image
 (γράφει ο Θάνος Γιαννούδης, Φιλόλογος)


    Με το άρθρο αυτό που φιλοξενεί η -πάντα καταδεκτική- »Καλύβα» του Πάνου φιλοδοξώ να εγκαινιάσω μια σειρά τοποθετήσεων συγκριτικής μελέτης κι εξέτασης τραγουδιών με βάση μια κοινή μήτρα ή προβληματική. Έχω στο νου μου αρκετές τέτοιες »συγκρίσεις» και πιστεύω πως αξίζει τον κόπο να τεθούν στο δημόσιο διάλογο στο πιο δημοκρατικό μέσο απ’ όλα, ώστε να ακουστούν και τυχόν αντίθετες απόψεις. Η προηγούμενη παρέμβασή μου σχετικά με τη Σώτια Τσώτου προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις κυρίως ως προς την κριτική μου στο στιχουργικό έργο της Λίνας Νικολακοπούλου που ουδέποτε θεώρησα ιδιαιτέρως δυνατή στιχουργική φωνή. Μέσα στους μεσοπρόθεσμους, οπότε, στόχους μου θα είναι κι ένα σχετικό άρθρο όπου θα εξηγώ τους πυρήνες των αντιρρήσεών μου. Στο θέμα μας τώρα:
    Με αφορμή την περσινή επανεκτέλεση του »Επιβάτη» των Μίκη Θεοδωράκη και Κώστα Τριπολίτη από τη Φωτεινή Δάρρα (φέτος ετοιμάζεται και το »Ραντάρ») και τις ποικίλες αντιδράσεις και διχογνωμίες που προέκυψαν ως προς την επαφή ή μη της ερμηνεύτριας με το λόγο του στιχουργού, ήρθαν ξανά στο προσκήνιο και οι »Κυριακές» του Τριπολίτη που πρωτακούσαμε το 1981 (για την ακρίβεια πρωτακούσατε οι μεγαλύτεροι, εγώ δεν ζούσα ακόμη) από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά στις δυο σχεδόν ταυτόχρονες εκδόσεις του δίσκου με διαφορετική ενορχήστρωση στην καθεμιά. Το γεγονός αυτό συνέπεσε και με την έκδοση επιλεγμένων στίχων του Κώστα Τριπολίτη με το ευρηματικό όνομα »Τίτλος;» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Σε μια βιβλιοκριτική που προορίζω για το ανατρεπτικό περιοδικό »Νέο Πλανόδιον» αναφέρομαι εκτός των άλλων πολύ επιγραμματικά και στη λειτουργία του Σαββατοκύριακου στο στιχουργικό του έργο. Με το παρόν άρθρο επιδιώκω να επεκταθώ επί του θέματος, συγκρίνοντας τις προαναφερθείσες »Κυριακές» με τα »Σάββατα» από το δίσκο »Χωρίς Ταυτότητα» του Γιώργου Χατζηνάσιου που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα, τραγούδι που δεν ανθολογήθηκε από τον Τριπολίτη στη συγκεντρωτική του έκδοση, όπως και κανένα πριν το 1981 στιχουργικό έργο του.

Η περίφημη »μυθολογία του Σαββατοκύριακου» αποτελεί κοινό τόπο της Λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποίησης, με απηχήσεις ευρωπαϊκού fin-de-siècle και -συνακόλουθα- ελληνικού Μεσοπολέμου και της μουσικότατης Νεορομαντικής/Νεοσυμβολιστικής Γενιάς του ’20. Το Σαββατοκύριακο, δηλαδή ως χρονότοπος έκφρασης της μελαγχολίας του υποκειμένου και του εγκλεισμού του είχε απασχολήσει ήδη τη »Γενιά του Καρυωτάκη» (που έχει, εκτός των Καρυωτάκη-Πολυδούρη αξιολογότατους εκπροσώπους που πρέπει να μελετηθούν περαιτέρω όπως ο Άγρας, ο Λαπαθιώτης, ο Φιλύρας, ο Παπανικολάου), μια γενιά που τοποθετείται στο κατώφλι της νεωτερικότητας και των ανατροπών στην ως τότε συνεκτική περί κόσμου αφήγηση. Η φυγή, τώρα, της έντεχνης στιχουργικής στη δική της, τηρουμένων των αναλογιών, νεωτερικότητα πραγματοποιείται εν πολλοίς κατά την άποψή μου με το στιχουργικό έργο του Κώστα Τριπολίτη, ο οποίος σπάει τα στιχουργικά καλούπια των καθιερωμένων τρόπων και ομοιοκαταληξιών, διαλύει το λογικά αναμενόμενο, τοποθετεί τη θεματολογία σε νέες βάσεις, συνενώνει στα τραγούδια του τα χθαμαλά θέματα δίπλα στα υψηλά αντικατοπτρίζοντας έτσι την γύρω του πραγματικότητα και δεν βλέπει καμία λύτρωση σε κάποια μεταφυσική κι υπερβατική οντότητα για το -μονίμως παγιδευμένο στον άκρατο υλισμό και ατομισμό του- υποκείμενο. Για το θέμα του Σαββατοκύριακου, βέβαια, μόνο πρωτοπόρος δεν επιδιώκει να είναι (Ποιος δεν έχει τραγουδήσει λόγου χάρη τη »Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη, τον χαρακτηρισμένο ως »δεύτερο εθνικό ύμνο» των Ελλήνων;), παρά να πατήσει σε μία ήδη σχηματισμένη γραμμή, επεκτείνοντας κι επικαιροποιώντας την προβληματική της.
