lk06m018------. ------------, --------------

Ιδού το σώμα της μέσ’ από κλαδιά στα όνειρά μου
Μέσ’ από κλαδιά ευγενικά ανεβαίνει.

Νίκος Καρούζος

(Κείμενο του Διομήδη, με ημερομηνία Απρίλιος 1986. Βρέθηκε πριν λίγα χρόνια, μετά το θάνατό του)

Τραβάω την κουρτίνα και το φως εισβάλλει ορμητικά στο δωμάτιο. Γυρνάω, κάνω δυο-τρεις εκτάσεις, για να ξεπιαστώ και κοιτάζω την ώρα. Είναι τρεις, άρα έχω κοιμηθεί εννιά ώρες συνέχεια. «Δε γουστάρω τίποτα περισσότερο από το να πίνω τον πρωινό μου καφέ αυτή την ώρα» σκέφτομαι. Ντύνομαι, βρίσκω τα νηστίσιμα που με περιμένουν στην κουζίνα, αφήνω σημείωμα για τη μάνα μου, ότι θ’ αργήσω και βγαίνω στην πλατεία του χωριού. Ανταλλάσσω κάμποσες χαιρετούρες, κάθομαι στο καφενείο, έξω στη λιακάδα. Ανάβω το πρώτο τσιγάρο της μέρας, ρουφώντας τον μέτριο ελληνικό καφέ μου.

Σιγομουρμουρίζω ένα από τα παλιά του Μητροπάνου («θα πάρω το αμάξι μου, στην τσέπη χαρτζιλίκι, κι απόψε τα μεσάνυχτα θαρθώ Θεσσαλονίκη») και γυρίζω στο χέρι το μαύρο κομπολογάκι – ολόιδιο μ’ αυτό που μου είχε χαρίσει η Ισμήνη τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας. Στο απέναντι καφενείο, δυο γεροντάκια πίνουν σιγά μα σταθερά, από το κατοστάρι και δύο κοριτσάκια χαλάνε τον κόσμο με τις φωνές τους, τσουλώντας τα τσέρκια τους στο τσιμέντο της πλατείας. Βγάζω από την τσέπη του πουκάμισου το γράμμα του Ιππόλυτου, που κάνει αυτόν τον καιρό καρδιολογία στο Παρίσι. Αποφασίζω να το ανοίξω, αλλά πάνω στην ώρα, φαίνονται δύο παλιοί μου συμμαθητές, εγκατεστημένοι στην Αθήνα, και κάθονται μαζί μου. 

«Τέρμα ο στρατός;» ρωτάει ο ένας.

«Τέρμα, ενάμισι μήνα τώρα»

«Και τι κάνεις τώρα;» ρωτάει ο άλλος.

«Φροντιστήρια, στο Χαλάνδρι»

Με ρωτάνε που ακριβώς, ανταλλάσσουμε διευθύνσεις και τηλέφωνα. Οι παλιοί μου συμμαθητές αμφισβητούν την απόφασή μου να μείνω στην Αθήνα, γιατί η ζωή της είναι μαύρη. Πιάνουμε κουβέντα για το πρωτάθλημα, για μια γκόμενα που πέρασε, κόρη ενός από τους πολλούς χωροφύλακες που έχει αναδείξει το χωριό, κατόπιν για το ράλι της φόρμουλα-ένα, που θα δείξει σε λίγο η τηλεόραση, απευθείας από το Μονακό και τέλος, για τον καινούριο δίσκο του Λευτέρη Πανταζή. Κοιτάζω το ρολόι μου, πληρώνω τους καφέδες και φεύγω.

