Όσοι αγαπάμε την ποίηση γνωρίζουμε ότι το «αγαπημένο ποίημα» δεν είναι ούτε ένα, ούτε ένα κάθε φορά. Ωστόσο, είναι μερικά ποιήματα που δεν τα ξεπερνάς, επιστρέφεις σ’ αυτά συνεχώς, χρόνια και δεκαετίες. Ένα τέτοιο ποίημα σας παρουσιάζω, 93 χρόνια μετά την πρώτη του δημοσίευση. Σας προσκαλώ να κάνετε κι εσείς την επιλογή σας: ένα ποίημα που εξακολουθεί να μιλάει στην ψυχή σας καιρούς μετά από την ώρα που το πρωτοδιαβάσατε.

Ο Μπουκουβάλας ο μικρός κι ο Κλής του Τσαγκαράκη
κι ο Νίκος του Βρανά
Σάββατο βράδυ κάποτε το ΄ριχναν στο μεράκι
στου Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.

Κι ως ήσανε αρχοντόπουλα κι οι τρεις, στο κέφι επάνω
στέλναν για τα βιολιά,
και να, σε λίγο βλέπανε τον Κατσαρό τον Πάνο,
και πίσω το Γιωργή το Μπαταριά.

Κι αμέσως με το βιολιτζή και με το λαουτέρη
και μ’ έναν πιφιρτζή,
για το βελούχι κίναγαν του Κώστα Καλιαντέρη,
που σίγουρα τον έβρισκαν εκεί.

Κι ο Κώστας λαγοκοίμητος, πάντα με την ποδιά του,
τους δέχονταν ορθός,
και το τραπέζι ετοίμαζε προς τ’ αρμυρίκια κάτου,
στης άπλας λιμνοθάλασσας το φως.

Κι ως να στρωθεί και να σιαχτεί, και να συγκαιριστούνε
τ’ άργανα σιγαλά
τα λιανοτράγουδα άρχιζαν, τα γιαρεδάκια, oπού ‘ναι
καθώς τα προσανάμματα στη στιά.

Μα στο τραπέζι ως κάθουνταν, κι άνοιγεν η φωνή σου,
μεγάλε Μπαταριά!
στο τρίτο κρασοπότηρο, πουλιά του Παραδείσου
ξυπνούσανε κι αηδόνια στα κλαδιά.

Και λίγο λίγο ως γύριζες μες το τραγούδι, ώ θάμα!
παλληκαριές, καημούς,
τ’ αρματολίκι ανέβαζες και την αγάπη αντάμα
στ’ αστέρια, στο φεγγάρι, στους θεούς.

Και κείθε που δεν έφτανε κανένας, κι η ανάσα
πιάνονταν ως κι αυτή,
κι εκείθε, αλέγρα, παίζοντας, σκαλί σκαλί τα μπάσα
κατέβαινε η γαλιάντρα σου η φωνή.

Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοια γλέντια να ‘ναι
καλοκαιριού χαρά,
και ο κόσμος έξω, τα νερά κι οι κάμποι να ευωδάνε,
κι όλα μαζί να σπρώχνουν δυνατά

και την πιο λίγο ανάθαρρη παρέκει να πατήσει,
ν’ ακούσει και να δει –
δεν έμενε εικοσάχρονη που να μη ξεπορτίσει
και χήρα νιά στο δρόμο να μη βγει.

Κι όσες ακόμα, οι άπλερες, δε βόλειε να φτερίσουν
σε μάντρες και σε αυλές,
τα κοχυλάκια αυτάκια τους στυλώναν να γρικήσουν,
τα μάτια τους να ρίξουν σαϊτιές.

Και τα τραγούδια, αέρηδες δροσιάς μαζί και λαύρας,
– ο δόλιος ο σεβντάς!
πότε τις φλόγες έφερναν και πότε μιας ανάβρας
το ράντισμα στα φύλλα της καρδιάς.

