ακόμα και αν είμαστε Γερμανοί, πάλι θα θυμόμαστε μόνο ένα μέρος της ιστορίας.

Η φιλοδοξία του Snyder είναι να πείσει τη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο να δει  τον πόλεμο αυτό από μια ευρύτερη σκοπιά. Αυτό προσπαθεί να το επιτύχει με το να εγείρει  έναν προβληματισμό σχετικά με τις υπάρχουσες δημοφιλείς παραδοχές για  τα θύματα, τον αριθμό των νεκρών και τις μεθόδους θανάτωσης,  προ πάντων όμως με ορισμένες ημερομηνίες και γεωγραφικές ζώνες. Ο τίτλος του βιβλίου του ‘Bloodlands’, δεν είναι μεταφορικός. Τα ‘ματωμένα χώματα’ του Snyder, εκτείνονται από το Poznan στα Δυτικά έως το Smolensk στα Ανατολικά και   περιλαμβάνουν τη σύγχρονη Πολωνία, τις Χώρες της Βαλτικής, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και περιοχές  της Δυτικής Ρωσίας. Πρόκειται για μια ολόκληρη ζώνη, η οποία δοκίμασε όχι μόνο μια,  αλλά δύο – και μερικές φορές  τρεις- σκληρές κατοχές κατά τη διάρκεια του πολέμου. Είναι επίσης μια ζώνη,  η οποία υπέστη τις περισσότερες ανθρώπινες απώλειες και τις χειρότερες φυσικές καταστροφές του πολέμου.

Το κυριότερο όμως, είναι ότι η ζώνη αυτή υπέστη το χειρότερο είδος  ιδεολογικής παράκρουσης από τον Χίτλερ και από το Στάλιν.  Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, του 1940 και των αρχών του 1950, οι φονικές μεραρχίες και οι άθλιες μυστικές υπηρεσίες των δύο Ολοκληρωτικών καθεστώτων  προήλασαν διαδοχικά στις χώρες αυτές, επιφέροντας κάθε φορά πολύ μεγάλες εθνοτικές και πολιτικές αλλαγές. Την περίοδο αυτή, η πόλις του Lwów  κατελήφθη δύο φορές από τον Κόκκινο Στρατό  και μια φορά από τη Wehrmacht. Μετά το τέλος του πολέμου η πόλις αυτή ονομάζονταν  L’viv, και όχι  Lwów και δεν ανήκε πλέον στην ανατολική Πολωνία, αλλά στη Δυτική Ουκρανία, ενώ ο Πολωνικός και Εβραϊκός προπολεμικός πληθυσμός της είχε εξοντωθεί ή εκδιωχθεί και είχε αντικατασταθεί από κατοίκους της Ουκρανικής εθνότητας των γύρω περιοχών. Την ίδια περίοδο η Ουκρανική πόλις Οδησσός  κατελήφθη αρχικά από τα Ρουμανικά στρατεύματα και κατόπιν από τα στρατεύματα της Wehrmacht, πριν ξανακαταληφθεί από τον Κόκκινο στρατό. Κάθε φορά που η εξουσία άλλαζε χέρια εδίδοντο σκληρές μάχες και πολιορκίες και κάθε φορά που ένας στρατός αποχωρούσε από την πόλη, βομβάρδιζε το λιμάνι της ή σφαγίαζε ένα μέρος του Εβραϊκού πληθυσμού της. Παρόμοιες ιστορίες μπορεί κανείς να διηγηθεί για κάθε σχεδόν πόλη της ζώνης αυτής.

Αυτή η γεωγραφική ζώνη είναι επίσης η ζώνη με τις περισσότερες σφαγές σε  ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο, οι οποίες όμως δεν εγένοντο   στα πεδία των μαχών αλλά ήτο αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.  Αυτοί οι θάνατοι  άρχισαν όχι το 1939 με την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία, αλλά το 1933, με το μεγάλο λιμό της Ουκρανίας. Μεταξύ του 1933 και του 1945,  14.000.000 άνθρωποι πέθαναν εκεί, όχι στα πεδία των μαχών, αλλά επειδή κάποιος αποφάσισε συνειδητά να τους σκοτώσει. Αυτοί οι θάνατοι προεκλήθησαν στα ‘Bloodlands’ και όχι τυχαία: ‘Ο  Χίτλερ και ο Στάλιν  κατέλαβαν την εξουσία στο Βερολίνο και στη Μόσχα, γράφει ο Snyder,  αλλά το όραμά τους ήταν να μεταμορφώσουν κατά τις επιθυμίες τους όλη την ανθρωπογεωγραφία των περιοχών που βρίσκονταν ανάμεσα σε αυτές τις δύο πρωτεύουσες’.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Στάλιν έθεσε σε εφαρμογή το πρώτο του ουτοπικό αγροτικό πείραμα στην Ουκρανία, όπου προχώρησε στην κολεκτιβοποίηση των γεωργικών εκτάσεων κηρύσσοντας έναν ‘πόλεμο’ για την απόκτηση των σιτηρών των κουλάκων, των πλουσίων δηλ. αγροτών  (των οποίων όμως ο πλούτος μερικές φορές συνίστατο στην κατοχή μιας αγελάδας). Η εκστρατεία του αυτή σύντομα εξελίχθηκε σε έναν  πόλεμο ενάντια σε αυτή καθαυτή την κοινωνία και την κουλτούρα των Ουκρανών αγροτών. Κορύφωση αυτού του πολέμου υπήρξε ο μαζικός λιμός του 1933. Το ίδιο έτος, ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία και άρχισε να ονειρεύεται τη δημιουργία ενός Ζωτικού Χώρου, ενός χώρου στην Πολωνία και την Ουκρανία που θα εξασφάλιζε τα μέσα διαβίωσης στους Γερμανούς αποίκους που σχεδίαζε να αποστείλει εκεί. Το σχέδιο αυτό βέβαια, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την εξόντωση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί.