Διασχίζω τη μικρή πλατεία του χωριού, παίρνω το δρόμο που βγάζει στον κάμπο. Μόλις φτάνω στα τελευταία σπίτια κοντοστέκομαι και ανασαίνω βαθιά ατενίζοντας την καταπράσινη περιοχή. Ποτέ δεν ήμουν φυσιολάτρης ή οικολόγος, αλλά, αυτή την ανοιξιάτικη ώρα, το σκηνικό μου φαίνεται γοητευτικό. Ανάβω τσιγάρο και συνεχίζω το δρόμο μου. Κάθε λίγο συναντώ χωριάτες και κυράδες, οι οποίοι επιστρέφουν, με τις κατσίκες τους, στο χωριό. Με χαιρετούν εγκάρδια και ζητάνε να μάθουν πότε ήρθα, αν τελείωσα με το στρατό (όλοι το ξέρουν) που βρίσκομαι τώρα (κι αυτό το ξέρουν) αν αληθεύει ότι ετοιμαζόταν να παντρευτώ (αυτό το υποθέτουν, ερμηνεύοντας λάθος ορισμένες πληροφορίες και απογοητεύονται παίρνοντας αρνητική απάντηση). Απορώ, κάθε φορά, διαπιστώνοντας την βιολογική φθορά των συγχωριανών μου. Διατηρώ την εικόνα τους όπως ήταν πριν αρκετά χρόνια, όταν μεγάλωνα στο χωριό και πήγαινα στο δημοτικό. Από τότε, τους συναντώ σε αραιά χρονικά διαστήματα, αλλά οι φευγαλέες συναντήσεις δεν μπορούν να αλλάξουν την παλιά ισχυρή εντύπωση.

Σταματάω για λίγο σ’ ένα γεφύρι, κατεβαίνω στο ποταμάκι και πίνω νερό από την πηγή που αναβλύζει εκεί. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο είχα την πρώτη μου ερωτική συνάντηση, όταν ήμουν δώδεκα χρονών και είχα μόλις τελειώσει το δημοτικό, την πρώτη αίσθηση γυναικείου (δηλαδή προεφηβικού) στήθους, φευγαλέα και φοβισμένη, αλλά ολοζώντανη – δεκατέσσερα χρόνια πριν: σα να κρατούσα στο χέρι μου και να έσφιγγα απαλά μια μικρή μπάλα χιονιού, μέσα στο κατακαλόκαιρο. Ακούω κιόλας τον αθόρυβο ήχο: κρτ, κρτ… Βλέπω το χέρι μου, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι η συνομήλική μου κοπελίτσα έχει κιόλας τρία πιτσιρίκια, παντρεμένη μ’ έναν ανθυπαστυνόμο, στο διπλανό χωριό. Απ’ αυτήν ως την Ισμήνη, δεν είχε μεσολαβήσει καμιά συναισθηματική περιπέτεια, τίποτε, έρημος Καλαχάρι, κάποιες «παρ’ ολίγον» ιστορίες, έμειναν σε επίπεδο προθέσεων.

Ακουμπάω σε μια από τις μεγάλες γυαλιστερές πέτρες, που υπάρχουν γύρω από την πηγή, και διαβάζω το γράμμα του Ιππόλυτου. Ο ξάδερφος μιλάει με ενθουσιασμό για την ειδικότητα, τη Γαλλία, την Μαροκινή νοσοκόμα που έπιασε γκόμενα και, στο τέλος, σημειώνει «ελπίζω ώρα που ξεμπέρδεψες με τον στρατό να μην ανακατευτείς πάλι με οργανώσεις και τέτοια. Σε ό,τι με αφορά, οφείλω να σου ζητήσω συγνώμη, γιατί τότε σε είχα επηρεάσει στη διάπραξη κραυγαλέων ηλιθιοτήτων, τις οποίες, ωστόσο, πρώτος εγώ διέπραξα. Δεν μετανιώνω εκ των υστέρων, άλλωστε δεν θα είχε νόημα. Απλώς οικτίρω τον εαυτό μου, γιατί ό,τι έπραξα ξεκινούσε από ανεξέλεγκτη συναισθηματική φόρτιση, που έψαχνε εκ των υστέρων για επιχειρήματα. Το μόνο που διατηρώ είναι η βαθύτατη απέχθεια για τον καπιταλισμό, μόνο που τώρα το συναίσθημα αυτό αφορά τις κρατικές δομές κάθε είδους. Εκ παραλλήλου, ειδικεύομαι εργαζόμενος σε μια καπιταλιστική μητρόπολη και συνηθίζω σιγά-σιγά στην ιδέα ότι η ιατρική είναι σύνολο εμπορικών εφαρμογών και τίποτα παραπάνω. Ξάδερφε, έλα να σε φιλοξενήσω δυο βδομάδες εδώ και να τα πούμε από κοντά – να δεις και τα ένδοξα Παρίσια, όπως τα λέει ο Κάλβος…».