    Ξεκινώντας, αρχικά από τα »Σάββατα» και περνώντας στη συνέχεια στις »Κυριακές» (που αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, τη συνέχεια του προηγούμενου τραγουδιού), παρατηρούμε ως κοινή θεματική τη λειτουργία του Σαββατοκύριακου ως μοχλού εκτόνωσης κι αδρανοποίησης του ατόμου κι επομένως ως μηχανισμού της όσο το δυνατόν πιο απρόσκοπτης διαιώνισης της κυριαρχίας του υπάρχοντος -αστικού- καθεστώτος. Στα »Σάββατα», η ερμηνεύτρια Τάνια Τσανακλίδου αποτυπώνοντας σε φωνή το λόγο του Τριπολίτη καλεί το άτομο στο οποίο απευθύνεται να τραβήξει »τα όνειρα, τα βήματα και το κορμί του» δήθεν για να διασκεδάσει και να ξεκουραστεί »στο σινεμά, στην ψησταριά και στην ντισκοτέκ», σα να πρέπει από κάποια νόρμα ή υποχρέωση να προβαίνει ξανά και ξανά σ’ αυτές τις μηχανικές ενέργειες χωρίς να καταλαβαίνει γιατί πράττει όσα πράττει ή το γιατί και το πώς οι συνήθειες αυτές έχουν εγγραφεί στον κοινωνικό του κώδικα. Αντιστοιχώντας τις τοποθεσίες με τα στοιχεία του ανθρώπου, τα όνειρα βρίσκουν διαφυγή μόνο στον τεχνητό κόσμο του κινηματογράφου αφού ο υπάρχων δεν είναι σε θέση να τά πραγματοποιήσει, τα βήματα μόνο στο γειτονικό οβελιστήριο και στην κρεατοφαγία και το κορμί στο αντίστοιχο κλαμπ της τότε εποχής, με τον χορό και την ερωτική επαφή που υποκρύπτεται κι ενδεχομένως να προκύψει να λειτουργούν εκτονωτικά για τα συσσωρευμένα -μετά από μια κοπιαστική εβδομάδα εργασιακής, κοινωνικής και καθεστωτικής πίεσης- πάθη.
    Το δεύτερο κουπλέ προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο του πρώτου, με το σπίτι (κυριολεκτικά) και το ζεύγος μάτια-καρδιά (μεταφορικά) να »σφαλίζουν» από το άτομο που αρνείται να δει και να ερμηνεύσει την πραγματικότητα αλλά και να ακούσει την προσωπική του φωνή, αρκούμενο στις τεχνητές ανάσες και τις βαλβίδες εκτόνωσης που έχει προβλέψει το σύστημα να τού παρέχει με το σταγονόμετρο. Συνέπεια αυτών είναι να »προχωρά σκυφτό», υποκλινόμενο πάντα και λέγοντας μόνο »μάλιστα» στην οποιαδήποτε άνωθεν επιβολή, αρνούμενο να αντιταχθεί μήπως τυχόν χάσει κι αυτά τα ελάχιστα κεκτημένα του. Η διαφοροποίηση, τώρα, με την ισχύουσα κατάσταση έρχεται στο ρεφραίν του τραγουδιού όπου το άτομο που μιλά αναφέρεται στον εαυτό του και φαίνεται να έχει πάρει μια διαφορετική πορεία σε σχέση με την καθιερωμένη των επιφανειακών σχέσεων που καταλήγουν στην προδοσία των ονείρων, με τίμημα βέβαια να μην τού δίνει κανείς την παραμικρή σημασία. Ο στιχουργός αφήνει να διαφανεί πως μόνο μια τέτοια αταλάντευτη στάση ζωής είναι αυτή που εντέλει θα δικαιωθεί, πιθανότατα, όμως, μετά θάνατον (βιολογικού, γιατί ο θάνατος της προσωπικότητας έχει ήδη συντελεστεί κι έχει κατακάτσει σε όλο το, πανέξυπνα μελοποιημένο όπως και το αντίστοιχο »Γρανάζι» των »Εικόνων», τραγούδι). Τότε, όμως, θα είναι πολύ αργά…