Μα εκεί που πέλαγο η φωνή σάλευε πια τα φρένα,
κι ο πλανταγμένος νους
που πήγαινε δεν ήξερε, με τα φτερά χαμένα
σ’ αναθυμιές και πόθους ωκεανούς,

καθώς η νύχτα εθάμπιζε και της αυγής η χάρη
σπίθιζ’ αντικρινά,
ξάμωνε ο Μπαταριάς μεμιάς και πέταε το δοξάρι,
με το στερνό του βόγκο, στα νερά.

Και ασηκωμένος, γνεύοντας να ετοιμαστούν και οι άλλοι,
και σκύβοντας στους τρεις
νιόβγαλτους καλεστάδες του, που ‘χανε το κεφάλι
γεμάτο από καπνούς αποβραδίς,

τους έλεγε, ξενέρωτος, πως δεν ήταν η τάξη
πρωί και Κυριακή
να δουν παιδιά που τάχανε μη βρέξει και μη στάξει
μπλεγμένα στα βιολιά και στο κρασί.

Κι ενώ τους έλεγεν αυτά, κι οι γύρω παρωρίτες,
σαν σ’ υπνοφαντασιά,
παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες,
κι οι κάτω στα ντερσέκια τα στενά,

μέσα στ’ ανάφλογο το φως άρχιζαν κι οι καμπάνες,
που φάνταζαν χρυσές,
και τα κορίτσια μπαίνανε να κοιμηθούν, κι οι μάνες
ξαλλάζανε να παν στις εκκλησιές…

Μιλτιάδης Μαλακάσης, 1920

Ο Μπαταριάς | Η καλύβα ψηλά στο βουνό.

Advertisements

Προσφατη παραγωγη

Kατηγορίες

Αρχείο

Enter your email address to subscribe to this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 512 ακόμα followers

Follow Η καλύβα ψηλά στο βουνό on WordPress.com

Blog Stats

  • 9.292.444 hits
Advertisements

Άντε να εκδηλωθούμε κι εμείς και να γίνουμε ρόμπα, γιατί οι προτιμήσεις καθενός μιλάνε.
Μήτσος Παπανικολάου και Ναπολέων Λαπαθιώτης. Μεσοπόλεμος, τροχιές παράλληλες, ζωές σπρωγμένες στα άκρα.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Μη με προσμένει πια να ρθω στο βουερό ακρογιάλι.
Την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε ως το μώλο.
Στην καταχνιά της θάλασσας και στην ανεμοζάλη
Σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.
Κάποια φωτιά ονειρεύομαι για το σβηστό μας τζάκι
Ν’ αστράφτει μες στη σκοτεινιά της σάλας της κλεισμένης.
Να κρούει το παραθύρι μας ο αέρας, το νεράκι
Και εσύ δειλή κι αμίλητη στο πλάι μου να μένεις.
Να λες σ’ αυτή σου τη σιωπή όσα ποτέ δεν είπες
Στις ανοιξιάτικες αυγές, στα θερινά τα βράδια,
Ν’ αντιστοράς στο βλέμμα σου χαρές μαζί και λύπες
Πόθους, παλμούς, ονείρατα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια.
Κι έτσι στην κρύα τη σκοτείνιά της νύχτας του Γενάρη
Μες στ’ όνειρο θ’ αγγίξουμε μια άνοιξη περασμένη,
Τα ΄ρόδα τα’ απριλιάτικα που πια μας τα’ χουν πάρει
Ή Μοίρα μας κι οι ξένοι.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
Ἕν᾿ ἀλλόκοτο φεγγάρι σὰν ἕνα κομμάτι πάγου,
πεθαμένο καὶ στημένο μέσ᾿ στὴ μέση του πελάγου,
μιὰ βουβή, μεγάλη ξέρα, πιὸ γυμνὴ κι ἀπὸ παλάμη,
μ᾿ ἕνα γέρικο, θλιμμένο, τραγικό, μικρὸ καλάμι
κι ἕνας ἴσκιος -ἕνα κάτι- ποὺ δὲ ξέρω τί ἔχει χάσει
κι ἀπὸ τότε φέρνει γύρα, μὴ μπορώντας νά ῾συχάσει.
Παγωμένο τὸ χαμένο κι ὅλο φῶς, ἐκεῖνο τρίο,
σιωποῦσε κι ἀγρυπνοῦσε, μέσ᾿ στὴ νύχτα, μέσ᾿ στὸ κρύο…

