Αυτού του είδους η «λογική» από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης των πολλών συνιστωσών μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα ατύχημα ιστορικών διαστάσεων για την υγεία και τη μοίρα της χώρας μας. Και όταν το ποτήρι έχει σπάσει και το γάλα έχει χυθεί, θα είναι πολύ αργά να ψάξουμε τους ενόχους του μεγαλύτερου πολιτικού εγκλήματος του 21ου αιώνα. Καθώς γράφω αυτές τις αράδες, με στοιχειώνουν τα λόγια του Κωνσταντίνου Καβάφη στο αθάνατο ποίημά του «Τείχη». «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη./ Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ./ Αλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη. / διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον./ Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω./ Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον./ Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ*
Εμείς και οι «άλλοι»

Θυμήθηκα από τα νιάτα μου ένα κρύο, μεταμοντέρνο ανέκδοτο: «Ενας ταλαίπωρος ταξιδευτής περικυκλώθηκε από δεκάδες άγριους ανθρώπους που κρατούσαν τεράστια και κοφτερά μαχαίρια. Του έθεσαν ένα κομβικό ερώτημα (ζωής ή θανάτου, όπως τον πληροφόρησαν). “Είσαι μαζί μας ή με τους άλλους;” Τρέμοντας αυτός ψέλλισε “μαζί σας, μαζί σας”. Και αυτοί, πριν τον αποκεφαλίσουν, απάντησαν “έχασες… είμαστε οι άλλοι”»!

Διανύουμε τους τελευταίους τρεις μήνες μια περίοδο, η οποία επιεικώς θα μπορούσε να αποκληθεί «ρευστή και μεταβατική». Ισως μια περισσότερο χαρακτηριστική λέξη θα ήταν «πολυφωνία, αν όχι κακοφωνία» ή ακόμα – πειστικότερα– το «θέατρο του παραλόγου»: Επιθετικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, έξαλλοι κοινωνικοί και κομματικοί φορείς στο διαδίκτυο, συνδικαλιστικές και άλλες ομάδες πίεσης, γκρουπούσκουλα μαινόμενων αναρχικών, καταλήψεις πανεπιστημίων και άλλων δημόσιων χώρων… Ολα κλιμακώνονται επικίνδυνα και δίνουν την εντύπωση ότι απλώς επιπλέουμε σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα αβεβαιότητας. Και μετά τις υποβαθμίσεις από τους οικονομικούς οίκους αξιολόγησης και τη ραγδαία αύξηση επιτοκίων εξωτερικού δανεισμού, εμφανίζονται και πάλι νομπελίστες και άλλοι «ειδήμονες» (εντός και εκτός Ελλάδος) να προβλέπουν «grexit» ή «graccident». Και οι ημερομηνίες που θα κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στον έντιμο συμβιβασμό και τη ρήξη με τους κοινοτικούς μας εταίρους διαδέχονται η μία την άλλη: 24η Απριλίου, 9η Μαΐου, τέλος Ιουνίου, ακόμη αργότερα; Στο μεταξύ, τα αποθεματικά των ελληνικών τραπεζών μειώνονται επικίνδυνα και τα ταξίδια αξιωματούχων στη Μόσχα, την Τεχεράνη και στο Πεκίνο δεν φαίνεται να καρποφορούν, ώστε να φτάσουμε σ’ ένα πειστικό σχέδιο Β. Με τα νεύρα της κοινωνίας μας τεντωμένα στο άκουσμα της φράσης «νέα μέτρα», και με ασυντόνιστες απειλές μελών της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου περί δημοψηφίσματος ή επαναληπτικών εκλογών, οι αρνητικές παρενέργειες στην οικονομία και την πολιτική θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται. Το ερώτημα που θα ακούγεται όλο και συχνότερα είναι «πού πάμε»; Τελικά, θα υποχρεωθούμε να απαντήσουμε ως Ελληνες στο δίλημμα «κέντρο ή περιφέρεια», με άλλα λόγια «Ευρώπη ή Τρίτος Κόσμος»;