Το 1941 οι Ναζί επίσης, επεξεργάστηκαν το Σχέδιο Πείνας, το οποίο προέβλεπε τη διατροφή των Γερμανών στρατιωτών και πολιτών μέσω τροφίμων τα οποία θα αποστερούσαν από τους Πολωνούς και Ρώσους πολίτες οδηγώντας τους έτσι στη λιμοκτονία. Για μια φορά ακόμη, οι Ναζί αποφάσισαν ότι   η παραγωγή όλων των κολεκτιβοποιημένων κτημάτων της Ουκρανίας θα έπρεπε να κατασχεθεί και να αναδιανεμηθεί  Το σύνθημα ‘Ο σοσιαλισμός σε μια μόνο χώρα’ είχε αντικατασταθεί από το ‘Ο σοσιαλισμός για τη Γερμανική φυλή’.

Όχι τυχαία, τα 14.000.000 θύματα αυτών των εθνικών και πολιτικών σχεδιασμών δεν ήσαν κατά κύριο λόγο Ρώσοι ή Γερμανοί, αλλά οι άνθρωποι που ζούσαν στη γεωγραφική ζώνη ανάμεσα στις δύο αυτές χώρες. Ο Στάλιν και ο Χίτλερ μοιράζονταν την ίδια περιφρόνηση για την ανεξαρτησία της Πολωνίας, της Ουκρανίας και των χωρών της Βαλτικής και από κοινού προσπάθησαν να εξαλείψουν τις ελίτ αυτών των χωρών. Ύστερα από την εισβολή τους στη Δυτική Πολωνία το 1939, οι Γερμανοί συνελάμβαναν και δολοφονούσαν Πολωνούς καθηγητές, ιερείς, διανοουμένους και πολιτικούς. Ύστερα από την εισβολή τους στην Ανατολική Πολωνία το 1939, η μυστική αστυνομία των Σοβιετικών συνελάμβανε και δολοφονούσε Πολωνούς καθηγητές, ιερείς, διανοουμένους και πολιτικούς. Λίγους μήνες αργότερα, ο Στάλιν διέταξε τη σφαγή κάπου 20.000 Πολωνών αξιωματικών στο  Katyn και σε άλλα κοντινά δάση.

Ο Στάλιν και ο Χίτλερ μοιράζονται επίσης το ίδιο μίσος για τους Εβραίους  που ήκμαζαν εδώ και πολλά χρόνια στη ζώνη αυτή όντας πολύ περισσότεροι από εκείνους που ζούσαν στη Γερμανία ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Ο Snyder επισημαίνει ότι οι Εβραίοι  της  Γερμανίας ήταν λιγότεροι από το 1% του Γερμανικού πληθυσμού, όταν ο Χίτλερ ήρθε στα πράγματα το 1933, και πολλοί από αυτούς στη συνέχεια κατάφεραν να διαφύγουν. Το όραμα του Χίτλερ για μια ‘ελεύθερη από Εβραίους’ Ευρώπη θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο εάν η

Wehrmacht εισέβαλλε στα  ‘ματωμένα χώματα’, όπου εδώ πράγματι ζούσαν οι περισσότεροι Εβραίοι της Ευρώπης. Από τα 5.400.000 Εβραίων  οι οποίοι πέθαναν στο Ολοκαύτωμα , τα 4 εκ προέρχονταν από τα ‘ματωμένα χώματα’.  Η μεγάλη πλειοψηφία των υπολοίπων Εβραίων – συμπεριλαμβανομένων και των 165.000 Γερμανών Εβραίων  -που δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν – μεταφέρθησαν ‘στα ματωμένα χώματα’ για να εκτελεσθούν εκεί. Μετά τον πόλεμο ο Στάλιν    συμπεριεφέρθη με παρανοϊκό τρόπο απέναντι στους Εβραίους της Σοβιετικής Ένωσης, εν μέρει επειδή ήθελαν να συνεχίσουν να μνημονεύουν τους νεκρούς του Ολοκαυτώματος. Προς το τέλος  της ζωής του εκκαθάρισε και συνέλαβε πολλές χιλιάδες εξ αυτών, αν και πέθανε πολύ νωρίς για να επιτελέσει μια ακόμη μαζική σφαγή.

Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι σε αυτή τη γεωγραφική ζώνη, ο Ναζισμός και ο Κομμουνισμός  συγκρούστηκαν  αποφασιστικά. Αν και είχαν υπογράψει τη συνθήκη Molotov–Ribbentrop το 1939, με την οποία συμφώνησαν να μοιράσουν μεταξύ τους τις χώρες ‘των ματωμένων χωμάτων’, ο Στάλιν και ο Χίτλερ μοιράζονταν και ένα αμοιβαίο μίσος. Αυτό το μίσος απέβη μοιραίο τόσο για τους Γερμανούς όσο και για τους Σοβιετικούς στρατιώτες οι οποίοι είχαν την κακή τύχη να καταστούν αιχμάλωτοι πολέμου. Και οι δύο δικτάτορες μεταχειρίστηκαν τους αιχμάλωτους εχθρούς τους ‘με θανατηφόρα χρησιμοθηρία’. Για τους Γερμανούς οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου ήσαν αναλώσιμοι:  Κατανάλωναν θερμίδες τις οποίες όμως εχρειάζοντο άλλοι και σε αντίθεση με τους αιχμαλώτους πολέμου της Δύσης, αυτούς τους θεωρούσαν υπανθρώπους.  Και έτσι σκόπιμα αφήνοντο να λιμοκτονήσουν στα τρομερά ‘στρατόπεδα’ της Πολωνίας, της Ρωσίας, και της Λευκορωσίας, τα οποία  για την ακρίβεια δεν ήταν στρατόπεδα, αλλά ζώνες θανάτου. Κλεισμένοι μέσα σε συρματοπλέγματα, συχνά σε ξέσκεπα χωράφια χωρίς τροφή, φάρμακα, στέγη ή κλινοσκεπάσματα, πέθαιναν σε μεγάλους αριθμούς και με γρήγορους ρυθμούς. Κάθε μια μέρα το φθινόπωρο του 1941, πέθαιναν τόσοι πολλοί Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, που αντιστοιχούσαν με τους Αμερικανούς και Βρετανούς αιχμαλώτους που έχασαν τη ζωή τους σε ολόκληρο τον πόλεμο. Εν τω συνόλω τους περισσότερα από 3.000.000 πέθαναν, οι περισσότεροι μέσα σε  μια περίοδο ολίγων μηνών.

