Από το περασμένο καλοκαίρι υποστηρίζω ότι ο κομματικός ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά νεκρός και δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα στην κυβέρνηση και (κυρίως) στη χώρα. Αντιθέτως, η παράταση της ύπαρξής του συνιστά σοβαρό πρόβλημα. Να τώρα που η άποψη αυτή επεξηγείται λεπτομερώς σε άρθρο της ΑΥΓΗΣ, χωρίς όμως να διατυπώνεται ξεκάθαρα το αυτονόητο «δια ταύτα»: η χώρα χρειάζεται ένα νέο κόμμα εξουσίας, που να εκφράζει τους τωρινούς και τους μελλοντικούς ψηφοφόρους της λεγόμενης κεντροαριστεράς.  Κάτι που επ’ ουδενί πρόκειται να επιτευχθεί με την παράταση της παρουσίας του κομματικού ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτό το ρόλο.

του Παντελή Κυπριανού

Κόμμα κυρίως των αστικών κέντρων, των μικροαστικών και αστικών στρωμάτων αρχικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζεται σήμερα κατεξοχήν από τα λαϊκά στρώματα. Η ανατροπή δεν μεταφράζεται οργανωτικά και δεν αντανακλάται στις πρακτικές του. Γιατί;

Βασίλι Καντίνσκι, «Αυτοσχεδιασμός αρ. 6», 1909

Ενάντια στους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του, Ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε μέχρι το 2012 κόμμα των πόλεων και των μορφωμένων μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων. Από τη σκοπιά αυτή έμοιαζε περισσότερο με το ΚΚΕ εσωτερικού και λιγότερο με το ΚΚΕ, κόμμα κατεξοχήν διαταξικό. Η κοινωνική σύνθεση του προσέδιδε διακριτή φυσιογνωμία. Προσέλκυε ομάδες που δυσφορούσαν με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τα οποία πρόβαλαν ένα λόγο πολύσημο, επιδεκτικό σε κάθε λαϊκή δυσαρέσκεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα, όπως και στο παρελθόν η ανανεωτική Αριστερά, χάρη και στην κοινωνική του σύνθεση, είχε ένα ριζοσπαστικό, εν πολλοίς φιλελεύθερο, λόγο εστιασμένο στην αποδοχή της ετερότητας και τα δικαιώματα, ατομικά και κοινωνικά.

Η φυσιογνωμία αυτή αποτελούσε δύναμη και αδυναμία. Τον καθιστούσε συμπαθή σε τμήματα της κοινωνίας, ιδιαίτερα τα μορφωμένα στρώματα των πόλεων, ακόμη και στα κυρίαρχα ΜΜΕ. Σ΄ αυτό βοηθούσαν και τα στελέχη του, μορφωμένοι μεσοαστοί στην πλειονότητά τους, διακρινόμενοι για τις γνώσεις και τη στάση ζωής τους. Αυτό, όμως, δεν μεταφραζόταν σε εκλογική επιρροή. Ο αδυσώπητος ανταγωνισμός για την εξουσία των δύο κομμάτων του πάλαι ποτέ δικομματισμού συνέθλιβε τη συμπάθεια και το καθήλωνε σε χαμηλά ποσοστά.

Η αποχώρηση, το 2010, των στελεχών που συγκρότησαν τη ΔΗΜΑΡ και το άνοιγμα σε νέες ομάδες ιδιαίτερα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς άλλαξαν μερικά την εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ. Η αλλαγή έγκειται λιγότερο στην κοινωνική σύνθεση και περισσότερο στη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης για την πολιτική δράση. Από κόμμα που έμενε κυρίως στην κεντρική πολιτική σκηνή ήρθε πιο κοντά στα κινήματα και τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων. Σημαντική ως προς αυτό ήταν η συνεισφορά και της νεολαίας.

Η κρίση λειτούργησε ως καταλύτης, ως μεγάφωνο που του επέτρεψε να ακουστεί από όλο και περισσότερους και να υποσκελίσει το ΚΚΕ ως το βασικότερο μέχρι τότε υποδοχέα της λαϊκής δυσαρέσκειας. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε τρία πράγματα. Οι νεοενταχθείσες ομάδες χάρη στην πιο οργανωμένη παρουσία τους υπερ-αντιπροσωπεύτηκαν εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ: στα κομματικά όργανα, τη Βουλή, την τοπική αυτοδιοίκηση και τους κοινωνικούς χώρους. Αλλάζοντας γραμμή πλεύσης ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται πιο λαϊκός, πιο αποτελεσματικός αλλά χάνει από τη συμπάθεια των μορφωμένων στρωμάτων των πόλεων και των ΜΜΕ. Τέλος, η εκλογική του βάση διευρύνεται και αλλάζει κοινωνικά.

Έτσι, στις εκλογές του Γενάρη του 2015 και ακόμη περισσότερο του Σεπτέμβρη ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται κόμμα κατεξοχήν λαϊκό. Προσελκύει περισσότερο τα στρώματα που πήγαν λιγότερο σχολείο και λιγότερο τους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τα βαρόμετρα της Public Issue, όπως τα συνοψίζει ο Κ. Πουλακίδας στην Αυγή, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου «το μορφωτικό επίπεδο των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεσαίο και κατώτερο. Στην κατώτερη εκπαίδευση πήρε 40,8% (αύξηση 1,8 μονάδας), στη μέση 36,4% (αμετάβλητη διαφορά) και στην ανώτερη 32,1% (μείωση 3 μονάδων)».

