Ανήκω σ’ εκείνη τη (μικρή;) μειοψηφία που δεν ενθουσιάστηκε καθόλου με την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου, καθώς θεωρώ το έργο κακό (έως πολύ κακό) αισθητικά και γεμάτο κακοτεχνίες στην κατασκευή του. Ωστόσο, δε μπορώ παρά να φιλοξενήσω στην καλύβα την αγαπητή μου Χριστίνα, γιατί ξέρω ότι η χαρά της είναι και γνήσια και ειλικρινής. Άντε, καλορίζικο βρε! 🙂

thess-10

Χριστίνα Ταχιάου

Φωτογραφίες: Έβελυν Φώσκολου, Σπύρος Αμοιρόπουλος, Τεό Καρανίκας (δείτε στο protagon)
Είχα χάσει το άνοιγμα του κομματιού της νέας παραλίας που αναπλάστηκε πρώτο, τον Νοέμβριο του 2008, γιατί έλειπα από τη Θεσσαλονίκη. Άφησα τον χώρο φυλακισμένο με άσχημες λαμαρίνες κι όταν γύρισα βρήκα ένα πανέμορφο «ευρωπαϊκό» μέρος με ζωή 24 ώρες το 24ωρο, χαρούμενα πρόσωπα, έναν δημόσιο χώρο για τον οποίο μπορεί ο δημότης να είναι περήφανος.

Το υπόλοιπο κομμάτι έκλεισε για το κοινό τον Αύγουστο του 2011 προκειμένου να αναπλαστεί κι αυτό. Τι θλίψη ήταν εκείνη, απ’ τα χειρότερα καλοκαίρια που μπορούσαμε να ζήσουμε στην πόλη. Συχνά τηλεφωνήματα από μένα στον αντιδήμαρχο αστικού σχεδιασμού, να διαμαρτύρομαι επειδή ήταν δύσκολο να κινούμαστε με τα ποδήλατα, να τρέχουμε, ήταν αδύνατο να προσπελάσουμε τη θάλασσα, να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως την ξέραμε. Και χώμα, μιλάμε για πολύ χώμα, λοφίσκους που τους βλέπαμε, θέλοντας και μη. Και χρονικό ορίζοντα παράδοσης του έργου, 28 μήνες μετά. Τέλος του 2013. Έμοιαζε εφιάλτης. 28 μήνες απ’ τη ζωή μας με το μεγαλύτερο μέρος της νέας παραλίας αποκλεισμένο!

Τελικά βρήκαμε τρόπους να κινούμαστε. Λίγο πεζοδρόμιο, λίγο δρόμος, μεγάλος ο κίνδυνος ατυχημάτων και δυστυχημάτων –μέρα που είναι, ας μην πω περισσότερα για το θέμα. Τη βγάλαμε, κουτσά στραβά.

Κι ήρθε το τέλος του 2013. Η 1η του Δεκέμβρη. Την περιμέναμε σαν ερωτευμένοι που θα συναντήσουμε το αντικείμενου του πόθου μας. Προχθές στο λεωφορείο, ένας άγνωστος ηλικιωμένος κύριος δίπλα μου άρχισε να χαμογελά στα καλά καθούμενα και να μου λέει πόσο ωραία είναι τώρα που άναψαν τα φώτα, να δείχνει ενθουσιασμό μικρού παιδιού και, κυρίως, περηφάνια. Περηφάνια επειδή η πόλη μας αποκτά ένα ευπρεπέστατο σημείο που δε θυμίζει σε τίποτα την Ελλάδα των βρώμικων πόλεων, των στενών δρόμων, των έργων της αρπαχτής, των άχρηστων αναπλάσεων, των ανήθικων αναθέσεων.