Στην ουσία της και η Σοβιετική στάση έναντι των Γερμανών αιχμαλώτων δεν ήταν διαφορετική. Όταν ύστερα από τη μάχη του Στάλιγκραντ ο Σοβιετικός στρατός συνέλαβε 90.000 αιχμαλώτους, τους έκλεισε επίσης σε ξέσκεπα χωράφια χωρίς καθόλου τροφή και στέγη. Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών τουλάχιστον 500.000  Γερμανοί και εν γένει στρατιώτες του Άξονος, θα πέθαιναν ως αιχμάλωτοι των Σοβιετικών. Αλλά καθώς ο Κόκκινος στρατός άρχισε να κερδίζει τον πόλεμο, προσπάθησε να κρατήσει τους αιχμαλώτους του ζωντανούς, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει σε στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας. Σύμφωνα με τις ίδιες τις στατιστικές των Σοβιετικών 2.500.000 Γερμανοί αιχμάλωτοι στρατιώτες και 1.000.000  σύμμαχοί τους ( κυρίως Ρουμάνοι, Ιταλοί, Ούγγροι και Αυστριακοί, όπως επίσης Γάλλοι και Ολλανδοί) εστάλησαν  πιθανόν στα στρατόπεδα εργασίας των Γκούλαγκ, μαζί με περίπου 600.000 Ιάπωνες αιχμαλώτους, των οποίων η μοίρα έχει σχεδόν ξεχαστεί στην ιδιαιτέρα τους πατρίδα.

Από αυτούς μερικοί απελευθερώθησαν αμέσως ύστερα από τον πόλεμο και άλλοι απελευθερώθησαν τη δεκαετία του 1950. Δεν υπήρχε κατ` ανάγκη κάποια πολιτική λογική σε αυτές τις αποφάσεις Σε κάποια στιγμή μέσα στο έτος 1947, στο αποκορύφωμα της μεταπολεμικής πείνας, η NKVD ανέλπιστα απελευθέρωσε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες αιχμαλώτους πολέμου. Δεν εδόθη κάποια πολιτική εξήγηση: Η Σοβιετική ηγεσία απλά δεν είχε αρκετά τρόφιμα, προκειμένου να τους κρατήσει ζωντανούς όλους αυτούς.  Και στο μεταπολεμικό κόσμο υπήρξαν  πιέσεις – κυριότατα από το νέο κράτος  δορυφόρο της ΕΣΣΔ, την Ανατολική Γερμανία –  προκειμένου να τους κρατήσει στη ζωή. Οι Ναζί είχαν λειτουργήσει χωρίς τέτοιους περιορισμούς.

Στο βιβλίο  ‘Bloodlands’ αν και υπάρχει κάποιο ανέκδοτο υλικό και κάποια νέα στατιστικά στοιχεία και τα οποία ενδεχομένως να προκαλέσουν έκπληξη σε όσους δεν γνώριζαν  αυτά τα ιστορικά ζητήματα, οι επιστήμονες δεν θα βρουν ουσιαστικά τίποτα το καινούργιο.   Οι ιστορικοί της γεωγραφικής αυτής ζώνης γνωρίζουν σίγουρα ότι 3.000.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πέθαναν από την πείνα στα στρατόπεδα των Ναζί, ότι το μεγαλύτερο μέρος του Ολοκαυτώματος έλαβε χώρα στις Ανατολικές χώρες της Ευρώπης και ότι τα σχέδια του Χίτλερ για την Ουκρανία δεν ήταν διαφορετικά από εκείνα του Στάλιν.  Η πρωτότυπη συνεισφορά του Snyder ήταν ότι αντιμετώπισε όλα αυτά τα γεγονότα – τον Ουκρανικό λιμό, το Ολοκαύτωμα, τις μαζικές εκτελέσεις του Στάλιν, την εσκεμμένη λιμοκτονία των Σοβιετικών αιχμαλώτων, τις μεταπολεμικές εθνικές εκκαθαρίσεις – ως διαφορετικές όψεις του ιδίου φαινομένου. Αντί να μελετήσει τις Ναζιστικές θηριωδίες ή τις Σοβιετικές θηριωδίες ξεχωριστά, όπως το έχουν κάνει πολλοί άλλοι ιστορικοί, τις εξετάζει εκ παραλλήλου. Ούτε ο Snyder συγκρίνει ακριβώς τα δύο συστήματα. Η πρόθεσή του είναι μάλλον να δείξει ότι και τα δύο συστήματα διέπραξαν τα ίδια είδη των εγκλημάτων, την ίδια χρονική περίοδο και στα ίδια μέρη, ότι βοήθησε και συνήργησε το ένα προς το άλλο και ότι πάνω απ` όλα αυτή η αλληλοσυνέργειά τους οδήγησε σε μεγαλύτερες  μαζικές σφαγές από ό,τι θα μπορούσε το κάθε ένα ξεχωριστά να επιτελέσει.

Applebaum-Map-111110_jpg_630x385_q85

Europe in 1933. The shaded areas are what Timothy Snyder calls the bloodlands. Anne Applebaum writes, ‘Between 1933 and 1945, fourteen million people died there, not in combat but because someone made a deliberate decision to murder them.’