Σηκώνομαι και συνεχίζω το περπάτημα. «Ο Ιππόλυτος» σκέφτομαι «το λαμπρότερο αστέρι, που ανέδειξε το μικρό μας χωριουδάκι… Δείχνει να συνέρχεται και να ηρεμεί οριστικά… Παλιότερα μου έγραφε επιτιμητικά για τους άλλους της γενιάς του, όσοι επανδρώνουν την κοινωνία με αταλάντευτη αποφασιστικότητα κακομοιριάς, διευθυντές πια, επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, γονείς παιδιών, πελάτες ινστιτούτων υγιεινής διατροφής, καταναλωτές βιντεοταινιών, συγκαταβατικοί αλλά και κομπάζοντες για το παρελθόν τους- ιδιαίτερα όσοι παραμένουν σε κάποιο κόμμα…».

Περπατάω ανάμεσα σε μποστάνια και σπαρτά, ώσπου φτάνω στον προορισμό μου, το μικρό κτήμα με το φρεσκοχτισμένο σπίτι μέσα. Τραβάω την πόρτα του φράχτη και παρόλο που ο σκύλος χαλάει τον κόσμο, μπαίνω, ξέροντας πως τον έχει δεμένο. Στην αυλή βόσκουν μερικές κότες και κουνέλια. Ανάμεσα στο σπίτι και το πηγάδι βρίσκεται παρκαρισμένο το μικρό τζιπ. Οι μηλιές και οι αχλαδιές του περιβολιού είναι ολάνθιστες, με αμέτρητα κατάλευκα λουλούδια.

«Από δω!»

Στρέφομαι και τη βλέπω να με περιμένει χαμογελαστή, με ανοιχτή αγκαλιά. Είναι πρόχειρα χτενισμένη, φορά ξεβαμμένο μπλου- τζιν και καρό πουκάμισο, με μακριά μανίκια. Φαίνεται σε εξαιρετική φόρμα. Την αγκαλιάζω και φιλιόμαστε.

«Πότε ήρθες;»

«Αργά χτες το βράδυ»

«Γιατί άργησες τόσο; Σε περίμενα από την Κυριακή των Βαΐων!»

«Είχα μπλεξίματα, θα σου πω. Είσαι καλά;»

«Άψογα. Εσύ; Μια χαρά σε βλέπω, μάκρυναν κιόλας τα μαλλιά σου… Θέλεις καφέ;»

Γνέφω καταφατικά. Η Λητώ περνάει αργά τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου, με φιλάει ξανά στο στόμα και μπαίνει στο σπίτι. Βολεύομαι στην ξύλινη πολυθρόνα του χαγιατιού και περιεργάζομαι το χώρο. Ελάχιστα πράγματα έχουν προστεθεί. Στον τοίχο και τις ξύλινες κολώνες, που στηρίζουν το χαγιάτι, είναι κρεμασμένα  χειροποίητα «είδη λαϊκής τέχνης», κατασκευές της Λητώς, που τις εμπορεύεται κιόλας. Μαρμάρινο τραπέζι, ξύλινες πολυθρόνες και καρέκλες, απουσία έστω και ίχνους πλαστικού. Η Λητώ εφαρμόζει στην πράξη τις οικολογικές της πεποιθήσεις.