Όχι ότι δεν υπήρξαν γκρίνιες από την εποχή της αρχικής, ακόμη, ανάθεσης. Αλλά είπαμε, μέρα που είναι, ας μείνουμε στα καλά, ας μη θυμόμαστε ποιοι ήταν εναντίον του έργου και τώρα καμαρώνουν γι’ αυτό. Προσωπικά, έχω την τύχη το έργο να είναι «το μωρό» του αδερφού μου, καθώς εκείνος ως αντιδήμαρχος Αρχιτεκτονικού, 10 χρόνια πριν, είχε παλέψει σκληρά να πείσει τον τότε δήμαρχο Βασίλη Παπαγεωργόπουλο ότι το μεγαλόπνοο αυτό έργο πρέπει να γίνει προκειμένου να αλλάξει η εικόνα της πόλης αλλά και η σχέση των κατοίκων με αυτήν. «Φοβόταν ο Παπαγεωργόπουλος -και μου το είχε πει κοφτά- πως ο δήμος θα έμενε με μία ακριβή μελέτη στο χέρι. Κι όμως αυτό ήταν το κλειδί που άνοιξε τις πόρτες: Η ποιότητα της μελέτης του σχήματος των Νικηφορίδη – Cuomo που είχε επιλεγεί από τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που είχε προηγηθεί. Με αυτό μόνο στην αρχή -επί Σημίτη, χωρίς καμία πολιτική παρέμβαση- και με προσωπικές επαφές μου στη συνέχεια, μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2004, εξασφαλίστηκε η υλοποίηση της μελέτης από τις εγκαταστάσεις των ομίλων μέχρι και το Μέγαρο Μουσικής» γράφει ο Νίκος Ταχιάος ο οποίος από το 2006 δεν ασχολήθηκε, ξανά, με τα δημοτικά.

Το έργο δε γλίτωσε από τη μικροψυχία. Γκρίνιες για το κόστος, για την ανάπλαση των πάρκων με τις πικροδάφνες και τις φυλλωσιές που έκρυβαν τη θάλασσα από το δρόμο, έκαναν τη θέα του Ολύμπου απροσπέλαστη. Γκρίνιες για τις γκρίνιες. Καλά μας λεν «μπαγιάτηδες» τους Θεσσαλονικείς. Αν δε μιζεριάσουμε, δεν δούμε το δέντρο χάνοντας το δάσος, δεν μπορούμε.

Χθες η παραλία ήταν απ’ το πρωί γεμάτη περήφανους. Χαρούμενους. Χαμογελαστούς. Τι κι αν ψιλόβρεχε, κι αν είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας; Περπατούσαμε, κάναμε ποδήλατο, χαιρετούσαμε γνωστούς, κοιτούσαμε γύρω μας γελώντας, μιλούσαμε με αγνώστους. Μια πόλη σε παράκρουση χαράς!

Πέτυχα τους δυο αρχιτέκτονες – μελετητές του έργου, Πρόδρομο Νικηφορίδη και Bernard Cuomo, να στέκονται μόνοι οι δυο τους. «Αυτόγραφα δίνετε;» είπα πριν τους αγκαλιάσω. Έσκασαν κι οι δυο τόσα χρόνια να ακούν για «τους κήπους του τσιμέντου», «τα δέντρα που κόπηκαν», «τα πάρκα που χαλάσανε». Και τι θέλατε, ρε γκρινιάρηδες συμπολίτες, να γίνει; Ο χώρος είναι για περίπατο, για να τον ζούμε. Όχι μόνο για να αγκαλιάζονται ζευγαράκια σε φυλλωσιές γεμάτες ποντίκια και για να έχουμε σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου να σκοντάφτουμε και να βρίζουμε τον δήμο, όπως συνέβαινε πριν την ανάπλαση. Κόπηκαν άρρωστα δέντρα, ξεριζώθηκαν άχρηστες πικροδάφνες, από αυτές που βάζεις για να μη σε βλέπουν οι γείτονες. Απελευθερώθηκε η θέα στον Όλυμπο, η πόλη έγινε ένα με τη θάλασσα.

Σταματώ εδώ, βγαίνω να πάω να χαζέψω ευτυχισμένα πρόσωπα στο «μωρό» του αδερφού μου. Και στα δικά σας στις άλλες πόλεις!

Υ.Γ.: Μόλις μίλησα στο τηλέφωνο με τον Θοδωρή Καρανίκα που έβγαλε τις νυχτερινές λήψεις της παραλίας. «Είμαι στην παραλία, όλοι χαμογελούν και φωτογραφίζουν. Λες και βλέπεις να είμαστε τουρίστες στην πόλη!».

Μία πόλη σε παράκρουση χαράς! | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ | Protagon.