Θέλει επίσης να δείξει ότι η αλληλεπίδραση αυτή είχε τρομερές συνέπειες για τους κατοίκους της γεωγραφικής αυτής  περιοχής.  Από μια μεγάλη απόσταση στο χρόνο και στο χώρο, εμείς εδώ στη Δύση, έχουμε την πολυτέλεια να μελετάμε αυτά τα δύο συστήματα ξεχωριστά: συγκρίνοντάς τα και αντιπαραθέτοντάς τα, κρίνοντάς τα και αναλύοντάς τα, εμπλεκόμενοι σε θεωρητικές συζητήσεις για το πιο από τα δύο ήταν χειρότερο. Αλλά οι άνθρωποι οι οποίοι έζησαν και υπό τα δύο καθεστώτα, στην Πολωνία ή στην Ουκρανία, τα βιώσαν ως ένα κομμάτι μιας ενιαίας ιστορικής στιγμής. Ο  Snyder εξηγεί:

‘Τα καθεστώτα  των Ναζί και των Σοβιετικών μερικές φορές λειτούργησαν ως  σύμμαχοι, όπως στην κοινή τους κατοχή επί της Πολωνίας ( από το 1939 έως το  1941). Μερικές φορές είχαν συμβατούς στόχους: όπως όταν ο Στάλιν επέλεξε να μην βοηθήσει τους επαναστάτες της Βαρσοβίας το 1944 ( κατά τη διάρκεια της εξέγερσης) , επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο στους Γερμανούς να σκοτώσουν τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι αργότερα θα μπορούσαν να προβάλουν αντίσταση στο κομμουνιστικό σύστημα… Συχνά δε,  εκ του ανταγωνισμού των Γερμανών και των Σοβιετικών τα πράγματα οδηγούντο σε μεγαλύτερη κλιμάκωση –πράγμα που κόστιζε περισσότερες ζωές απ` ό,τι θα προκαλούσε η μεμονωμένη πολιτική του ενός ή του άλλου ξεχωριστά’.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ωμότητες που διεπράχθησαν από τη μία δύναμη διευκόλυνε το δρόμο της άλλης. Όταν οι Ναζί προήλασαν στη δυτική Λευκορωσία, στην Ουκρανία και στις χώρες της Βαλτικής το 1941, είχαν εισέλθει σε  μια περιοχή, από την οποία η μυστική Σοβιετική αστυνομία είχε εκτοπίσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους τους αμέσως προηγούμενους μήνες, και είχε εκτελέσει χιλιάδες φυλακισμένους τις αμέσως προηγούμενες μέρες.  Έτσι οι Γερμανοί κατακτητές χαιρετίστηκαν από μια μερίδα ως ‘ελευθερωτές’, οι οποίοι θα μπορούσαν να σώσουν τους κατοίκους από ένα πραγματικά δολοφονικό καθεστώς.  Βρέθηκαν επίσης, στην ευνοϊκή  θέση, ώστε  να μπορούν να κινητοποιήσουν  τη λαϊκή οργή εναντίον  των Σοβιετικών ωμοτήτων, και σε μερικές περιοχές να στρέψουν μέρος αυτής της οργής εναντίον των  ντόπιων  Εβραίων, οι οποίοι στη λαϊκή φαντασία –και μερικές φορές και στην πραγματικότητα –είχαν συνεργαστεί με τις Σοβιετικές αρχές. Δεν είναι τυχαίο που η επιτάχυνση του Ολοκαυτώματος έγινε αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

Ένα τέτοιος τρόπος θέασης της ιστορίας της Ευρώπης των μέσων του 20ου αιώνα, έχει επίσης και κάποιες συνέπειες για τους Δυτικούς. Ανάμεσα σε άλλα ο Snyder  ζητά από τους αναγνώστες του να ξανασκεφτούν τα πιο διάσημα φιλμ και τις φωτογραφίες οι οποίες ελήφθησαν από το Belsen και  το Buchenwald  από τους Βρετανούς και Αμερικανούς στρατιώτες, οι οποίοι  πρώτοι  εισήλθαν στα στρατόπεδα αυτά.  Αυτές οι εικόνες που δείχνουν    ανθρώπους να πεθαίνουν από την πείνα,  να είναι κάτισχνοι, να είναι κινούμενοι σκελετοί μέσα σε ριγέ στολές,  στοίβες πτωμάτων σε σωρούς όπως τα ξύλα, έχουν γίνει οι πιο ισχυρές εικόνες του Ολοκαυτώματος. Ως επί το πλείστον  όμως οι άνθρωποι σε αυτές τις φωτογραφίες δεν είναι Εβραίοι: Ήσαν αιχμάλωτοι που ασκούσαν καταναγκαστική εργασία  και οι οποίοι είχαν διατηρηθεί στη ζωή, επειδή η Γερμανική πολεμική μηχανή τους χρειάζονταν για να παράγουν όπλα και στολές. Μόνο όταν το Γερμανικό κράτος άρχισε να καταρρέει στις αρχές του 1945, άρχισαν να πεθαίνουν από την πείνα σε μεγάλους αριθμούς.

