unnamed
του Θάνου Γιαννούδη*
 
        Στις 10 Δεκεμβρίου συμπληρώνονται τρία χρόνια από το θάνατο της Σώτιας Τσώτου, της δυνατότερης και ουσιαστικότερης κατά την άποψή μου γυναικείας στιχουργικής φωνής στην ιστορία του έντεχνου-λαϊκού τραγουδιού. Τόσο, όμως, η απώλειά της όσο κι εν γένει το στιχουργικό της έργο φαίνεται να έχουν τοποθετηθεί από κάποιους στο περιθώριο, θεωρούμενα ως απομεινάρια μας άλλης εποχής, με την ίδια τη Σώτια Τσώτου να »στριμώχνεται» στον κανόνα ανάμεσα στην εποχή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου κι εκείνην της Λίνας Νικολακοπούλου κι εντέλει να εξοβελίζεται (γιατί, ως γνωστόν, τρεις γυναίκες είναι πάρα πολλές, αφού οι γυναίκες είναι καλές για κάποιους μόνον όταν μπαίνουν ως γαρνιτούρα κι ως συμπλήρωμα για τα μάτια του κόσμου στο σχήμα που έχουν προκατασκευάσει). Κι αν τώρα στην περίπτωση της πρώτης έχουμε να κάνουμε με καταβολές του ρεμπέτικου και με έναν λόγο πρωτογενή κι ανόθευτο -κι ελαφρώς ακατέργαστο- και στην περίπτωση της δεύτερης με μια υποκειμενική θέαση του όλου, επενδυμένη με γενικόλογες διατυπώσεις και τεμαχισμό της ουσίας, τι μένει για την Σώτια Τσώτου που τοποθετείται στο μεταίχμιο δύο κόσμων; Βασικά, μένουν στα σίγουρα τόσα μα τόσα υπέροχα τραγούδια, μελοποιημένα κυρίως από το Δώρο Γεωργιάδη και τον Κώστα Χατζή (αν κι ο γράφων αγαπά ιδιαίτερα και τις συνεργασίες της με Χατζηνάσιο, Κουγιουμτζή και Καλδάρα).

Ως βασικό άξονα για μια πρώτη -αναγκαστικά επιδερμική κι αποσπασματική- περιδιάβαση στο στιχουργικό έργο της Σώτιας Τσώτου, αξίζει να θέσουμε το λαϊκό στοιχείο κι εν γένει την έννοια της λαϊκότητας, που βρίσκεται στον πυρήνα του κόσμου της και της δημιουργίας της. Προερχόμενη από τα σπλάχνα του λαού και μιας γενιάς μεταπολεμικής που βιώνει τη ραγδαία αστικοποίηση και την αλλαγή του καθιερωμένου τρόπου ζωής, η στιχουργούς γράφει για τον απλό άνθρωπο και την καθημερινή του ζωή, τις δυσκολίες της εργασίας του, τα κρυφά του όνειρα, τις ελπίδες και τους έρωτές του, τον διαρκή κι ατέρμονο αγώνα που καταβάλλει. Πρωταγωνιστής στα λαϊκά της τραγούδια είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, όχι ο εξεζητημένος ή ο εστέτ, αλλά ο τίμιος και αγωνιστής που δεν τό βάζει κάτω παρά τις κακουχίες και τις ενδείξεις περί της μη ευόδωσης των προσπαθειών του. Συχνά κατονομάζεται και παίρνει διάφορα προσωπεία: από τον Στρατή που φτιάχνει καράβια για να ταξιδέψουν άλλοι στον Αλέκο που ονειρεύεται πως είναι ο συνονόματός του Μεγαλέξανδρος, από το Νώντα που πεθαίνει αφήνοντας τους άλλους στο άνισο παιχνίδι της ζωής στην φουρνάρισσα τη Δήμητρα με τα δεκατρία ξυπόλητα παιδιά της – κι ο κατάλογος συνεχίζεται και συνεχίζεται… Στη δύσβατη καθημερινότητά τους, οι ήρωες της Σώτιας Τσώτου ψάχνουν συχνά τον έρωτα για απάγκιο, άλλες φορές στην πιο γήινη μορφή του, στενά συνδεδεμένο με την κοινωνική τους τάξη και τις ανάγκες της, άλλες ως την ελπίδα και το εφαλτήριο για την πολυπόθητη φυγή προς τα ύψη, φυγή ωστόσο που ματαιώνεται από τις συνθήκες κι από το ευμετάβλητο των ανθρώπινων συναισθημάτων. Με τον Βοναπάρτη να γνωρίζει το Βατερλό και τον ξεπεσμένο τύραννο να καλείται να αντιμετωπίσει τον κόσμο όπως οι χθεσινοί υπήκοοί του, η Τσώτου δείχνει πόσο λίγο υπολογίζει τους κάθε λογής άρχοντες, κάνοντας παράλληλα και το πολιτικό της σχόλιο, συναφές με την ιδεολογία της, για την οποία κυνηγήθηκε επί δικτατορίας.