    Αλλάζοντας μέρα και μουσικό ύφος, οι »Κυριακές» ξημερώνουν για να δηλώσουν την ολοκληρωτική εκμηδένιση του σύγχρονου ανθρώπου στην κανονικότητα και την τυποποίηση, σε μια μέρα χωρίς υποχρεώσεις στην οποία φαινομενικά είναι »ελεύθερος» να πράξει ό,τι τόν τέρπει. Αφού το άτομο έχει εκτονώσει τις πολλών ειδών ανάγκες του το Σάββατο, την Κυριακή ξεκουράζεται στα γήπεδα με το »φθηνό» ποδόσφαιρο που έχουν να τού προσφέρουν (φθηνό ως προς την τιμή, το θέαμα και την ποιότητα εν γένει της ενασχόλησης), στο κατ’ εξοχήν δηλαδή μέσο χειραγώγησης των μαζών, καθώς και στα κασετόφωνα που παίζουν ξανά και ξανά (θα δανειστώ εδώ έναν άλλο στίχο του Τριπολίτη) »’τις ίδιες κασέτες». Τα ρούχα είναι επίσημα, τα αρώματα κρύβουν τις δυσάρεστες οσμές, η γενικευμένη σήψη του καθεστώτος, όμως, δεν μπορεί να κρυφτεί. Είναι οφθαλμοφανές πως οι ανάσες αυτές δεν αποτελούν παρά έναν »επίδεσμο» σε βαριές »πληγές» και ένα »θερμόμετρο σε άρρωστο από χρόνια κορμί» που μόνο καλά δεν λέει να γίνει και συνεχίζει μηχανικά κι απρόσκοπτα τη δράση του σα να μην έχει συμβεί τίποτα, τη στιγμή που η παντελής κενότητά του γίνεται πια εμφανής σε κάθε του πράξη. Στο ρεφραίν το άτομο μιλά και πάλι για τον εαυτό του, χωρίς ωστόσο να φέρνει στο ελάχιστο σε σύγκρουση τη συμπεριφορά του με την κανονικότητα όπως στο προηγούμενο τραγούδι, με την όποια αντίσταση του Σαββάτου να έχει πια καμφθεί. Ο πρωταγωνιστής -με μια μικρή απόσταση από την κοινωνία- αρκείται στο να αποτυπώσει (»φωτογραφίζοντας» με το λόγο του) την αέναη επαναληψιμότητα της μοντέρνας, καπιταλιστικής συνθήκης, αφήνοντας παράλληλα τον καιρό να τόν οδηγήσει ως το τέλος. Με το πέρας, επομένως, της εβδομάδας, η όποια αντίδραση και προσπάθεια εναλλακτικής στάσης στον προσφερόμενο μονόδρομο είχε διαφανεί στα »Σάββατα» έχει αποτύχει. Το υποκείμενο εκμηδενίζεται, το σύστημα έχει και πάλι θριαμβεύσει.
    Η πρόβλεψη του μέλλοντος αποτελεί το μεγαλύτερο στόχο και τη σπουδαιότερη επιτυχία για έναν καλλιτέχνη με πολιτικές-κοινωνικές αναφορές όπως ο Κώστας Τριπολίτης. Ο δημιουργός κοίταξε το αύριο πριν από τους υπόλοιπους και προσπάθησε να προειδοποιήσει, με την κραυγή του φυσικά να μην βρίσκει κανένα απολύτως αντίκρυσμα στις δεκαετίες της »ευημερίας» που ακολούθησαν. Ως προς το κατώφλι της στιχουργικής νεωτερικότητας, τώρα, αφού αυτό άνοιξε διάπλατα τό διάβηκαν πάρα πολλοί όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δικαιώθηκε η βαβεβλική ρήση του Άκη Πάνου »κάθε άνθρωπος και γλώσσα», με αποτέλεσμα τόσο να καίγονται και τα χλωρά μαζί με τα ξερά όσο και να επικρατεί η σιωπηλή »ομερτά» της γκαϊφυλλιακής συνωμοσίας των μετρίων. Ως προς την αποχαύνωση του ανθρώπου, στο ξεκίνημα του 2015 επικρατεί στην Ελλάδα μια κρυφή και συγκρατημένη αισιοδοξία κι ελπίδα με την Αριστερά και την Οικολογία για πρώτη φορά στην εξουσία. Αν δεν ενεργοποιηθεί, ωστόσο, ο κοιμώμενος στη ζάλη του Σαββατοκύριακου λαός, το παιχνίδι έχει χαθεί μια για πάντα. Λαός νωθρός είναι λαός άξιος της μοίρας του, καταδικασμένος να ζει ξανά και ξανά τα »Σάββατα» και τις »Κυριακές» του, χωρίς να βρίσκει ποτέ την παραμικρή λύτρωση. Επιτέλους, για πρώτη φορά ας μην χρειαστεί να »πεθάνουμε για να νιώσουμε»…
Advertisements