Η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων του Χίτλερ, Εβραίοι και μη, ποτέ δεν είδαν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Παρά το γεγονός ότι περίπου 1.000.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, επειδή είχαν αποσταλεί στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης για  καταναγκαστική εργασία, περίπου 10.000.000  πέθαναν στα δολοφονικά πεδία της Πολωνίας, της Ουκρανίας της Λευκορωσίας και της Ρωσίας, -πράγμα που σημαίνει ότι οδηγήθησαν στο δάσος –  μερικές φορές με τη βοήθεια των γειτόνων τους – και στη συνέχεια τουφεκίστηκαν, καθώς επίσης και σε Γερμανικές ζώνες λιμοκτονίας και στους Γερμανικούς θαλάμους αερίων.  Οι θάλαμοι αερίων δεν ήταν «στρατόπεδα», υποστηρίζει ο Snyder, αν και μερικές φορές ήταν δίπλα σε στρατόπεδα, όπως στο Άουσβιτς:

‘Σύμφωνα με το Γερμανικό νόμο, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα ‘εργοστάσια θανάτου’  λειτουργούσαν κάτω από διαφορετικούς κανονισμούς. Μια φυλάκιση στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Belsen ήταν ένα πράγμα, όμως μια μεταφορά στο εργοστάσιο θανάτου  Bełz·ec, ήταν κάτι άλλο.  Το πρώτο στρατόπεδο σήμαινε πείνα,  καταναγκαστική εργασία, αλλά και η πιθανότητα επιβίωσης.  Το δεύτερο σήμαινε άμεσο και βέβαιο θάνατο από ασφυξία. Γι` αυτό, κατά μια ειρωνεία της τύχης,  οι άνθρωποι θυμούνται το Belsen και ξεχνούν το  Belz • ec’.

Ένα παρόμοιο ζήτημα  εγείρει ο Snyder και σχετικά με τα θύματα του Στάλιν,  υποστηρίζοντας ότι αν και 1.000.000 άνθρωποι πέθαναν στα Σοβιετικά Gulag ανάμεσα στα 1933 και 1945, ένας επιπλέον αριθμός 6.000.000 ανθρώπων πέθαναν, άλλοι  από λιμούς που προκάλεσαν οι πολιτικές αποφάσεις των Σοβιετικών και άλλοι μέσα σε Σοβιετικά πεδία θανάτου.   Τυχαίνει να ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι οι αριθμοί που παραθέτει ο Snyder είναι κάπως χαμηλοί – ο αριθμός των θανάτων στα Gulag είναι σίγουρα μεγαλύτερος  από το 1εκ – αλλά οι αναλογίες είναι μάλλον σωστές.  Στην  περίοδο ανάμεσα στο 1930 και 1953, ο αριθμός των ανθρώπων που πέθαναν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας – από την πείνα, την υπερκόπωση και το κρύο, καθώς οι κρατούμενοι ζούσαν σε ξύλινα παραπήγματα πίσω από συρματοπλέγματα – είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμό εκείνων που πέθαναν βίαια από τα πυρά των πολυβόλων μαζί με εκείνους που πέθαναν από την πείνα, επειδή το χωριό τους είχε στερηθεί των τροφίμων του.

Η εικόνα που έχουμε για τον κρατούμενο με τα ξύλινα παπούτσια, να σέρνει τον εαυτό του στην καταναγκαστική εργασία κάθε πρωί, χάνοντας την ανθρωπιά του μέρα με την ημέρα,  –  είναι η εικόνα που έχουμε μέσα από τα λαμπρά γραπτά των Primo Levi, Elie Wiesel, και  Alexander Solzhenitsyn –  είναι υπο μία έννοια κάπως παραπλανητική.  Στην πραγματικότητα οι κρατούμενοι που μπορούσαν να δουλέψουν είχαν τουλάχιστον μια ευκαιρία να μείνουν ζωντανοί. Οι κρατούμενοι όμως οι οποίοι ήσαν πολύ αδύναμοι για να δουλέψουν, ή γι` αυτούς που δεν μπορούσε να οργανωθεί κάποια εργασία λόγω του πολέμου και του χάους, ήταν πολύ πιο πιθανόν να πεθάνουν. Τα 5.400.000 Εβραίοι οι οποίοι  πέθαναν στο  Ολοκαύτωμα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δολοφονήθηκαν άμεσα είτε μέσα  σε θαλάμους αερίων (κτιρίων ή φορτηγών αυτοκινήτων)  είτε μέσα στην απόλυτη σιγή των δασών. Δεν έχουμε φωτογραφίες ούτε των ιδίων των ανθρώπων ούτε των πτωμάτων τους.

Επίσης, τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται στο βιβλίο Bloodlands σχετικά με ζητήματα γεωγραφίας και χρονολόγησης περιπλέκουν κάπως τη συζήτηση σχετικά με τη σωστή χρήση του  όρου ‘γενοκτονία’ (genocide). Για κάποιον που σήμερα μπορεί  να μην γνωρίζει, αυτή η λέξη, η οποία προέρχεται  από την Ελληνική λέξη ‘γένος’, φυλή και τη Γαλλική κατάληξη –cide, επινοήθηκε το 1943 από έναν Πολωνό δικηγόρο Εβραϊκής καταγωγής, τον   Raphael Lemkin, ο οποίος για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα προηγουμένως είχε προσπαθήσει να στρέψει  την προσοχή της διεθνούς κοινότητας σε αυτό που σε πρώτη φάση ο ίδιος αποκάλεσε ‘εγκλήματα βαρβαρότητας’. Το 1933 εμπνευσμένος από τις πληροφορίες για τη μαζική σφαγή των Αρμενίων, είχε προτείνει στην Κοινωνία των Εθνών να αντιμετωπίζει τις μαζικές σφαγές που διαπράττονταναπό μίσος προς μια φυλετική, θρησκευτική ή κοινωνική συλλογικότητα’ ως ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.  Αφ` ότου εγκατέλειψε το 1940 την κατεχόμενη από τους Ναζί Πολωνία, ο Lemkin ενέτεινε τις προσπάθειές του. Αργότερα ο ίδιος έπεισε τους εισαγγελείς της Νυρεμβέργης να χρησιμοποιήσουν τη λέξη ‘γενοκτονία’ κατά τη διάρκεια των δικών,  αν και η λέξη αυτή δεν συμπεριελήφθη στην τελική ετυμηγορία του δικαστηρίου. Ανέλαβε επίσης εκ μέρους του νεοσύστατου διεθνούς οργανισμού του ΟΗΕ,  να καταρτήσει ένα προσχέδιο για μια Σύμβαση για τη Γενοκτονία. Τελικά, ύστερα από μακρά συζήτηση η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1948 ψήφισε αυτή τη Σύμβαση.