Ευκολάκι ποιος είναι ποιος;

Εμεις των Εξαρχειων γνωριζουμε και αγαπαμε τον Ναπολεοντα Λαπαθιωτη του ποιηματος ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ,
αυτο το πανεξυπνο και ευαισθητο «κακο παιδι» της αθηναϊκης αστικης ταξης, με τα τρια κακα της εποχης του, θυμα της ευφυιας του.
«Όπως λέει ο Άρης Δικταίος, «…αυτό που κυρίως στάθηκε σαν ο μέγιστος συντελεστής της καταστροφής του ήταν τ΄ότι δεν τον απασχολούσαν οι βιοτικές μέριμνες……»

Το πατρικο του, αν και κηρυμενο διατηρητεο απο το 1984, ερειπιο πλεον, σωζεται ακομη στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου 23 και Οικονόμου 30 στα Εξάρχεια, κάτω από το λόφο του Στρέφη,

Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης και το κομμουνιστικό κίνημα: ένα άγνωστο ντοκουμέντο, του Νικου Σαραντακου
http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=498634

Ἄτιτλο

Κάτω στοῦ Μήτσου τὸ τεκὲ
Κάναν οἱ μπάτσοι μπλόκο,
Καὶ βρῆκαν ντουμανότρυπες
Κι ἕνα γιαπὶ λουλάδες,
Πενηνταδυὸ διμούτσουνες
Καὶ δεκαοχτὼ μαρκούτσια.
Σουρτά, σουρτὰ μὲ μπαμπεσιὰ
Ζυγῶσαν οἱ ρουφιάνοι
Μὲ ζούλα ᾖρθαν οἱ πούστηδες
Καὶ μᾶς ἐβάναν μπροστά:
Τσιμπῆσαν πρῶτα τὸ Μπαλῆν
Ὅπου φυλοῦσε τσίλλιες
Καὶ μπῆκαν στὸ τσαρδάκι μας
Καὶ μᾶς τὰ κάναν λίμπα!
Πῆραν τὶς ντουμανότρυπες
Πῆραν καὶ τοὺς λουλάδες,
Πῆραν καὶ τὶς διμούτσουνες
Τὰ δεκαοχτὼ μαρκούτσια
Πῆραν καὶ τοὺς ντερβίσηδες
Καὶ στὸ πλεκτὸ τοὺς πᾶνε,
Πῆραν τὸ Μίκα τὸ Ντουρντῆ
Τὸ τζὲ τοῦ Νταλαβέρη
Τὸ Μπάρμπουλα, τὸ Μπόρμπουλα
Καὶ τὸ Μπαλῆ τὸ Μῆτσο
Πήρανε καὶ τὸ Ντερτιλῆ
Τὸ Ντάτα τὸ θηρίο
Πούκαντε πέντε στὴ Παλιὰ
Καὶ δώδεκα στ᾿ Ἀνάπλι
Κι ὄντας τσακίζεται
Λέει: Ὄφ, τ᾿ ἀδερφάκι!
………………………………….

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΟΥΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Μέσα στη βουή του δρόμου
ήταν να ‘βρω τ’ όνειρό μου,
να το βρώ και να το χάσω
κι ούτε πιά που θα το φτάσω.

Μιά στιγμή πέρασε μπρός μου
κι ήταν η χαρά του κόσμου,
η χαρά που μας ματώνει
σαν οι πιο μεγάλοι πόνοι.

Πέρασε όπως περνούνε
όσα δέ θα ξαναρθούνε –
πουλιά πού ‘χουν φτερουγίσει
σύννεφα μέσα στη δύση.

Κι άφησε στο πέρασμά του
– πέρασμα ζωής, θανάτου –
στην καρδιά μου σα σφραγίδα
ώ… την πεθαμένη ελπίδα.

Μιάν ελπίδα πεθαμένη
που μας ζεί και μας πεθαίνει
κι όλο μας τραβάει δώ κάτου
ώς την πόρτα του θανάτου.

Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο,
σε κρατώ στο νού μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα.