Χωρίς να ταυτίζονται απόλυτα, το επίπεδο εκπαίδευσης συνδέεται στενά με την οικονομική κατάσταση και τον τόπο κατοικίας. Με άλλα λόγια, οι πιο φτωχοί και οι κάτοικοι των λαϊκών γειτονιών στις πόλεις και την επαρχία ψήφισαν μαζικά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Το ποσοστό αυτό μάλιστα είναι ακόμη πιο ψηλό καθώς οι αγρότες και οι αυτοπασχολούμενοι, οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, ανήκουν στην κατηγορία αυτή, το Σεπτέμβρη ψήφισαν πολύ λιγότερο ΣΥΡΙΖΑ απ’ ό,τι τον Γενάρη.

Η μαζική στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ από τα λαϊκά στρώματα έμεινε στην ψήφο. Ελάχιστοι εντάχθηκαν οργανωτικά και ακόμη λιγότεροι ενεργοποιήθηκαν πολιτικά. Αυτό αντικατοπτρίζεται στην απουσία τους σ’ όλα τα επίπεδα του κόμματος, την κοινοβουλευτική και κυβερνητική εκπροσώπηση. Παντού δεσπόζουν τα στελέχη των προηγούμενων δεκαετιών, με συγκεκριμένες κοινωνικές αναφορές, με κάποιες προσθήκες από άλλους χώρους, το ΠΑΣΟΚ και κάποιους νεότερους που εντάχθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Αναντίρρητα, η αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων είναι αναιμική σ’ όλα τα κόμματα στην Ελλάδα, ακόμη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ, όμως, είναι ακόμη πιο κραυγαλέα, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι αυτά το έφεραν στην κυβέρνηση. Πώς εξηγείται αυτό; Οι λόγοι πολλοί.

Ο πρώτος συνδέεται μ’ αυτό που ο Μίχελς ονόμασε «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας» τη μονοπώληση, δηλαδή, των κομματικών και πολιτικών αξιωμάτων από εκείνους που συγκεντρώνουν συγκεκριμένα γνωρίσματα όπως η γνώση, το κοινωνικό κεφάλαιο (προσωπικοί, οικογενειακοί δεσμοί) και η ευχερής παρουσία στο δημόσιο χώρο. Σ’ αυτό κατατείνει και η απουσία στην Ελλάδα ισχυρών επαγγελματικών σωματείων και συνδικάτων, όπως στη δεκαετία του 1980, που θα ανεδείκνυαν ένα τέτοιο στελεχικό δυναμικό.

Ένας τρίτος έχει να κάνει με την ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ και ένας τέταρτος με τη συγκυρία. Η Αριστερή ιδεολογία αντίκειται στη σύσταση πελατειακών δικτύων, λειτουργεί αποτρεπτικά σε πρακτικές του είδους αυτού. Ακόμη όμως κι αν εξέλειπε η παράμετρος αυτή, η κρίση αποθαρρύνει διαθέσεις ένταξης στο κυβερνών κόμμα με ελατήρια καθαρά ωφελιμιστικά όπως ο προσπορισμός προσωπικού οφέλους.

Εξίσου σημαντικός, κομβικός κατά τη γνώμη μου, είναι ένας πέμπτος λόγος, που αποκαλώ πολιτισμικό. Η μικροαστική και μεσοαστική κοινωνική σύνθεση του στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ καθιστά δυσχερή από τη μεριά τους την προσέγγιση των λαϊκών στρωμάτων. Πρόκειται για κοινωνικούς κόσμους με άλλους πολιτισμικούς κώδικες που δυσκολεύονται να σπάσουν την απόσταση και να συναντηθούν. Η δυσκολία επιτείνεται από την παράδοση καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν περισσότερο κόμμα στελεχών και λειτουργούσε ως ένας χώρος σχετικά κλειστός.

Στις δυσκολίες αυτές προστίθενται δύο ακόμη. Η πρόσφατη διάσπαση μπορεί να μην ήταν εκλογικά πολύ επώδυνη, αποδυνάμωσε ωστόσο την καθημερινή παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ καθώς αποτραβήχτηκαν μέλη και στελέχη με παρουσία και απήχηση στα κοινωνικά δρώμενα. Τέλος, η ανάληψη και άσκηση της διακυβέρνησης μοιάζει να οδηγεί μέλη και στελέχη να περιχαρακώνουν ακόμη περισσότερο το χώρο διασφαλίζοντας ένα είδους αποκλειστικότητας ως προς την εκπροσώπησή του, προς τα μέσα και προς τα έξω.

Οι συνέπειες της μη συνάντησης του κόμματος με τη λαϊκή εκλογική του βάση και τη μη μεταξύ τους ώσμωση είναι πολλές και ορατές. Καταρχάς ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν μπορεί να οικοδομήσει κομματικό κράτος, όπως του προσάπτουν κομματικοί του ανταγωνιστές, αντίθετα κινδυνεύει να συν-ενεργήσει σ’ ένα κράτος ελεγχόμενο εν πολλοίς από «φίλους» των προηγούμενων κυβερνήσεων. Κατά δεύτερον, δυσκολεύεται να αφουγκραστεί τον παλμό των λαϊκών στρωμάτων και να το μετουσιώσει σε ανάλογες πολιτικές και πρακτικές. Έτσι και το ενδεχόμενο ευκολότερης αποκοπής του από αυτά και περιχαράκωσης σε πολιτικές επεξεργασμένες σε στενούς κύκλους φίλων από τα παλιά. Με δύο λόγια, η σκιά του παρελθόντος αποδεικνύεται όλο και πιο βαριά σε βαθμό που κρύβει τις ρηξικέλευθες αλλαγές που έγιναν εν τω μεταξύ και χάρη στις οποίες αναδιατάχθηκε εδώ και λίγα χρόνια το πολιτικό σκηνικό.

O Παντελής Κυπριανός διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Πατρών

Πηγή: Το δύσκολο αντάμωμα του ΣΥΡΙΖΑ με τη λαϊκή του βάση | ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Advertisements