Όπως μας εξηγεί ο ιστορικός του  Stanford,  Norman Naimark, στο βιβλίο του Stalins Genocides  ο ορισμός των  ΗΕ για τη γενοκτονία ήτο εσκεμμένα  στενός: ‘Πράξεις που διαπράττονται με την πρόθεση να καταστρέψουν, εν όλω ή εν μέρει, μια εθνική, εθνοτική, θρησκευτική ή φυλετική ομάδα’. Αυτό συνέβη, επειδή οι Σοβιετικοί διπλωμάτες είχαν απαιτήσει τον αποκλεισμό οιασδήποτε αναφοράς σε κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ομάδες. Αν είχαν περιληφθεί οι όροι αυτοί εντός της Σύμβασης αυτής,  τότε θα ήτο δυνατόν να εγερθούν κατηγορίες ενάντια στην ΕΣΣΔ  για τις μαζικές της σφαγές κατά της αριστοκρατίας ( μιας κοινωνικής ομάδας),  κατά των κουλάκων (μιας οικονομικής ομάδας) ή κατά των Τροτσκιστών (μιας πολιτικής ομάδας).

Αν και ο ίδιος ο Lemkin συνέχισε να υποστηρίζει έναν ευρύτερο ορισμό του   όρου αυτού, σήμερα  η λέξη ‘γενοκτονία’ έχει ταυτιστεί με τη μαζική δολοφονία μιας εθνοτικής ομάδας. Στην πραγματικότητα, μέχρι πρόσφατα ο όρος εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά για να χαρακτηρίσει το Ολοκαύτωμα, τη μόνη ‘γενοκτονία’  η οποία είχε αναγνωρισθεί ως τέτοια από σχεδόν ολόκληρη την ανθρωπότητα, από τους πρώην συμμάχους, ακόμη και από τους πρώην   υπαίτιους του εγκλήματος αυτού.

Ίσως λόγω της ασυνήθιστα παγκόσμιας αναγνώρισης  του Ολοκαυτώματος ως γενοκτονία, η λέξη αυτή εδώ και λίγα χρόνια έχει αποκτήσει σχεδόν μαγικές ιδιότητες. Πολλά έθνη σήμερα ξεκινούν εκστρατείες διαφώτισης, προκειμένου να πετύχουν την αναγνώριση μας ιστορικής τους τραγωδίας ως ‘γενοκτονία’. Έτσι ο όρος αυτός έχει γίνει ένα πολιτικό όπλο και στο εσωτερικό και στο εξωτερικών των διαφόρων χωρών.   Η διαφωνία μεταξύ των Αρμενίων και των Τούρκων για το εάν οι μαζικές σφαγές των Αρμενίων ύστερα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήσαν ‘γενοκτονία’, έχει αποτελέσει αντικείμενο ψηφοφορίας  στο Κογκρέσο των ΗΠΑ. Οι ηγέτες της Πορτοκαλί Επαναστάσεως στην Ουκρανία ξεκίνησαν μια εκστρατεία, προκειμένου ο Ουκρανικός Λιμός του 1933 να αναγνωρισθεί ως ‘γενοκτονία’ στα διεθνή δικαστήρια (  το Γενάρη του 2010, ένα δικαστήριο στο Κίεβο εξέδωσε  μια καταδικαστική απόφαση κατά του Στάλιν και άλλων υψηλόβαθμων  αξιωματούχων για την τέλεση της πράξης της ΄γενοκτονίας΄ εις βάρος του Ουκρανικού έθνους). Η διεθνής αυτή εκστρατεία όμως, υποχώρησε, όταν οι περισσότερο φιλορώσοι  αντίπαλοι τους ήρθαν στην κυβέρνηση της Ουκρανίας. Έκτοτε από το link  της προεδρικής ιστοσελίδας  έχει  διαγραφεί η εκστρατεία για την αναγνώριση της Ουκρανικής γενοκτονίας.

Τελικά όπως μας δείχνει καθαρά  η ιστορία  της προσπάθειας του  Lemkin, η συζήτηση για την ορθή χρήση του όρου αυτού έχει δυναμιτιστεί εξ αρχής από τους ίδιους τους πολιτικούς:   Κατ` αρχάς έχουμε την άρνηση των πολιτικών της αριστεράς να καταδικάσουν τον κομμουνισμό. Επίσης έχουμε το γεγονός ότι ο Στάλιν ήταν σύμμαχος του Ρούσβελτ και του Τσόρτσιλ.  Ύστερα έχουμε την ύπαρξη των Γερμανών ιστορικών οι οποίοι προσπάθησαν να μειώσουν τη σημασία του Ολοκαυτώματος συγκρίνοντάς το με τα εγκλήματα των Σοβιετικών.   Όλα αυτά σήμαιναν μέχρι πρόσφατα στη Δύση ότι ήτο πολιτικά λάθος  να παραδεχτεί κανείς ότι πετύχαμε να νικήσουμε τον έναν δικτάτορα  που δημιούργησε το Ολοκαύτωμα με τη βοήθεια ενός άλλου. Μόνο σήμερα, μετά τη δημοσίευση ιστορικού υλικού τόσου μεγάλου όγκου από τα αρχεία της Σοβιετικής Ένωσης και των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης, έχει γίνει καλύτερα γνωστή στη Δύση ή έκταση των μαζικών δολοφονιών της Σοβιετικής Ένωσης.  Τα τελευταία χρόνια αυξάνουν οι πολίτες  από τα κράτη που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής της πρώην Σοβιετικής Ένωσης – κυρίως στις χώρες της Βαλτικής και στην Ουκρανία  – οι οποίοι έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν τη λέξη ‘γενοκτονία’  σε νομικά έγγραφα, προκειμένου να χαρακτηρίσουν τη φύση των μαζικών σφαγών της Σοβιετικής Ένωσης.