«Ο καφές και το αυτοκίνητο είναι ό,τι με συνδέει ακόμα με τον πολιτισμό» λέει βγαίνοντας με τον δίσκο.

«Είναι πράγματα που δύσκολα μπορεί κανείς να στερηθεί… Σοβαρολογείς ότι έχεις εγκατασταθεί μόνιμα εδώ;»

«Τον περισσότερο καιρό, ναι»

«Στο χωριό πηγαίνεις;»

«Δεν έχω λόγους… Οι μισοί με θεωρούν θεοπάλαβη και οι άλλοι μισοί πόρνη, ιδιότητες που οι χωριάτες σου δεν συγχωρούν εύκολα… Έτσι κι εγώ τους αποφεύγω»

«Και η μοναξιά;»

«Μου βάζεις δύσκολα… Πες πως συνήθισα ή κοντεύω να συνηθίσω, εξάλλου είναι μόλις ένας χρόνος που εγκαταστάθηκα εδώ και ταξιδεύω συχνά, πότε στην Αθήνα, πότε στην Πάτρα για ψώνια..»

«Ψώνισες κανέναν;»

«Γίνεσαι αδιάκριτος…»

«Με συγχωρείς»

«Καλά, θα σου πω: Όχι, δεν κάνω τέτοια ψώνια, ας πούμε ότι κάνω μια ακόμα αποτοξίνωση, στους άντρες αυτή τη φορά, με ορισμένες εξαιρέσεις»

Γελάμε και οι δύο. Η Λητώ παίρνει το χέρι μου και το κρατάει.

«Πες μου τώρα για σένα» λέει και με κοιτάζει τρυφερά. «Έχω να σε δω από τα Χριστούγεννα και στις κάρτες που μου έστειλες, δεν έλεγες σχεδόν τίποτε… Λοιπόν;»

«Λοιπόν, εγκαταστάθηκα οριστικά στην Αθήνα. Άνοιξα φροντιστήριο στο Χαλάνδρι, είμαι χρεωμένος, αυτή τη στιγμή, ως τ’ αυτιά…»

Η Λητώ παραξενεύεται.

«Στο Χαλάνδρι; Εσύ έμενες πάντα στην Αργυρούπολη…»

«Όχι, θα σου πω… Μένω με τη Φαίδρα, μια όμορφη καστανόξανθη κοπέλα, που με αγαπά και με περιποιείται…»

Η Λητώ αφήνει πειραγμένη το χέρι μου, αλλά γρήγορα ξαναβρίσκει το χαμόγελο της και ζητάει να μάθει λεπτομέρειες.

«Μου τη γνώρισε ο φίλος μου ο Ιούλιος, σου έχω πει γι’ αυτόν. Η Φαίδρα μόλις τελείωσε τη νομική – στην Αθήνα, αλλά ασχολείται εδώ και καιρό με τις δουλειές του μπαμπά της, που είναι έμπορος, εισαγωγέας…»

«Είναι πλούσια δηλαδή…»

«Ας πούμε ευκατάστατη, αλλά μη με θεωρήσεις προικοθήρα, αυτό συμβαίνει τελείως συμπτωματικά… Εξάλλου, όταν τα φτιάξαμε, πάνε τέσσερις μήνες τώρα, δεν είχα ιδέα για την οικονομική της κατάσταση»

«Όμορφη;»

«Συμπαθητική. Έχω μια φωτογραφία της, δες και μόνη σου»

Η Λητώ περιεργάζεται τη φωτογραφία και την επιστρέφει, κάνοντας επιδοκιμαστικούς μορφασμούς.

«Αν κρίνω από το ύφος της όταν σε κοιτάζει, πρέπει να είναι ερωτευμένη. Το στυλάκι της, όμως, δεν έχει κάτι από τις γκομενίτσες που διαφημίζουν διάφορα πράγματα στην τηλεόραση;»

«Ναι;»

«Δεν σ’ ενοχλεί αυτό;»

«Όχι!»

