capital.gr

Γερμανική «μέγκενη» στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους          Sisyphus

Από τον Γ. Αγγέλη

Το Βερολίνο είναι ήδη έτοιμο να αρχίσει η συζήτηση για το ελληνικό χρέοςαλλά κανείς δεν αισθάνεται ευχάριστα γι’ αυτό. Η «είδηση» είναι σε γνώση της ελληνικής κυβέρνησης: η Γερμανία θα ζητήσει «monitoring» διαρκείας, που θα «παράγει» και θα καθορίζει με έναν αυτόματο τρόπο προσαρμογές στη δημοσιονομική πολιτική τής εκάστοτε κυβέρνησης ώστε να διασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του χρέους.

Μόνο με την προϋπόθεση αυτή η γερμανική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να προχωρήσει στη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που στις γενικές της γραμμές θα κινηθεί στην κατεύθυνση της μακροπρόθεσμης εξομάλυνσης των πληρωμών, ώστε να είναι συμβατή με την εκάστοτε πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.

Στο πλαίσιο αυτό θα προσδιορισθούν οι νέες περίοδοι χάριτος στην αποπληρωμή των χρεολυσίων, όπως επίσης και η διαμόρφωση των επιτοκίων.

Η λογική του «μηχανισμού» αυτού, που θα λειτουργεί σαν μία «μέγκενη» για τους ετήσιους προϋπολογισμούς, είναι να διασφαλίζει με τις κατάλληλες δημοσιονομικές πολιτικές (δηλαδή τον έλεγχο των ελλειμμάτων και πλεονασμάτων) την ετήσια εξυπηρέτηση του χρέους.

«Μέγκενη» στον Προϋπολογισμό

Αυτό σημαίνει ότι η παρακολούθηση της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού –σε συνεργασία με τις προβλεπόμενες από το δημοσιονομικό σύμφωνο διαδικασίες αλλά και πέραν αυτών– θα είναι διαρκής και σταθερή από έναν «μηχανισμό»,ο οποίος θα ανατεθεί κατά πάσα πιθανότητα στον ESM και ο οποίος θα παρακολουθεί κάθε απόκλιση, προκειμένου να «συνιστά» αμέσως τη διόρθωσή της για να εξασφαλισθεί ο στόχος του πλεονάσματος.

Σύμφωνα με τις «ιδέες» που υπάρχουν πάνω σε αυτό, θα υπάρχουν προβλέψεις και για τις περιόδους στις οποίες θα δικαιολογείται η κακή πορεία της οικονομίας, η οποία θα επιτρέπει «διορθώσεις» και προς τα κάτωμεταφέροντας για το μέλλον υποχρεώσεις, π.χ., από αυξημένους τόκους κ.λπ.

Το σημείο αυτό είναι από τα πλέον ενδιαφέροντα, γιατί αφορά το πώς η οικονομία θα ανταποκριθεί στο μέλλον σε αυξημένα κόστη από τυχόν αυξήσεις στα επιτόκια σε περίπτωση αλλαγής στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, όπως αρχίζει τώρα, για παράδειγμα, η Fed.

H «ιδέα» που έρχεται από το Βερολίνο είναι ότι σε περίπτωση που αυξηθούν τα επιτόκια στο μέλλον –κάτι που θεωρείται ότι έτσι κι αλλιώς θα συμβεί– ηΕλλάδα δεν θα μπορεί να συνεχίσει να δανείζεται και να αποπληρώνει με τα σημερινά επιτόκια, δηλαδή να αποπληρώνει το χρέος της με επιτόκια μικρότερα από τα επιτόκια που θα πληρώνει τότε ο δανειστής της (το ESM, κ.λπ.). Έτσι κι αλλιώς το χαμηλό επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας από τον ESM είναι συνάρτηση του Euribor και θα αυξηθεί και αυτό μαζί με το Euribor.

Μεταφορά κόστους

Κατά την «ιδέα» αυτή –από τη γερμανική πλευρά– η υπερβάλλουσα αξία που θα προσθέτουν τα αυξημένα επιτόκια θα μπορεί να μετακυλίεται στο μέλλον και να προστίθεται σε χρονιές που το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης θα είναι χαμηλό.