.
         Το κοινωνικό στίγμα φυσικά και δεν απουσιάζει από μια μείζονα στιχουργική φωνή, όπως είναι αυτή της Σώτιας Τσώτου. Χωρίς να φτάνει τους ακραίους επαναστατικούς τόνους της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης -το 1974, μάλιστα, η ταλαιπωρημένη από τη Χούντα Τσώτου βγαίνει μπροστά με τραγούδι εθνικής συμφιλίωσης-, ο λόγος της στιχουργού βρίθει κοινωνικών αναφορών, είτε έμμεσων μέσω των κοινωνικών στρωμάτων και της ζωής τους που περιγράφει είτε άμεσων. Στηλιτεύει ιδιαίτερα την απάθεια και την αυτοματοποίηση των ανθρώπων, την προσαρμογή τους σε ανελεύθερα καθεστώτα και την κάθε λογής »κανονικότητα», καθώς και την αδιαφορία τους για ό,τι συμβαίνει πέρα από τον ατομικό τους μικρόκοσμο. Το αντιπολεμικό και φιλειρηνικό της πρόταγμα είναι σαφές και ξεκάθαρο, όπως κι η αντιμετώπιση του πλανήτη και των προβλημάτων του ως ενός ενιαίου συνόλου, πέρα από χρώματα και φυλές. Παρακολουθεί με θλίψη τη ζωή και τον κόσμο που τής είχε κληροδοτηθεί να αλλάζει μέρα με τη μέρα, την γκρίζα, ερημοποιημένη και μοναχική τσιμεντούπολη να προβάλλει απειλητική, τη μηχανή να υποκαθιστά την ανθρώπινη επικοινωνία. Στο -νεωτερικού τύπου- κόσμο που βλέπει να ξεπροβάλλει, αντιπαραβάλλει ως αντιστάθμισμα τη μεταφυσική πίστη στο θείο, με πλήρη συναίσθηση πως απευθύνεται σε »άδειο ουρανό». Η Σώτια Τσώτου επιμένει να πιστεύει βιωματικά στο θεό, να τόν ταυτίζει με τους λαϊκούς ήρωες της γειτονιάς και τις μικροχαρές τους, να επικαλείται την Παναγία και, όσο κι αν γνωρίζει καλά πως ο Θεός κλείνει ως »γέρος παππούς» τα μάτια του στην αδικία, τόν παρακαλεί να μη φύγει από τη θέση του, διότι τόν έχει απίστευτη ανάγκη για σταθερό σημείο αναφοράς -μαζί με την αγάπη- στο μοντέρνο κι αφιλόξενο χάος.
.