«Καλά, μη θυμώνεις…»

«Δε θυμώνω!»

«Παρεξηγήθηκες…»

«Έστω. Έχεις μια τάση να βλέπεις τον κόσμο με τα δικά σου αυστηρά κριτήρια…»

«Αυστηρά κριτήρια εγώ; Θεός φυλάξοι! Ας μη μαλώνουμε όμως, η καινούρια σου ιστορία σημαίνει ότι ξεχνάς την παλιά σου φίλη;»

Αγγίζω το γόνατό της και γλιστράω το χέρι μου μέχρι ψηλά, απαντώντας έτσι στην ερώτησή της. Ανάβω τσιγάρο. Η ακλόνητη μονογαμική μου αντίληψη τα έχει τινάξει οριστικά, μετά το χωρισμό με την Ισμήνη.

«Θα μου δείξεις τη δουλειά σου;»

«Μετά, άσε να σε δω λίγο…»

«Φαίνεσαι πιο νέα από ποτέ… Γιατί γελάς;»

«Γιατί προχθές έκλεισα τα τριάντα έξι… Το ξέρεις ότι ο γιος μου πηγαίνει κιόλας στο Λύκειο;»

«Τον βλέπεις;»

«Γι’ αυτό κατεβαίνω στην Αθήνα, αλλά ξέρεις, οι σχέσεις μου με τον πατέρα του και τη γυναίκα του πατέρα του δεν είναι καλές και αυτό μου δημιουργεί  προβλήματα…»

«Όταν ξανά ‘ρθεις στην Αθήνα να μου τηλεφωνήσεις για να βρεθούμε…»

«Καλά, θα σου τηλεφωνήσω…»

Αισθάνομαι κάπως αμήχανος, σηκώνομαι και κάνω λίγα βήματα στην αυλή.

«Πως διάολο περνάς η μέρα σου εδώ;»

«Μια χαρά! Ζωγραφίζω, σκαλίζω τα ξύλα, ταΐζω τα κουνέλια μου, κάνω βόλτες με το τζιπάκι, αυτά…»

«Και δε βαριέσαι;»

«Λιγάκι. Το προτιμώ όμως»

«Αλήθεια, δεν τα ‘φτιαξες με κανέναν;»

«Ουφ! Αφού επιμένεις, τα είχα με τον δάσκαλο. Τον ξέρεις;»

«Όχι»

«Το πήρε είδηση η γυναίκα του και έγινε της τρελής…»

Η Λητώ γελάει. Μετά έρχεται κοντά μου και με αγκαλιάζει.

«Θα μείνεις ως το πρωί…»

«Και τι θα πουν στο χωριό;»

«Ξέρεις που γράφω τι θα πουν στο χωριό; Είσαι το πασχαλιάτικο δώρο μου… Κόντεψα να τρελαθώ καθώς σε περίμενα και δε φαινόσουν, άθλιο πλάσμα… Αν δεν ερχόσουν ως το Σάββατο το πρωί θα έφευγα, αλλά κάποια καλή νεράιδα σε έφερε πάλι …»

«Πάμε μέσα, άρχισε να κάνει ψύχρα…»

«Ω, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατό μου τεκνό…,» μουρμουρίζει η ασεβής Λητώ, τυλίγει τα χέρια της γύρω μου και με σφίγγει δυνατά.

Από το χωριό ακούγεται η καμπάνα που καλεί τους πιστούς για τα Δώδεκα Ευαγγέλια.

*

Κεφάλαιο από το «Νησί της Καλυψώς»

http://tonisitiskalipsos.blogspot.gr/

Ο πίνακας («η αναμονή») είναι του Νικηφόρου Λύτρα. 

*

Κεφάλαιο από το «Νησί της Καλυψώς»

 

http://tonisitiskalipsos.blogspot.gr/

Advertisements