Προ ολίγου, ολίγον προ του λυκόφωτος, είδα τον εαυτό μου είκοσι χρόνια πριν. Δηλαδή είδα έναν τύπο που μου έμοιαζε σκανδαλωδώς σε όλα: ίδιο μπόι και σουλούπι, ίδιο ψάθινο καπέλο, ίδια γυαλιά και σαγόνι (ξυρισμένο), ίδιο σκούρο μπλε μπλουζάκι και παντελόνι. Ακόμα χειρότερα, ίδιο στυλ, καθώς περίμενε στη γωνία του Λαλαούνη.

Καθόμουν δέκα μέτρα πιο πέρα, στο γωνιακό τραπεζάκι στη Λιστόν, απέναντι απ’ το περίπτερο και είχα πιει μόνο δυο μπύρες. Ο τύπος, λέμε, μου έμοιαζε λες και είχα δραπετεύσει αυτοπροσώπως από τη μηχανή του χρόνου. Άσε που είκοσι χρόνια πριν είχα σταθεί κι εγώ σ’ εκείνη τη γωνία περιμένοντας τη γυναίκα μου να τελειώσει με τα ψώνια ή τα νταλαβέρια της με τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ευτυχώς οι γυναίκες μας δεν έμοιαζαν καθόλου, οπότε βγήκα από το matrix και παράγγειλα μια μπύρα ακόμα. «Τι έκανες ρε μαλάκα τα τελευταία είκοσι χρόνια;» ρώτησα τον εαυτό μου, με μια κάποια σκαιότητα  ασυνήθιστη μεταξύ μας. Δυσκολεύτηκα να μου απαντήσω, όχι λόγω της ζέστης. Είναι τα πιο ουσιαστικά χρόνια, από τα 35 ως τα 55, χονδρικά. Τα χρόνια που φτιάχνεις ή δεν φτιάχνεις. Που ζεις ή δεν ζεις.

Σήκωσα το κεφάλι μήπως πάρω καμιάν ιδέα από το μετείκασμά μου του παρελθόντος, αλλά ο τύπος είχε φύγει από το οπτικό μου πεδίο. Δεν συγκεντρώθηκα ξανά στο ερώτημα, άλλωστε είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει – και δεν με συνέφερε, εδώ που τα λέμε.

 

Advertisements