        Η στιχουργός δεν χαϊδεύει αυτιά, ούτε κλείνει τα μάτια στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν αυτή ενοχλεί. Όντας αναπόσπαστο τμήμα του λαού και ταυτόχρονα εξωτερική παρατηρήτριά του, δεν θα διστάσει να τόν αποκαλέσει τόσο »αφέντη» όσο και »Πιλάτο», αναλόγως της οπτικής γωνίας από την οποία τόν προσεγγίζει κάθε φορά. Στην πρώτη περίπτωση, απευθυνόμενη στις μελλούμενες γενιές -που επίσης βρίσκονται στο επίκεντρο της ευαισθησίας της, όπως και τα παιδιά-, θα μιλήσει εξ ονόματος του »αφέντη λαού», του περιούσιου του Χριστού, ενός λαού που κράτησε Θερμοπύλες και προλείανε το έδαφος με τους αγώνες του για καλύτερες επόμενες γενιές. Στη δεύτερη περίπτωση, θα κατακρίνει τον »Πιλάτο λαό» που οδήγησε στο φαρμάκι το Σωκράτη, μη μπορώντας να κατανοήσει την ουσία του και τον υψηλό του αγώνα για το θείο. Η ίδια η Τσώτου ισορροπεί ανάμεσα στους δύο προαναφερθέντες κόσμους, κλίνοντας πότε προς τον ένα πότε προς τον άλλο με εξαιρετική μαεστρία και με πλήρη συναίσθηση της αξίας της και της αποστολής της. Για το δεύτερο τραγούδι, αξίζει να πούμε κάτι παραπάνω: πρόκειται για τον περίφημο »Σωκράτη, σούπερ-σταρ», που εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διαγωνισμό της Eurovision το 1979 και σημείωσε διεθνή επιτυχία. Η Τσώτου δεν έχει ιδεολογικές παρωπίδες, γνωρίζοντας καλά πως όποιος απευθύνεται στο λαό πρέπει να τόν συναντήσει μέσα από τα οικεία κανάλια του. Το συγκεκριμένο τραγούδι αξίζει να διαβαστεί πολλαπλά: ως ένα εύηχο εύρημα με αξιοποίηση και της δημοτικότητας του »Jesus Christ Superstar» για να αντισταθμίσει στο ξένο ακροατήριο τη μη γνώση της ελληνικής γλώσσας, ως απάντηση στον ακατάσχετο λαϊκισμό των πολιτικών τραγουδιών των ετών που προηγήθηκαν με τη φιλοσοφική μορφή που δήλωσε την άγνοιά της να προβάλλει ως πρότυπο ζωής και ως »αστέρας» καταδεικνύοντας και την κενότητα όσων ισχυρίζονται πως φέρουν αυτόν τον τίτλο, αλλά κι ως όψη του άνισου αγώνα του ανθρώπου για το υψηλό κόντρα στο εχθρικό περιβάλλον. Οι διαγωνισμοί δεν είναι άσχετοι στη Σώτια Τσώτου, που κέρδισε με το Δώρο Γεωργιάδη το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1972 με το αριστουργηματικό τραγούδι/όνειρο του μέσου ανθρώπου »Αν ήμουν πλούσιος», αλλά προσπάθησε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Ευρώπη και με τον προκλητικό για τον καθωσπρεπισμό »κύριο Νόμπελ» που θίγει στη βάση τους τους λογοτεχνικούς κανόνες και τη μέτρηση της αξίας, όταν τα θεμέλια του οικοδομήματος αυτού είναι de facto ναρκοθετημένα.
.
         Από τη δυστοπία της καθημερινότητας, η Τσώτου αφήνει να διαφανεί ως φυγή το ταξίδι, έννοια συναφής και με την ίδια τη φύση της -η ίδια κατόρθωσε να πραγματοποιήσει σε μεγαλύτερη ηλικία το όνειρό της να ταξιδέψει στον κόσμο-. Το ταξίδι -κατά βάση με πλοίο, αλλά και με αεροπλάνο ή ακόμα και συντελεσμένο στη φαντασία μέσω του σινεμά που παρέχει ανάσες εκτόνωσης ή και έντασης της κατάστασης- έρχεται συχνά στο στόμα του λαού στο έργο της Σώτιας Τσώτου, ως συνώνυμο με την ευτυχία, με έναν κόσμο όπου τα σύνορα και οι διαχωρισμοί έχουν καταργηθεί, όπου η τέχνη