Μία άλλη «ιδέα» όμως –όπως είχε αναφέρει σε παλαιότερο ρεπορτάζ το «Κ»– από την πλευρά του ΟΔΔΗΧ είναι αντί της μεταφοράς του επιπλέον κόστους στο μέλλον να οικοδομηθεί ένας μηχανισμός «hedging» ο οποίος από τώρα θα καλύπτει τις αλλαγές αυτές. Αλλά προς το παρόν η συζήτηση επίσημα δεν έχει καν ανοίξει παρότι όλες οι πλευρές ετοιμάζονται γι’ αυτόν, αφού η προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης της συζήτησης για το χρέος είναι τα μέσα Φεβρουαρίου, σε περίπτωση, βέβαια, που η πρώτη αξιολόγηση «τρέξει» σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, πράγμα μάλλον δύσκολο να συμβεί.

Μία εξαιρετικά κρίσιμη διάσταση στον σχεδιασμό αυτό αφορά το πώς θα κινηθεί η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές. Και σε ποια όρια θα μπορεί ο εξωτερικός δανεισμός να «οριοθετείται» από τον «μηχανισμό» αυτό προκειμένου να εμποδισθεί η κατά παρέκκλιση κάλυψη μελλοντικών ελλειμμάτων. Και στο σημείο αυτό υπάρχει προεργασία, σε σημείο μάλιστα που οι ενδιαφερόμενες πλευρές, ακόμα και οι… «αντίπαλες», να έχουν αρχίσει τεχνικές συνεργασίες για τη διαμόρφωση εναλλακτικών προτάσεων κοινής αποδοχής.

Η επιστροφή στις αγορές και η ένταξη στο QE

Το παράδοξο στο ευρωπαϊκό «κεκτημένο» είναι ότι ακόμα και οι πλέον συγκρουόμενες διαδικασίες μπορούν να προωθούνται και να ωριμάζουν… παράλληλα. Κάπως έτσι «ωριμάζει» και η περίπτωση της επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές, παρά το γεγονός ότι η «αξιολόγηση», που αποτελείκεντρική προϋπόθεση γι’ αυτό, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσει ομαλά και στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.

Πρώτο βήμα, όπως παραδέχονται και οι υπηρεσιακοί της ΕΚΤ, θα είναι η σταδιακή ομαλοποίηση της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης του εγχώριου συστήματος. Η επιστροφή του «waiver«, δηλαδή της κατ’ εξαίρεσην αποδοχής των ελληνικών κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητας, θα είναι η πρώτη στιγμή αυτής της διαδικασίας. Πληροφορίες οι οποίες δεν έχουν προς το παρόν διασταυρωθεί αλλά έχουν αξιόπιστη προέλευση αναφέρουν ότιη επιστροφή του θα συνοδεύει τα πρώτα βήματα της «μιας ομαλής αξιολόγησης»

Το επόμενο βήμα, εφόσον έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, θα είναι η ένταξη και της Ελλάδας στο πρόγραμμα QE της ΕΚΤ. Η «στιγμή» αυτή έχει εκτιμηθεί ότι στο καλό σενάριο θα μπορούσε να είναι στα μέσα του έτους.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πριν από τη στιγμή της ένταξης στο QE θα έχει ξεκινήσει η «συζήτηση» για τη δρομολόγηση αυτής της απόφασης και στη διάρκεια αυτής της συζήτησης «το περιβάλλον θετικών προσδοκιών που θα έχει δημιουργηθεί στις αγορές θα μπορούσε να επιτρέψει την έκδοση ελληνικών ομολόγων…». 

Μάλιστα εκτιμάται ότι η Ελλάδα σε ένα τέτοιο σενάριο –το οποίο από ορισμένες πλευρές θεωρείται εξαιρετικά αισιόδοξο– θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις λήξεις (Ιουλίου) κρατικών ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ ύψους 2,3 δισ. ευρώ.

Όλα αυτά, βέβαια, προς το παρόν αποτελούν στοιχεία μιας προετοιμασίας της οποίας ο… ρεαλισμός θα κριθεί κατά βάση το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου.

*Αναδημοσίευση από το «Κεφάλαιο» που κυκλοφορεί.     

Advertisements