Ο Τσεχογερμανός Karl W. Deutsch, κορυφαίος στοχαστής των διεθνών σχέσεων και πανεπιστημιακός δάσκαλος διαδοχικά στα πανεπιστήμια Yale και Harvard, εισήγαγε (το 1957) τον όρο «κοινότητα ασφάλειας» (security community) στο επιστημονικό αφήγημα του κλάδου του. Ουσιαστικά, χώριζε τον κόσμο σε περιοχές συνεργασίας και ειρήνης και σε περιοχές αστάθειας και συγκρούσεων. Στην πρώτη κατηγορία τοποθέτησε τη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ μετά τον αμερικανικό εμφύλιο, Καναδά και Μεξικό) καθώς επίσης και τη Δυτική Ευρώπη – μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των περιοχών, κατά τον Deutsch, βρίσκονταν στο τρίπτυχο εδραιωμένης δημοκρατίας, οικονομικής ανάπτυξης (με αυξημένες συναλλαγές εντός περιοχής) και ειρήνης στις μεταξύ τους σχέσεις. Για τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, ο κανόνας θα παρέμενε στο ότι ο πόλεμος θα εξακολουθούσε να αποτελεί το τελευταίο επιχείρημα των ποικιλόχρωμων (ιδεολογικά) ηγεσιών. Ευτυχώς η Ελλάδα, μεταπολεμικά, παρά τις περιπέτειές της (εμφύλιος 1944-49, και δικτατορία 1967-74), κατάφερε να συγκροτηθεί σε μια εδραιωμένη δυτικού τύπου δημοκρατία και να ενταχθεί τον Ιανουάριο του 1981 στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (σήμερα Ευρωπαϊκή Ενωση).

Στις μέρες μας, όμως, τίθεται το μέγιστο των προβλημάτων μας: Στο όνομα κομματικών επιλογών και επικοινωνιακών σκοπιμοτήτων, θα παίξουμε κορώνα- γράμματα τη σημαντικότερη επιλογή που κάναμε στη νεότερη Ιστορία μας; Θα ακούσουμε ελαφρά τη καρδία τις παροτρύνσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. Λαφαζάνης, Λαπαβίτσας, Στρατούλης, μεταξύ άλλων) ή τις αυτοκτονικές αναφορές στο Κούγκι του εκρηκτικού υπουργού Αμυνας, Πάνου Καμμένου; Το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να υπερεκτιμήσουμε τη διαπραγματευτική μας ισχύ στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Οπως επισημαίνει η «Καθημερινή» στο πρωτοσέλιδό της (Πέμπτη 16 Απριλίου) «…Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ είπε σε συνεργάτες του ότι η υπομονή του εξαντλείται, ενώ ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δήλωσε πως οι αγορές έχουν προεξοφλήσει ήδη όλα τα ενδεχόμενα. Πάντως, το Μέγαρο Μαξίμου εμμένει στις «κόκκινες γραμμές» για υφεσιακά μέτρα, όπως οι περικοπές μισθών και συντάξεων και οι ομαδικές απολύσεις εργαζομένων. Παράλληλα, δε, αφήνει να εννοηθεί πως οι διαρροές σεναρίων περί χρεοκοπίας της χώρας είναι σκόπιμες και καλεί τους εταίρους «να συνειδητοποιήσουν, επιτέλους, το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η πολιτική τους».

Αυτού του είδους η «λογική» από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης των πολλών συνιστωσών μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα ατύχημα ιστορικών διαστάσεων για την υγεία και τη μοίρα της χώρας μας. Και όταν το ποτήρι έχει σπάσει και το γάλα έχει χυθεί, θα είναι πολύ αργά να ψάξουμε τους ενόχους του μεγαλύτερου πολιτικού εγκλήματος του 21ου αιώνα. Καθώς γράφω αυτές τις αράδες, με στοιχειώνουν τα λόγια του Κωνσταντίνου Καβάφη στο αθάνατο ποίημά του «Τείχη». «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη./ Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ./ Αλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη. / διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον./ Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω./ Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον./ Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.