9.htm26

Αγαπητέ και περιπόθητέ μοι εν Χριστώ αδελφέ Αβακούμ, χαίρε την αμαρτίαν φεύγων και την σωτηρίαν κερδαίνων. Ημείς, μη τα ρωτάς. Έπεσεν ὁ στέφανος ημών της κεφαλής· ουαί δη ημίν, ότι ημάρτομεν, αναφωνώ και στενάζω ως άλλος Ιερεμίας.
Αληθώς, αδελφέ Αβακούμ, ύες βορβόρω ήδονται μάλλον ή καθαρώ ύδατι, είχε δίκαιον ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος εξ Εφέσου. Επειδή ωσάν να σε θωρώ υπομειδιώντα, υπενθυμίζω το του Χίλωνος: Τω δυστυχούντι μη επιγέλα!
Σπεύδω ουν αφηγούμενος τα της ημετέρας δυστυχίας, εν τάχει. Ως γιγνώσκεις, αδελφέ, από διετίας εγκαταβιώ εις το Κελλίον ομολογήσας υποταγήν εις τον Γέροντα Νίκωναν, αναμένων δε μετά πλείστης προσμονής την ημετέραν κουράν, ήτις είχεν προβλεφθεί υπό του Γέροντος άμα τη συμπληρώσει του δεκάτου και ενάτου έτους της ταπεινότητός μου, ήτοι εντός του διανυομένου ενιαυτού. Διάγω δε αγρυπνών και προσευχόμενος το κατά δύναμιν, σπουδάζων εν ταυτώ την θείαν Τέχνην του Γέροντος βοηθός αυτού εν παντί, μελετών άμα τα εν τη βιβλιοθήκη του Κελλίου υπάρχοντα ιερά και κοσμικά συγγράμματα.
Μετακληθείς προσφάτως ο Γέρων Νίκων υπό του ευσεβούς ιερέως παρακειμένου χωρίου ίνα συμφωνήσωσιν περί της ιστορήσεως ναϊδρίου τινός, κατά δέησιν ευλαβούς χήρας προς ανάπαυσιν της ψυχής του τεθνεώτος συζύγου της, μετέβη εκείσε αφήσας εις εμέ την φροντίδαν του Κελλίου, δώσας την ευχήν του και λέγων ότι θέλει επιστρέψει μετά δύο ημέρας και να μη κουνήσω ρούπι και να κάνω επιμελώς τον Κανόναν και να ποτίζω το μουλάριον που θα έμενεν οπίσω και να μην χαζεύω. Πλην, εβδομάς όλη παρήλθεν και ο Γέρων άφαντος, μηδέ φωνή ουδέ χαμπέρι! Ως εικός περιήλθον εις αμηχανίαν, αγωνιών σφόδρα δια την τύχην του Γέροντός μου. Η εντολή ήτο καθαρά, να μην εγκαταλείψω το Κελλίον. Αλλ’ αν ο Γέρων είχεν ασθενήσει ή άλλο τι έπασχεν και μ’ εχρειάζετο;
Την ογδόην ημέραν περί τον Όρθρον σφραγίσας και μανταλώσας το Κελλίον εκίνησα πεζή δια το ειρημένον χωρίον, λαβών ολίγα προσφάγια εις τον τουρβάν. Ήτον μία ημέρα δρόμος, πλην αφίχθην περί την μεσημβρίαν, εν σπουδή και εν τάχει κινούμενος. Ρωτήσας περί της οικίας του ιερέως έσπευσα προς αυτήν και ηύρον τον γέροντα λευίτην κοιμώμενον εις μιντέρι υπό την μωρέαν της αυλής, ενώ οι τέτιγγες ουδ’ έπαυον άδοντες αόκνως, προαναγγέλλοντες μάλλον την κεραμίδαν ήτις έμελλεν  επιπέσει συντόμως επί της αγαθής κεφαλής μου. Εις βραχύ, έμαθον ότι ο Γέρων είχε μεν καλώς εις την υγείαν του, ευρίσκετο δε εις την χήραν.
Έσπευσα εκείθεν έμπλεως χαράς και μηκέτι πονηρευσάμενος παντάπασιν, εν ώ ο δαίμων της μεσημβρίας υπερίπτατο του χωρίου καγχάζων και αναγελών. Λέγω ούτω, επικαλούμενος το παρ’ ύψους έλεος, καθ’ ότι εισελθών εις την οικίαν και μηδένα συναντήσας εις την αυλήν ή εντός του εισοδίου δώματος ανήλθον την ξυλίνην κλίμακαν αναζητών τους εν τη οικία και είδον. Είδον θέαμα ειδεχθές, πλην άκρως ευάρεστον τοις αμαρτωλοίς οφθαλμοίς μου. Αυθωρεί σηκώσας την χείρα εκάλυψα δια του μανικίου του ράσου τα έμπροσθεν εμού τεκταινόμενα και ο λογισμός ήτον αποχωρήσαι λάθρα, οπισθοβατών αθορύβως. Πλην, αδελφέ Αβακούμ, γιγνώσκεις κάλλιον εμού την δύναμιν της περιεργείας και της ακρισίας ήντινα εισάγει ο διάβολος εις ημάς, τους αγαθούς καλογερόπαιδας, δια την αδαημοσύνην ημών.
Ασταθώς έχουσιν η χειρ και η γραφίς, ταρασσομένης της διανοίας μου σφόδρα, ημέρας τρεις μετά το συμβάν. Μάλλον μετά τα αποκαλυπτήρια του διαρκούς συμβάντος. Καθ’ ότι από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός και πάλιν αύθις ο Γέρων Νίκων και η περί ης λόγος εγένετο κακοχήρα αόκνως ανέπεμπον δεήσεις και προσευχάς ουχί τω αληθινώ Θεώ αλλά τη Αφροδίτη. Αύτη μεν εικοσινεξαέτις ούσα και ούτος, ο Γέρων δήλα δη, τριάκοντα και εξ ενιαυτούς φέρων.