έχει τον πρώτο λόγο. Αχνοφαίνεται, όμως, και η σκοτεινή όψη του ταξιδιού, με το ναύτη να παρακαλάει τον καπετάνιο για δουλειά, μήπως και καταφέρει να απαλλαγεί από το σκοτάδι που τόν γέμισαν οι άνθρωποι και η κοινωνία, κουβαλώντας το όμως μέσα στην ψυχή του, στην τελευταία πολύ μεγάλη επιτυχία του Στέλιου Καζαντζίδη στα μέσα της δεκαετίας του 90. Η ίδια η μορφή του καπετάνιου είναι χαρακτηριστικό μοτίβο στο έργο της, μορφή που διαχωρίζεται από τον »στεριανό», με τον τελευταίο να τόν παρακαλά να δώσει χαιρετίσματα στη χαμένη του αγάπη, ή ακόμα και με τη γυναίκα να επιθυμεί να τόν αποκτήσει ως σύντροφο για τη διαρκή ανανέωση του έρωτα που είναι σε θέση να τής παρέχει. Λίγο πριν κλείσουμε, ας σταθούμε και στην τελευταία επιτυχία της Σώτιας Τσώτου στο πρόσφατο 2007, με τον -επίσης αδικοχαμένο- Δημήτρη Μητροπάνο να θέλει να »πάρει τα βουνά τα δειλινά που άλλο δεν αντέχει». Στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με τη σαφέστερη και συνάμα τη σπαρακτικότερη αυτο-καταγραφή της στιχουργού, που δηλώνει πως πηγαίνει »κόντρα στον καιρό», με όπλο την αξιοπρέπειά της, όσο κι αν αυτό τή λυγίζει κι εντέλει εξωτερικεύεται στη φυγή, σε ένα ξέσπασμα και σε μια απεγνωσμένη κραυγή.
.
          Οι συνθήκες στην ελληνική μουσική σήμερα έχουν αλλάξει για τα καλά, ο κόσμος που η Σώτια Τσώτου φοβόταν ήρθε κι έχει στρογγυλοκαθίσει πάνω μας. Η ίδια σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις είχε αναφερθεί στην παρακμή του ελληνικού τραγουδιού, παρακμή πλήρως συνυφασμένη με της υπόλοιπης κοινωνίας, της οποίας το τραγούδι »εικόνα της είναι και της μοιάζει» όπως θα ‘λεγε και μια άλλη σπουδαία δημιουργός (αλίμονο αν υποστήριζε και η Τσώτου κάτι αντίθετο!). Οι μεταγενέστερες της Σώτιας Τσώτου στιχουργοί εγκλωβίστηκαν -όπως και η εποχή τους- σε μια ατομική θέαση του καθολικού ανθρώπινου πόνου, σε προσωπικούς συνειρμούς και σε μια γυναικεία γραφή/ημερολόγιο ερώτων και ηδονών (εξαιρώ εδώ αξιοσημείωτες περιπτώσεις όπως της Μ. Κριεζή με τη διαπλοκή της παιδικότητας ως αντιστάθμισμα στην ενήλικη βαρβαρότητα και των τραγουδοποιών Λ. Πλάτωνος με την υπερρεαλιστική οπτική της και το κοινωνικό στίγμα κι εσχάτως της Δ. Παναγιωτοπούλου με λόγο-ξυράφι που χτυπά τον αστισμό εκεί που νοσεί -θα υπάρχουν, φαντάζομαι, κι άλλες δυνατές φωνές που θα τίς θάβει το σύστημα). Μέσα απ’ το μεταμοντέρνο μας χάος, ο λόγος της Σώτιας Τσώτου ξεπροβάλλει για να μάς θυμίσει ποιοι ήμασταν, ποιες αξίες και ποιον κώδικα τιμής είχαμε πριν επιδιώξουμε να φάμε ο ένας τον άλλο. H αξία και η ουσία της δεν είναι διαπραγματεύσιμες, όπως και το σφιχταγκάλιασμα του καθολικού ανθρώπινου δράματος κι αγώνα που κατορθώνει. Η δε γνωριμία της με τη νέα γενιά ακροατών και καλλιτεχνών -που οφείλουν να δημιουργούν μη λησμονώντας ό,τι έχει προηγηθεί- είναι επιβεβλημένη! »Εσύ βάδισες καινούριους δρόμους για να μπορούμε ελεύθεροι να περπατάμε» και δεν τό ξεχνάμε. Όσο κι αν κάποιοι επιδιώκουν να »μην υπάρχει ύστερα», »τα λόγια σου, Σώτια, καίνε» και θα καίνε ευτυχώς για πολύ πολύ καιρό ακόμα…
* ο Θάνος Γιαννούδης είναι φιλόλογος.
Advertisements