foot-head

Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απογειώνεται δημοσκοπικά και – κυρίως – πολιτικά. Είναι τέτοιο το ζόρι της κοινωνίας και των νοικοκυριών και τέτοιο το χάλι των πολιτικών ζόμπι του ΝΔΣΟΚ, που λογικά θα περίμενε κανείς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να τους έχει πάρει παραμάζωμα… χθες.

Κι όμως, αυτό δεν συμβαίνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αναμφισβήτητο προβάδισμα και θα είναι πρώτο κόμμα, όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές. Αλλά, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα έχει τη δυνατότητα μετά τις εκλογές να σχηματίσει κυβέρνηση, χωρίς την εμπλοκή της ΝΔ και χωρίς την εξαιρετικά επικίνδυνη άμεση επανάληψή τους, όπως συνέβη το 2012. Ακόμα, είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν πρόκειται να έχει αποκτήσει την πολιτική ηγεμονία, κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο για να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικές εξουσίες, έχοντας κάποιες πιθανότητας επιτυχίας .

Η αιτία της μέτριας δημοσκοπικής και της πολιτικά αναιμικής ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλη από τα αριστερά του γονίδια: επιμένει να παράγει αριστερό πολιτικό λόγο – και μάλιστα είναι εμφανές το άγχος μεγάλου μέρους (του συνόλου, σχεδόν) του στελεχιακού του δυναμικού μη τυχόν  και δεν είναι αρκετά αριστερός, μη και γίνει καμιά «δεξιά στροφή»! Την ώρα που οι αποφάσεις του ιδρυτικού του συνεδρίου για την κυβερνητική του πολιτική, αλλά και όσες προτάσεις συγκεκριμενοποιούν ο Τσίπρας και τα στελέχη του έχουν τόση σχέση με αριστερό πρόγραμμα διακυβέρνησης, όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο!

Μιλήστε με οποιονδήποτε (σοβαρό) συριζαίο θέλετε. Δεν θα αποφύγει να υπογραμμίσει, αυτοβούλως, ότι «σ’ αυτή τη φάση δεν τίθεται θέμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού», αλλά μονάχα «σωτηρίας της χώρας». Λες και έχει τύψεις που αφήνει την υπόθεση του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» για μιαν άλλη φορά!

Είναι σαφές ότι το πρόταγμα  για τη σωτηρία της χώρας (και ημών των ιδίων, βεβαίως) συσπειρώνει κάποιον κόσμο στον ΣΥΡΙΖΑ, αν και τους  περισσότερους τους στέλνουν εκεί αδιάβαστους και άνευ όρων ο Σαμαράς, ο Στουρνάρας και ο Βενιζέλος. Είναι επίσης σαφές ότι η επιμονή στον αριστερό λόγο, την οποία επιβάλλουν οι ποικίλες πάλαι ποτέ συνιστώσες και -κυρίως – τα προερχόμενα από το ΚΚΕ στελέχη, λειτουργεί ως ο πλέον αποτελεσματικός ανθρωποδιώχτης. Κι αν αυτό ξεπεραστεί κάποια στιγμή ως προς τα εκλογικά ποσοστά, δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ποτέ στο κρίσιμο επίπεδο της πολιτικής δυναμικής στην κοινωνία.

Γιατί δεν έχει αλλάξει (και ούτε πρόκειται, στο ορατό μέλλον) το δεδομένο ότι η πολιτική επιρροή της (πάντοτε διασπασμένης και αλληλοσπαρασσόμενης) αριστεράς μετά το 1974 δεν ξεπέρασε ποτέ το 15% του εκλογικού σώματος, βαριά  βαριά. Γιατί η σημερινή αριστερή πολιτική επιρροή του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ είναι μονοψήφια και μάλιστα πολύ πιο κοντά στο 4 %, παρά στο 9 %.

Υποθέτω ότι υπάρχουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που αντιλαμβάνονται ότι αν υπήρχε μια αξιόλογη πρόταση απαλλαγής από το ΝΔΣΟΚ και τις πολιτικές που επιβάλει, εκφρασμένη από ένα κλασσικό αλλά καθαρό «αστικό» κόμμα, χωρίς τα τοξικά συστατικά που απαρτίζουν το ΝΔΣΟΚ, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ απλά θα ήταν παρών. Αν τα κατάφερνε να παραμείνει παρών, έστω και ως περιθωριακός παίχτης.

Οι συγκυρίες όμως τα έφεραν αλλιώς. Και έδωσαν την ευκαιρία σε πολιτικά πρόσωπα και ομάδες, με φυσιολογική τη θέση τους στο περιθώριο, να νομίσουν ότι έκαναν την πολιτική τους τύχη και ότι θα ξεκινήσει άμεσα ή έστω μετά από μια σύντομη αναμονή, η πορεία για το σοσιαλισμό! Και δε φτάνει η ανθρωποδιωχτική, διαλυτική τους επίδραση, αλλά δημιουργούν και μιαν άλλη αρνητική κατάσταση για τον  ΣΥΡΙΖΑ: επειδή, εξαιτίας τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να εμπνεύσει και να συσπειρώσει πολιτικά τις λαϊκές μάζες, υποχρεώνεται να συμπράξει ή να καλοβλέπει τα άστεγα ρετάλια  του ΠΑΣΟΚ ή τα στελέχη των ψεκασμένων! Ανθρώπους δηλαδή που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνυπάρξουν με ενεργούς ιδεολόγους μαοϊκούς (και άλλους απίθανους τύπους) αρκεί αυτό να τους βάζει στο δρόμο για κυβερνητικές, κατά προτίμηση, θέσεις!

Κατανοώ ότι, πιθανότατα, δεν θα μπορούσαν να εξελιχτούν διαφορετικά τα πράγματα στο ΣΥΡΙΖΑ, στην ιλιγγιώδη διαδρομή του από τα (αριστερά, ούτως ή άλλως) αλώνια στα σαλόνια. Κατανοώ ότι εκατοντάδες (όχι όμως χιλιάδες, όπως θα έπρεπε) στελέχη του, σε όλα τα επίπεδα, δίνουν κυριολεκτικά τον καλύτερο εαυτό τους, ώστε να είναι έτοιμο το κόμμα τους  να ανταποκριθεί με τον καλύτερο τρόπο  όταν  αναλάβει τις κυβερνητικές ευθύνες – χωρίς, ωστόσο, να επηρεάζει ουσιαστικά καμιά από τις πραγματικές εξουσίες του τόπου. Όταν δεν αλληλοϋποβλέπονται και δεν επιδίδονται στο άθλημα της τρικλοποδιάς μεταξύ τους, εννοείται.

Τους κατανοώ, αλλά αυτό δεν μου λύνει το πρόβλημα ότι και αν τους υποστηρίξω θα το κάνω με τη λογική του αναγκαίου κακού, χωρίς έμπνευση και χωρίς αισιοδοξία: ο πήχης μπαίνει, από τα πράγματα, πολύ πολύ χαμηλά. Τόσο που να αναρωτιέται κανείς αν πραγματικά αξίζει τον κόπο.