Το σύντομο βιβλίο του  Naimark είναι μια μαχητική συμβολή σε αυτή τη συζήτηση. Αν και αναγνωρίζει την  προβληματική πολιτική ιστορία της Σύμβασης για τις ‘γενοκτονίες’ των Ηνωμένων Εθνών, εν τούτοις επιμένει να ισχυρίζεται ότι και με τον ισχύοντα ορισμό,  η επίθεση του Στάλιν κατά των κουλάκων και κατά των Ουκρανών χωρικών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ‘γενοκτονία’. Έτσι θα έπρεπε να χαρακτηριστούν και οι στοχευμένες εκστρατείες του Στάλιν κατά συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων. Σε διαφορετικές χρονικές στιγμές η μυστική αστυνομία του Στάλιν καταδίωξε, συνέλαβε και δολοφόνησε εθνοτικές ομάδες Πολωνών, Γερμανών και Κορεατών, οι οποίες συνέβη να ζουν στην ΕΣΣΔ και βέβαια δολοφόνησε 20.000 Πολωνούς αξιωματικούς, μέσα σε  λίγες εβδομάδες. Ένας μικρός αριθμός εθνών, και κυρίως οι Τσετσένοι, συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν σε μεγάλες μάζες κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Πολέμου: άνδρες, γυναίκες, παιδιά και παππούδες  στοιβάχτηκαν σε τραίνα και εστάλησαν για να ζήσουν στην Κεντρική Ασία,  όπου εννοείται ότι επρόκειτο να πεθάνουν και πιθανότατα να εξαφανιστούν ως έθνος. Μια παρόμοια μοίρα επιφυλάχθηκε και για τους Τατάρους της Κριμαίας.

Το έργο του  Naimark, όπως και εκείνο του Snyder, έχει ευρεία πλαίσια αναφοράς:  από το επαναστατικό βιβλίο του για την Σοβιετική Κατοχή της Ανατολικής Γερμανίας, μέχρι τις μελέτες του για τις εθνοκαθάρσεις.  Ως εκ τούτου τα επιχειρήματά του  είναι έγκυρα, σαφή και δύσκολο να αμφισβητηθούν. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας σοβαρά και όσα αναπτύσσονται στο βιβλίο Bloodlands, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε μήπως η όλη συζήτηση για τις γενοκτονίες  – και ιδιαίτερα οι μακροχρόνιες συζητήσεις  για το αν οι δολοφονίες του Στάλιν ‘πληρούν ή όχι τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν γενοκτονίες’ – δεν είναι τίποτα άλλο παρά  ένα προπέτασμα καπνού. Αν οι μαζικές δολοφονίες του Στάλιν και του Χίτλερ υπήρξαν διαφορετικής υφής αλλά όχι κάτι το ξεχωριστό και αν καμία δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί με τον ίδιο τρόπο χωρίς την ύπαρξη της άλλης, τότε πώς μπορούμε να μιλάμε για το εάν η μία είναι γενοκτονία και η άλλη δεν είναι;

Για τους ανθρώπους που στην πραγματικότητα έζησαν και δοκίμασαν και τη μία και την άλλη τυραννία, το πώς ορίζεται η λέξη ‘γενοκτονία’ ελάχιστα τους ενδιαφέρει. Ενδιαφέρει τον Πολωνό έμπορο αν πέθανε, επειδή ήταν Εβραίος ή καπιταλιστής;  Ενδιαφέρει το κοριτσάκι  από την Ουκρανία που πέθανε από την πείνα αν του στέρησαν την τροφή του, προκειμένου να δημιουργήσουν έναν Κομμουνιστικό παράδεισο ή για να παράξουν θερμίδες για τους στρατιώτες του Γερμανικού Ράιχ; Πιθανότατα να χρειαζόμαστε έναν νέο ορισμό,  που να είναι ευρύτερος από το σημερινό και που απλά να λέει ότι ‘γενοκτονία είναι η μαζική δολοφονία που διαπράττεται  για πολιτικούς λόγους’.  Ή ίσως θα έπρεπε απλά να συμφωνήσουμε ότι η λέξη ‘γενοκτονία’ περιλαμβάνει τις έννοιες της εσκεμμένης  πείνας, όπως επίσης τους θαλάμους αερίων και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πράγμα που εμπεριέχει τη μαζική δολοφονία των κοινωνικών ομάδων, όπως επίσης των εθνοτικών ομάδων- και έτσι να τελειώνουμε με αυτό το ζήτημα.

applebaum_2-111110_jpg_630x420_crop_q85

Refugees at a transit camp, Dessau, Germany, April 1945

Τέλος, τα επιχειρήματα που περιέχονται στο Bloodlands  σχολιάζουν  αρνητικά  τη σύγχρονη έννοια της μνήμης:   η μνήμη έτσι όπως είναι σήμερα είναι αντίθετη προς  την ιστορική αλήθεια. Είναι αλήθεια για παράδειγμα ότι το σύγχρονο Γερμανικό κράτος ‘θυμάται’ το Ολοκαύτωμα – στα επίσημα έγγραφα, στις δημόσιες συζητήσεις, στα μνημεία, στα σχολικά εγχειρίδια – και συχνά δικαίως επαινείται για κάτι τέτοιο.  Αλλά πόσο ολοκληρωμένη είναι αυτή η μνήμη;  Πόσοι Γερμανοί «θυμούνται» τους θανάτους των 3.000.000 Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου; Πόσοι άραγε γνωρίζουν ή ενδιαφέρονται να μάθουν για τη μυστική συνθήκη  που υπεγράφη ανάμεσα στον Χίτλερ και τον Στάλιν και η οποία καταδίκασε τους κατοίκους της Δυτικής Πολωνίας σε εκτοπίσεις, πείνα, και συχνά στο θάνατο στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, και που επίσης καταδίκασε τους κατοίκους της Ανατολικής Πολωνίας στις εκτοπίσεις, στην πείνα, και συχνά στο θάνατο μέσα στα στρατόπεδα εξορίας των Σοβιετικών; Για τη σφαγή στο Katyn υπό μια έννοια είναι συνυπεύθυνη και η Γερμανική πλευρά: χωρίς τη συμπαιγνία   της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, αυτό θα μπορούσε να μην είχε συμβεί. Εν τούτοις το πολύ ειλικρινές συναίσθημα της ενοχής της σύγχρονης Γερμανίας για το Ολοκαύτωμα, συχνά δεν επεκτείνεται και προς τους Σοβιετικούς αιχμαλώτους ή ακόμη και προς τους Πολωνούς.