Ώραν ικανήν εθεώρουν αφανής, καθηλωθείς επί της κλίμακος, αποταμιεύων εν τη ημετέρα ψυχή αλληλοδιαδόχους  της απωλείας εικόνας, καθ’ ότι η συνέντευξις εμάκραινε, των εραστών χρονοτριβούντων πάνυ και τερπομένων τα μάλα, ως εφαίνετο και ηκούετο. Έδακνε δε την καρδίαν μου ανηλεής ο δίδυμος όφις της τύψεως ου μην και της ζηλίας, εμού αλγούντος και αναλογιζομένου τους λόγους του Μεγάλου Βασιλείου, ει δε τις λέγων εκ του γυναιξίν συντυγχάνειν, συνδιαιτάσθαι τε επί πλέον, μη παραβλέπτεσθαι, ούτος ή ου μετέσχηκε της του άρρενος φύσεως… ή ει μετέσχε, βαπτιζόμενος υπό των παθών, ουκ αισθάνεται.
Έτι βδελυρότερον κατέστι το συμβάν εξελισσόμενον και δη ποικιλοτρόπως ως εναργώς περιγράφεται υπό του Αποστόλου Παύλου εις την προς Ρωμαίους α’ διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ὁ Θεός εις πάθη ατιμίας, αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτῶν εν εαυτοίς απολαμβάνοντες. Κύριε, ίλεως γενού!
Δυστυχής εγώ, δυστυχής και ο ημέτερος Γέρων. Διότι η αποτροπαία χήρα ήτο το όντι ωραία, ως γράφεται, έχουσα ευθυτενές ανάστημα προσομοιάζον προς το της κυπαρίσσου, στρογγύλον πρόσωπον μικρόν πως διαφέρον της ακριβείας του κύκλου της σελήνης, οφθαλμούς υγρούς, ευστρόφους, λάμποντας, μεγάλους και μέλανας, οφρύς μελανάς και τοξοειδείς, παρειάς λευκάς και κατά το μέσον ερυθραινομένας, ρίνα ευθείαν, κόμην μακράν, βοστρυχώδη και ξανθήν, χείλη ερυθρά και αυτόβαπτα, στόμα μικρόν, μαργαριτών δίκην αποστίλβοντας οδόντας, δακτύλους ευμήκεις, τράχηλον λευκόν και τορνευτόν και μαρμαρώδες στήθος.
Της λαγνουργίας περατουμένης αυτοί μεν εξηπλώθησαν παραλλήλως αλλήλοις γελώντες και εκβάλλοντες ποικίλα οφ οφ και αχ και καρδία μου και φως μου εγώ δε ο τάλας  εξηφανίσθην από προσώπου γης, αναχωρών δρομαίως εκ του μιαρού οίκου και του μιαρού χωρίου σκεπτόμενος ότι ο σύμπας κόσμος μιαρός εστί και μάταιος. Κύριε ιλάσθητι τον αμαρτωλόν.
Ημέρας και νύκτας τρεις μένω εις το Κελλίον αναμένων την επάνοδον του Γέροντος, θεωρών ταύτην απίθανον, καθήμενος εις αναμμένα κάρβουνα κατά το κοινώς λεγόμενον. Πλην, ουδείς γνωρίζει. Σκοτίζει δε την διάνοιάν μου ο αναίσχυντος δαίμων της ασελγείας και ουδέ ολιγολέπτου διαστήματος παύει πειράζων με και παρασύρων τον δυστυχήν εμέ εις απανωτάς πράξεις αίτινες αποτελούν υψίστην εντροπήν και αμαρτίαν δια κάθε χριστιανόν, πολλώ δε μάλλον δια μέλλοντα μοναχόν και δη της κουράς του επικειμένης. Εν ταυτώ απορώ εν λογισμώ ταραχώδη, πως ήθελον υποδεχθεί τον εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσόντα Γέροντα, εάν ούτος ηυδόκει όπως επιστρέψει εις το Κελλίον, οτέ μεν προκρίνων ετούτον, οτέ το αντίθετόν του και αύθις το τρίτον, διαγωνίως έχον τοις προηγουμένοις.
Αναγιγνώσκων την παρούσαν, αδελφέ Αβακούμ, τυγχάνει πλέον ή βέβαιον ότι δεν θα την αποστείλω εις την μετάνοιάν σου, δίκην εξομολογήσεως. Καθ’ ότι τα περιεχόμενα εν αυτή δέον όπως παραμείνωσιν άρρητα και κρύφια άχρι καιρού, ως δυνάμενα προκαλείν παντάπασιν βλάβας ανηκέστους και αλγηδόνας απροσμετρήτους. Έτι δε πτοούμαι λογιζόμενος ότι τα μέλλοντα να συμβώσιν εις τον ταπεινόν σου εξάδελφον εν ζωή και αδελφόν εν μοναχοίς θέλουν  καταστήσωσι πάντα τα παρατεθέντα ως απλούν πρόλογον εις την μεγάλην βίβλον των επέκεινα αμαρτιών εμού του ελαχίστου, του Κυρίου βδελυττομένου μεν αλλ’ επιτρέποντος εν τη μακροθυμία και φιλευσπλαχνία Αυτού και εν τέλει συγχωρούντος και σώζοντος, αμήν.

Advertisements