Όταν πέρασες με πήρες
κι όλες μου άνοιξες τις θύρες
με το μαγικό κλειδί σου
του χαμένου παραδείσου.

Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943), Τα Ποιήματα, επιμέλεια Τάσου Κόρφη, εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, 1979 .

ΥΓ Μάλιστα τα ποιήματά του ‘Μέσα στη βουή του δρόμου’ , ‘Καραβάκι (Βραδινοί Θάνατοι)[2002] , ‘Χειμώνας'[2004] και ‘Ώρες'[2007] έχουν μελοποιηθεί με ιδιαίτερη επιτυχία από το συγκρότημα Ντομενικα (Domenica).

Μήτσος Παπανικολάου (1900;-1943), Νοσταλγία του Tάφου
(Επιμέλεια για το ¨ποιείν¨ Νίκος Λέκκας)

http://www.poiein.gr/archives/145

Πάνο

το ποιήμα με το Μπαταριά μου το διάβαζε μικρό ο πατ5έρας μου που το λάτρευε.

Παρεπιφτού , έχεις μαίλ 🙂

Αφού προσθέσω την ψήφο μου για το «Μπαταριά» (και τον «Τάκη Πλούμα», βεβαίως-βεβαίως, θα βάλω κι αυτό που μου άρεσε κι από τα τρία πιο πολύ.

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.

Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Συγκλονίζει ο Μπαταριάς…

Ααα… είμαστε κάμποσοι αλλά διασπαρμένοι, οι φανς του Μιλτιάδη.
Κι επειδή τούτο το ποστ πάει να γίνει tribute για τον Μεσσολογγίτη στην καταγωγή, αλλά πολίτη του κόσμου, να και τούτο που καθώς γερνάω όλο και πιο πολύ με στοιχειώνει.

ΤΟ ΛΕΝΕ Τ’ ΑΗΔΟΝΑΚΙΑ

Ἄ! πῶς χτυπᾷ καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
τώρα στὰ γεροντάματα,
σὰ νιὸς νὰ ξαναχαίρομαι φεγγάρι-μέρα, ἀστροφεγγιά,
δύσες, γλυκοχαράματα!

Σὰν ἀπ᾿ τὴν τάξη τὴ μουχλὴ στὸ πατρικό μου νὰ γυρνῶ,
καὶ νἄχω σκόλη τρίμερη,
καὶ νὰ εἶμαι γιὰ τὸ Γαλατᾶ καὶ γιὰ τὸ ἀθάνατο βουνὸ
μὲ τὴν πλαγιὰ τὴν ἥμερη.

Κ᾿ ἐκεῖ, σὰ νὰ μὲ καρτεροῦν γιδάρηδές μου πιστικοί,
πρατάρηδες συντρόφοι μου,
μ᾿ ἄλλους νὰ μπαίνω στὸ λογγὰ κι ἄλλοι ἀπ᾿ τὴν ἄγναντη κορφὴ
νὰ ρίχνουν στὸ πιστρόφι μου.

Κι ἀκόμα, σὰ νἆν᾿ ἕτοιμα, τυρί, μυζήθρα, τὸ σφαχτὸ
καὶ τὸ γλυκὸ τὸ νιώτικο,
κι ἀπὸ σὲ πλατανόφυλλα τὸ κοκκορέτσι τὸ ζεστὸ
καὶ τὸ ρακὶ τ᾿ Ἁηλιώτικο.

Κ᾿ ὕστερα, σὰ νὰ μοῦ κρατοῦν τὴν καλαμάτα στὸ χορὸ
βλαχοῦλες καὶ βλαχόπουλα,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σειέμαι καὶ λυγῶ καὶ στρίβω καὶ νυχοπατῶ,
νὰ μοῦ φωνάζουν: ὄπουλα! …

Ἄ! πῶς χτυπάει καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
καὶ πῶς μ᾿ ἀνάβουν τὰ αἵματα,
σὰ νἆμ, ἐκεῖ καὶ τραγουδῶ μὲ τὴ φλογέρα συνοδιά:
«Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια στὰ κλεισορέματα…»

[…] Πηγή: Ένα ποίημα της ψυχής μας | Η καλύβα ψηλά στο βουνό […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: