Οτι και να πούμε, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει …ισοδύναμο της οπισθοχώρησης της χώρας σε όλα τα μέτωπα. Με κερασάκι τη ζαριά για τη δημοκρατική πορεία από μια ομάδα συριζοταλιμπάν που σχεδιασμένα προσπάθησαν να πάνε την Ελλάδα αλλού.  Αυτό είναι στίγμα ανεξίτηλο γιατί ποτέ άλλοτε, από το 1974, δεν μπήκε σε κίνδυνο η πορεία μας στην Ευρώπη και η κοινοβουλευτική δημοκρατία.  Και τα χειρότερα έρχονται, αν δεν κάνουμε κάτι. 

liberal.gr

Πέντε μήνες μετά το δημοψήφισμα. Το «ΟΧΙ» ζει

Του Σάκη Μουμτζή

Μπορεί το χρονικό διάστημα να είναι μικρό από τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, ώστε να έχουμε όλα τα δεδομένα που θα μας βοηθήσουν στην ερμηνεία του, όμως μία πρώτη προσέγγιση μπορεί να γίνει.

Όπως θυμούμαστε, αργά το απόγευμα της Παρασκευής 26 Ιουνίου, τις δύο διαπραγματευτικές ομάδες, την ελληνική και των δανειστών, τις χώριζαν περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ για να έρθουν σε συμφωνία. Λογικά, την άλλη μέρα όλα θα είχαν τελειώσει θετικά. Ξαφνικά, ο Χουλιαράκης, επικεφαλής της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας, πήρε εντολή από την Αθήνα να διακόψει τις συνομιλίες και να επιστρέψει. Αργά το βράδυ ανακοινώθηκε η διενέργεια δημοψηφίσματος.

Η απορία που εύλογα διατυπώθηκε τότε ήταν γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν έκλεισε τη συμφωνία και επέλεξε τη ρήξη με τους δανειστές. Νομίζω πως σήμερα μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος ότι δεν ήθελε συμφωνία. Δεν ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ τα μέτρα που αναποφεύκτως θα λαμβάνονταν να είχαν τη συναινετική υπογραφή του. Ήταν πολιτική επιλογή το νέο μνημόνιο να ήταν προϊόν εξαναγκασμού, απόρροια πιέσεων και εκβιασμών, παρά συμφωνίας των δύο πλευρών. Η σύγκρουση ήταν προσχεδιασμένη, αν θυμηθούμε και τη ρήση του Γ. Βαρουφάκη, σε ανύποπτο χρόνο: «Σας θέλουμε μαζί μας και μετά τη ρήξη»( Κρήτη, Μάρτιος 2015). Η θυματοποίηση είναι ένας οικείος ρόλος στην αριστερά που τον υποδύεται για πολλές δεκαετίες με επιτυχία. Στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως ενδιέφερε την ελληνική κυβέρνηση αν τα μέτρα που θα ελάμβανε κατόπιν των εκβιαστικών διλημμάτων θα ήταν επαχθέστερα από αυτά που θα προέκυπταν κατόπιν συμφωνίας. Το μείζον ήταν η διαφύλαξη της αριστερής φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον το δημοψήφισμα εξαγγέλθηκε για να λειτουργήσει ως προκάλυμμα για την επιβολή των capital controls, που ήταν αναγκαία, λόγω της παρατεταμένης φυγής των καταθέσεων.

Ειπώθηκε κατά κόρον πως ο Α. Τσίπρας δεν επιθυμούσε την επικράτηση του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα. Νομίζω πως αυτή είναι λάθος εκτίμηση. Επιθυμούσαν τη νίκη τους στο δημοψήφισμα και γι’ αυτό άλλωστε το στήριξε ο πρωθυπουργός με αλλεπάλληλα διαγγέλματα. Ο στόχος διπλός. Επικράτηση στο εσωτερικό μέτωπο και ταυτόχρονη πρόκληση αναταραχής στις διεθνείς αγορές, ώστε στη συνέχεια να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος. Ο στόχος επετεύχθη κατά το ήμισυ κι έτσι εμπρός στο φάσμα της εθνικής καταστροφής, «σύρθηκαν» στη διαπραγμάτευση.

Τότε εμφανίσθηκε το σενάριο του πραξικοπήματος των δανειστών και της υπογραφής ενός μνημονίου που ήταν ξένο σώμα προς την ιδεολογία και τις πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το σενάριο, που πολύ γρήγορα έγινε πολιτική γραμμή, το ζούμε μέχρι σήμερα. Και σε αυτήν την πολιτική γραμμή, «κουμπώνει» μία σημαντική συνέπεια του δημοψηφίσματος. Ίσως η σημαντικότερη. Η καταγραφή στο εκλογικό σώμα της συνείδησης του «ΟΧΙ», που συγκρότησε και συγκροτεί μία νέα πολιτική ταυτότητα. Το 61,3% υπάρχει, εν υπνώσει, και περιμένει το εγερτήριο. Οι σταθερές αυτής της πολιτικής ταυτότητας υπάρχουν σε κάθε δήλωση, σε κάθε εξαγγελία, σε κάθε μέτρο της κυβέρνησης, που η μη υλοποίηση τους οφείλεται στη σκληρότητα του μνημονίου που επιβλήθηκε. Τελικός στόχος, όταν επέλθει η σύγκρουση με τους δανειστές, να αναστηθεί η συνείδηση του «ΟΧΙ», γιατί πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται για την κυριαρχία του στο εσωτερικό.

Ο ψυχρός σχεδιασμός του δημοψηφίσματος και η ακόμη πιο ψυχρή διαχείριση του αποτελέσματος του αποκλείουν –κατά τη γνώμη μου– από την προοπτική των εξελίξεων συναινετικά σενάρια οικουμενικής μορφής. Μάλλον η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ αν θα αισθανθεί εγκλωβισμένη και απειλούμενη, θα προτιμήσει και πάλι την κάλπη.

Advertisements