.

Αν θυμηθούμε τον 20ο  αιώνα για ό, τι πραγματικά ήταν, και όχι για ό, τι φανταζόμαστε  ό, τι ήταν, βλέπουμε πόσο οι εθνικές και πολιτικές σκοπιμότητες δυσκολεύουν μια τέτοια ανάγνωση της ιστορίας.    Το σύγχρονο Ρωσικό κράτος μιλά συχνά για «20.000.000 Σοβιετικούς νεκρούς» κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου και το κάνει αυτό για να δώσει έμφαση στη θυματοποίησή του και στο μαρτύριό του. Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε αυτόν τον ύποπτα μεγάλο αριθμό νεκρών, εξακολουθεί να είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η πλειοψηφία αυτών των νεκρών δεν ήσαν Ρώσοι, δεν ζούσαν στα γεωγραφικά όρια της σύγχρονης Ρωσίας,  και δεν πέθαναν απαραίτητα εξαιτίας της γερμανικής επιθετικότητας. Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ένας αριθμός Σοβιετικών πολιτών ήταν εξίσου πιθανό να είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια  του πολέμου λόγω των αποφάσεων του Στάλιν, είτε επίσης λόγω της αλληλεπίδρασης μεταξύ της πολιτικής του Στάλιν και τον Χίτλερ.

Για διάφορους λόγους, η Αμερικανική λαϊκή μνήμη του Β` Παγκοσμίου Πολέμου οφείλει επίσης να προβεί σε κάποιες αναθεωρήσεις. Στο παρελθόν, έχουμε μερικές φορές περιγράψει τον πόλεμο αυτό ως ‘έναν καλό πόλεμο’,  σε σχέση τουλάχιστον με όσους πολέμους ακολούθησαν και ήταν ηθικά διφορούμενοι. Σε κάποιο βαθμό αυτό είναι κατανοητό: Κάναμε έναν  πόλεμο  για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Γερμανία και στην Ιαπωνία, και όταν γυρίσαμε πίσω στην πατρίδα μας, μπορούσαμε να είμαστε υπερήφανοι γιατί  τους είχαμε αφήσει   ένα δημοκρατικό καθεστώς. Αλλά είναι επίσης αληθές ότι ενώ πολεμούσαμε για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αγνοήσαμε και στη συνέχεια ξεχάσαμε το τι συνέβαινε στην Ανατολική της μεριά.

Ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είχαμε απελευθερώσει μεν το ήμιση της Ευρώπης, με το κόστος όμως της υποδούλωσης του άλλου μισού για 50 ακόμη χρόνια. Στην πραγματικότητα είχαμε κερδίσει τον πόλεμο εναντίον του ενός δικτάτορα με τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξε ένα αίσιο τέλος για εμάς, μα όχι για όλους. Αυτό δεν μας προσάπτει σώνει και καλά κάτι το αρνητικό: Υπήρχαν όρια, αιτίες, νόμιμες επεξηγήσεις για ό, τι ακολούθησε. Αλλά αυτό όμως μας κάνει λιγότερο εξαιρετικούς.  Και αυτό κάνει το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο λιγότερο εξαιρετικό, περισσότερο αμφιλεγόμενο ηθικά και έτσι κατά κάποιο τρόπο τον κάνει όμοιο με τους πολέμους που ακολούθησαν.

Αν μη τι άλλο, η επαναξιολόγηση των όσων γνωρίζουμε για την Ευρώπη  τα έτη ανάμεσα στο 1933 και 1953, θα μπορούσε να μας θεραπεύσει τελικά από αυτή την ‘έλλειψη φαντασίας’ που τόσο τρόμαξε τον  Czesław Miłosz σχεδόν 60 χρόνια πριν. Όταν εξετάζεται το Auschwitz μεμονωμένα, μπορεί εύκολα να  κατηγοριοποιηθεί και να χαρακτηρισθεί ως ανήκον σε ένα συγκεκριμένο χώρο και τόπο ή να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα της ιδιαίτερης ιστορίας της Γερμανίας ή της ιδιαίτερης κουλτούρας της. Αν όμως το Auschwitz δεν ήταν η μοναδική μαζική θηριωδία, αν οι μαζικές δολοφονίες ελάμβαναν χώρα ταυτόχρονα σε ένα πολυεθνικό γεωγραφικό χώρο και με την υποστήριξη πολλών ανθρώπων διαφορετικών κατηγοριών, τότε δεν είναι εύκολο να  ‘τεμαχιστεί’ και να δικαιολογηθεί.

Όσα  περισσότερα  μαθαίνουμε για τον 20ο αιώνα, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αντλήσουμε εύκολα μαθήματα ή να κάνουμε έστω και απλές κρίσεις για τους ανθρώπους που έζησαν μέσα σε αυτόν – και ίσως  πιο εύκολο θα είναι να συμπάσχουμε και να προσπαθήσουμε να τον κατανοήσουμε.

*

The New York Review of Books

NOVEMBER 11, 2010

Anne Applebaum

Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin
by Timothy Snyder
Stalin’s Genocides
by Norman M. Naimark
Princeton University Press

Advertisements